CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή
Μια μικρή συλλογή από τις πιο θεαματικές προσγειώσεις της ζωής μου.
«218 – Πειραιάς – Υμηττός»
Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, έχουν έναν παράξενο τρόπο να μένουν ολοζώντανες. Δεν ξεθωριάζουν ούτε μικραίνουν. Αντίθετα, μοιάζουν να αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη όσο απομακρύνονται μέσα στον χρόνο. Κάθε φορά που τις θυμάσαι, γελάς με την ίδια ένταση, σαν να συνέβησαν μόλις χθες. Αυτή είναι μία από αυτές.
Πριν από πολλά χρόνια στεκόμουν αμέριμνη στο πίσω μέρος ενός λεωφορείου, χαζεύοντας έξω από το παράθυρο. Δεν σκεφτόμουν τίποτα σπουδαίο. Ήταν μία από εκείνες τις συνηθισμένες διαδρομές που κυλούν σχεδόν μηχανικά, ώσπου, χωρίς καμία προειδοποίηση, η ζωή αποφασίζει να τις μετατρέψει σε ιστορία. Και εκείνη τη μέρα το αποφάσισε με τον πιο θεαματικό τρόπο.
Μέσα σε ένα μόνο δευτερόλεπτο ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Ο οδηγός πάτησε απότομα φρένο, καθώς είχε συγκρουστεί με ένα αυτοκίνητο, κι εγώ… έφυγα. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Με φόρα. Ξεκίνησα να διασχίζω ολόκληρο το λεωφορείο χωρίς να έχω καμία απολύτως πρόθεση να το κάνω, προσπαθώντας απεγνωσμένα να κρατήσω την ισορροπία μου. Για λίγα δευτερόλεπτα έδινα μια άνιση μάχη με τη βαρύτητα, η οποία, όπως αποδείχθηκε, είχε άλλη άποψη. Η διαδρομή μου ολοκληρώθηκε θεαματικά στα πόδια ενός ηλικιωμένου κυρίου, που με κοίταξε με ένα βλέμμα το οποίο ισορροπούσε ανάμεσα στην έκπληξη και στο χαμόγελο. Εγώ τον κοιτούσα προσπαθώντας ακόμη να καταλάβω πώς είχα βρεθεί εκεί.
Σαν να μην έφτανε όμως η δική μου εντυπωσιακή προσγείωση, δύο ακόμη κυρίες, εμφανώς υπέρβαρες, είχαν εκτοξευθεί προς τα μπροστά και είχαν καταλήξει να φράζουν το μικρό πορτάκι της καμπίνας του οδηγού, εμποδίζοντάς του εντελώς την έξοδο. Ο άνθρωπος ήθελε να κατέβει για να δει τι είχε συμβεί, αλλά όσο κι αν προσπάθησε, ήταν αδύνατο να τις μετακινήσει. Η έξοδος είχε αποκλειστεί από τους ίδιους τους επιβάτες που μόλις είχε… εκτοξεύσει το φρενάρισμά του. Η σκηνή είχε γίνει τόσο παράλογη, που μερικοί άντρες από το λεωφορείο έσπευσαν να βοηθήσουν. Προσπάθησαν να μετακινήσουν τις δύο κυρίες, ώστε να ανοίξει επιτέλους το μικρό πορτάκι της καμπίνας του οδηγού. Δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση, κι αυτό έκανε την εικόνα ακόμη πιο κωμική. Ευτυχώς, μέσα σε όλη την αναστάτωση, κανείς δεν είχε τραυματιστεί και, λίγα λεπτά αργότερα, γελούσαμε όλοι μαζί.
Άνθρωποι που λίγα δευτερόλεπτα πριν ήταν εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους, άρχισαν να γελούν όλοι μαζί. Σαν να είχε διαλυθεί, έστω για μια στιγμή, εκείνη η αόρατη απόσταση που κρατά συνήθως τους ξένους μεταξύ τους. Ένα απότομο φρενάρισμα είχε μετατρέψει ένα γεμάτο λεωφορείο σε μια μικρή παρέα που γελούσε με την ίδια παράλογη σκηνή.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, κι όμως κάθε φορά που το θυμάμαι γελάω το ίδιο δυνατά. Ίσως γιατί εκείνη η μέρα μού θύμισε, χωρίς καμία πρόθεση να διδάξει, πως η ζωή δεν μας προειδοποιεί ποτέ πριν πατήσει φρένο. Μέσα σε μια στιγμή μπορεί να αλλάξει την πορεία μας, να μας βγάλει από την ισορροπία μας και να μας αφήσει να αναρωτιόμαστε πώς βρεθήκαμε εκεί όπου δεν είχαμε ποτέ σκοπό να φτάσουμε.
Κι όμως, κοιτάζοντας πίσω, διαπιστώνω πως μερικές από τις πιο φωτεινές αναμνήσεις μου γεννήθηκαν ακριβώς μέσα σε τέτοιες στιγμές απόλυτου χάους. Ίσως επειδή τότε εγκαταλείπουμε, έστω και για λίγο, την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να ελέγχουμε τα πάντα. Και όταν αφήσουμε αυτή την ψευδαίσθηση να πέσει, μαζί της πέφτει και ένα βάρος που κουβαλάμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
Ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα πιο απρόσμενα δώρα της ζωής. Να μας υπενθυμίζει ότι οι ιστορίες που θυμόμαστε περισσότερο δεν είναι εκείνες που κύλησαν τέλεια, αλλά εκείνες στις οποίες χάσαμε την ισορροπία μας, γελάσαμε με τον εαυτό μας και συνεχίσαμε τον δρόμο μας λίγο πιο ανάλαφροι.
Γιατί, καμιά φορά, μια θεαματική προσγείωση είναι πολύ πιο πολύτιμη από μια αψεγάδιαστη διαδρομή.
Η Μέρα Που Με Νίκησε Μια Πλαστική Κορδέλα
Υπάρχουν άνθρωποι που επιστρέφουν από κάθε ταξίδι κρατώντας ένα μικρό αναμνηστικό. Έναν μαγνήτη για το ψυγείο, μια καρτ ποστάλ, ένα βότσαλο από κάποια παραλία ή μια φωτογραφία που θα τους θυμίζει πως κάποτε βρέθηκαν εκεί. Αν κοιτάξω όμως τη δική μου συλλογή, μάλλον θα διαπιστώσω ότι είναι κάπως διαφορετική. Δεν αποτελείται από αντικείμενα αλλά από… τούμπες. Η καθεμία έχει τη δική της ιστορία, τον δικό της χαρακτήρα, σχεδόν τη δική της προσωπικότητα. Και το παράξενο είναι πως, όσο απομακρύνονται μέσα στον χρόνο, τόσο γίνονται πιο αστείες. Σαν η μνήμη να σβήνει σιγά σιγά την αμηχανία και να κρατά μόνο το γέλιο.
Εκείνη την ημέρα κατέβαινα από το σπίτι για να πετάξω τα σκουπίδια. Μια από εκείνες τις διαδρομές που τις κάνεις σχεδόν μηχανικά, χωρίς να σκέφτεσαι πως μπορεί να συμβεί οτιδήποτε αξιοσημείωτο. Κι όμως, οι περισσότερες ιστορίες που μένουν τελικά μέσα μας ξεκινούν ακριβώς έτσι: από μια στιγμή που έμοιαζε απόλυτα ασήμαντη. Χωρίς καμία προειδοποίηση ένιωσα να χάνω την ισορροπία μου. Στην αρχή πίστεψα πως απλώς παραπάτησα. Έκανα ένα βήμα προς τα δεξιά, ύστερα ένα προς τα αριστερά, προσπαθώντας να συγκρατήσω το σώμα μου, το οποίο είχε ήδη αποφασίσει να μην υπακούει στις οδηγίες μου.
Από έξω, η εικόνα πρέπει να ήταν απολαυστική. Είμαι σχεδόν βέβαιη πως όποιος με παρακολουθούσε θα δυσκολευόταν να αποφασίσει αν αυτοσχεδίαζα πάνω στο ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας ή αν είχα πιει κάτι περισσότερο από έναν απογευματινό καφέ. Το μόνο βέβαιο ήταν πως εγώ δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε. Τα αυτοκίνητα είχαν ήδη σταματήσει και οι οδηγοί με κοιτούσαν με εκείνη τη χαρακτηριστική έκφραση που χωράει πολλές σκέψεις μαζί: «Είναι καλά; Να κατέβω να βοηθήσω; Ή… τι ακριβώς κάνει;»
Η απάντηση ήρθε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, όταν βρέθηκα στο έδαφος. Μια λεπτή πλαστική κορδέλα, ξεχασμένη από κάποιο κιβώτιο, είχε τυλιχτεί γύρω από τους αστραγάλους μου και με ακολουθούσε σε κάθε μου βήμα. Όση ώρα εγώ πάλευα να κρατήσω την ισορροπία μου, εκείνη είχε αναλάβει, με αξιοθαύμαστη συνέπεια, να οργανώσει την πτώση μου. Την κοίταξα και τότε άρχισα να γελάω. Όχι εκείνο το ευγενικό χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει την αμηχανία, αλλά γέλιο αληθινό, από εκείνο που σε διπλώνει στα δύο και δεν σε αφήνει ούτε να σηκωθείς.
Το ακόμη πιο όμορφο ήταν πως άρχισαν να γελούν και οι οδηγοί. Για λίγες στιγμές ένας ολόκληρος δρόμος είχε ακινητοποιηθεί, όχι από εκνευρισμό ή ανυπομονησία, αλλά από ένα αυθόρμητο, κοινό γέλιο. Είναι παράξενο πόσο εύκολα μια μικρή ανθρώπινη γκάφα μπορεί να καταργήσει τις αποστάσεις ανάμεσα σε αγνώστους. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν υπήρχαν οδηγοί, πεζοί ή καθυστερήσεις. Υπήρχαν μόνο άνθρωποι που γελούσαν με την ίδια απρόσμενη σκηνή.
Σκέφτομαι συχνά πως όσο μεγαλώνουμε τόσο περισσότερο προσπαθούμε να προστατεύσουμε την εικόνα μας. Θέλουμε να δείχνουμε ψύχραιμοι, σοβαροί, αξιοπρεπείς. Να μη σκοντάφτουμε, να μη γελοιοποιούμαστε, να μη δίνουμε αφορμές. Σαν να πιστεύουμε πως η ωριμότητα σημαίνει να μη χάνεις ποτέ την ισορροπία σου. Η ζωή, όμως, έχει μια αξιοθαύμαστη αίσθηση του χιούμορ. Δεν χρειάζεται πάντα μια μεγάλη ανατροπή για να σου θυμίσει πόσο ανθρώπινος είσαι. Μερικές φορές αρκεί μια ξεχασμένη πλαστική κορδέλα.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο τρυφερό της μάθημα. Η αξιοπρέπεια δεν χάνεται όταν πέφτεις. Χάνεται μόνο όταν φοβάσαι να γελάσεις με την πτώση σου. Από όλες τις τούμπες που έχω κρατήσει στη συλλογή μου, αυτή παραμένει μία από τις αγαπημένες μου. Όχι επειδή έπεσα, αλλά επειδή, για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, μια άγνωστη πλαστική κορδέλα κατάφερε να κάνει έναν ολόκληρο δρόμο να ξεχάσει τη βιασύνη του και να γελάσει μαζί μου. Και, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο πιστεύω πως αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο είδος προσγείωσης.
Η Πτώση Της Βασιλίσσης Σοφίας
Φυσικά δεν θα μπορούσα να ξεχάσω εκείνη τη μέρα στη Βασιλίσσης Σοφίας. Βάδιζα αμέριμνη στο κέντρο της Αθήνας, όταν, χωρίς καμία προειδοποίηση, γλίστρησα στο πεζοδρόμιο και βρέθηκα φαρδιά πλατιά στο έδαφος. Από εκείνες τις πτώσεις που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο να διασώσεις την εικόνα σου. Δεν υπάρχει κομψός τρόπος να πέσεις έτσι· μόνο η αλήθεια της στιγμής, τόσο ξαφνική όσο και αστεία.
Έμεινα κάτω για λίγα δευτερόλεπτα. Όχι επειδή είχα χτυπήσει, αλλά γιατί με είχε προλάβει το γέλιο. Ένα γέλιο αυθόρμητο, δυνατό, αβίαστο. Από εκείνα που σε κάνουν να ξεχνάς πού βρίσκεσαι και ποιος μπορεί να σε κοιτάζει. Οι περαστικοί γύριζαν προς το μέρος μου, κάποιοι έκαναν ένα βήμα σαν να ήθελαν να βοηθήσουν, άλλοι περίμεναν να βεβαιωθούν ότι είμαι καλά. Και ήμουν. Ήμουν τόσο καλά, ώστε το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να γελάω με όλη μου την ψυχή.
Καθώς σηκωνόμουν, πέρασε από το μυαλό μου μια σκέψη που με ξάφνιασε περισσότερο κι από την ίδια την πτώση. Αν αυτό είχε συμβεί όταν ήμουν έφηβη, πιθανότατα θα ήθελα να εξαφανιστώ. Θα κοίταζα γύρω μου με αγωνία για να δω ποιος με είδε. Θα πίστευα πως όλοι με παρατηρούν, πως όλοι θα θυμούνται εκείνη τη στιγμή και πως η αμηχανία μου θα κρατούσε για πάντα.
Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι μεγαλώνοντας δεν αποκτάς μόνο περισσότερες εμπειρίες. Αποκτάς και μια διαφορετική σχέση με το βλέμμα των άλλων. Σιγά σιγά σταματάς να ξοδεύεις τόση ενέργεια προσπαθώντας να φαίνεσαι αλάνθαστος. Αφήνεις χώρο στον άνθρωπο που είσαι πραγματικά, με τις αδέξιες στιγμές του, τα λάθη του και, γιατί όχι, τις θεαματικές του τούμπες.
Ίσως η ωριμότητα να μην είναι τίποτε άλλο από αυτή τη μικρή μετατόπιση. Από την ανάγκη να μη σε δει κανείς να πέφτεις, στη χαρά να μπορείς να σηκωθείς γελώντας. Γιατί η αξιοπρέπεια δεν βρίσκεται στην απουσία των πτώσεων. Βρίσκεται στην ελευθερία να μην τις φοβάσαι.
Αν κάποιος θυμάται ακόμη εκείνη τη σκηνή στη Βασιλίσσης Σοφίας, ελπίζω να μη θυμάται μια γυναίκα που γλίστρησε. Ελπίζω να θυμάται μια γυναίκα που σηκώθηκε γελώντας. Και, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο πιστεύω πως αυτός είναι ίσως ο πιο όμορφος τρόπος να συνεχίζεις τον δρόμο σου.
Αν με ρωτούσε κάποιος τι κράτησα τελικά από όλες αυτές τις ιστορίες, δεν θα απαντούσα πως ήταν οι τούμπες. Οι πτώσεις ξεχνιούνται. Εκείνο που μένει είναι το γέλιο που τις ακολούθησε. Υπήρξε μια εποχή που μια τέτοια στιγμή θα με γέμιζε αμηχανία. Θα κοιτούσα γύρω μου για να δω ποιος με είδε και θα ευχόμουν να μπορούσα να εξαφανιστώ. Σήμερα, όταν επιστρέφω σε αυτές τις εικόνες, δυσκολεύομαι ακόμη και να θυμηθώ τη ντροπή. Θυμάμαι μόνο το γέλιο. Σαν ο χρόνος να κράτησε ό,τι είχε πραγματική αξία και να άφησε όλα τα υπόλοιπα να ξεθωριάσουν.
Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο όμορφα δώρα που φέρνει η ωριμότητα. Όχι ότι σταματάς να πέφτεις· αυτό μάλλον δεν αλλάζει ποτέ. Αλλά κάποια στιγμή παύεις να μετράς τις πτώσεις και αρχίζεις να μετράς πόσες φορές σηκώθηκες χαμογελώντας. Κοιτάζοντας πίσω, δεν βλέπω μια γυναίκα που έκανε αδέξιες τούμπες. Βλέπω μια γυναίκα που έμαθε, σιγά σιγά, να είναι πιο επιεικής με τον εαυτό της. Να αφήνει χώρο για το απρόβλεπτο, για το αστείο, για το ατελές. Ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο ήρεμη μορφή ελευθερίας.
Κάθε φορά που βλέπω μια πλαστική κορδέλα πεταμένη στον δρόμο, χαμογελάω ασυναίσθητα. Δεν θυμάμαι την πτώση. Θυμάμαι το πιο αυθόρμητο ζεϊμπέκικο της ζωής μου.
