Από Το Σημειωματάριό Μου – Βαριέμαι!

CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή


Εδώ και μισή ώρα κάθομαι στον καναπέ. Ίσως και περισσότερο. Έχω γείρει το κεφάλι στο πλάι και κοιτάζω έξω από το παράθυρο χωρίς να κοιτάζω πραγματικά τίποτα. Τα δάχτυλά μου χτυπούν νευρικά το μπράτσο του καναπέ. Τακ. Τακ. Τακ. Σταματάω. Αναστενάζω. Ξαναρχίζω. Τακ. Τακ. Τακ. Κοιτάζω το ταβάνι. Μετά το παράθυρο. Μετά πάλι το ταβάνι, λες και στο μεταξύ μπορεί να εμφανίστηκε εκεί κάτι συγκλονιστικό. Τίποτα. Σουφρώνω τα χείλη. Φουσκώνω τα μάγουλά μου και αφήνω τον αέρα να βγει αργά. Κουνάω λίγο το πόδι μου. Σταματάω. Το ξανακουνάω. Ρίχνω μια ματιά γύρω μου με εκείνη την παράλογη ελπίδα ότι το ίδιο μου το σαλόνι, στο οποίο βρίσκομαι όλη μέρα, μπορεί ξαφνικά να αποφασίσει να μου προσφέρει κάποια καινούργια συγκίνηση. Τίποτα.

«Θεέ μου…» Αλλάζω θέση. Σταυρώνω τα πόδια. Τα ξεσταυρώνω.

«Δεν παλεύεται…»

Παίρνω το κινητό. Το ανοίγω. Το κλείνω. Δύο λεπτά αργότερα το ξαναπαίρνω, χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα γιατί. Το αφήνω πάλι δίπλα μου.

«Καλά πάμε…»

Σηκώνομαι. Φτιάχνω το μαξιλάρι πίσω από την πλάτη μου. Ξανακάθομαι. «Πωωωω…» Βαριέμαι. Όχι απλώς βαριέμαι. Πλήττω. Πλήττω βαθιά, ατελείωτα, σχεδόν υπαρξιακά. Έχω φτάσει σε εκείνο το σημείο της βαρεμάρας που αρχίζεις να ενοχλείσαι ακόμη και από τον τρόπο που βαριέσαι. Σηκώνομαι. Κάνω δυο βήματα προς την κουζίνα. Σταματάω στη μέση. «Τι πας να κάνεις;» Καμία απάντηση. Δεν πεινάω. Δεν διψάω. Δεν θέλω καφέ. Γυρίζω πίσω. Ξανακάθομαι στον καναπέ.

«Ωραία… Τι κάνουμε τώρα;» Τακ. Τακ. Τακ.

Έξω, η Αθήνα είναι παράξενα ήσυχη. Δεν περνούν σχεδόν αυτοκίνητα. Δεν ακούγονται φωνές. Δεν υπάρχει εκείνος ο γνώριμος θόρυβος που συνήθως περνά απαρατήρητος, μέχρι τη στιγμή που εξαφανίζεται. Είναι η πρώτη καραντίνα. Και ξαφνικά έχω αποκτήσει κάτι που μέχρι πριν από λίγο καιρό ζητούσα συνεχώς. Χρόνο. Άφθονο χρόνο. Στην αρχή ενθουσιάστηκα. Θα διαβάσω, είπα. Θα ζωγραφίσω. Θα κάνω όλα εκείνα που τόσο καιρό αναβάλλω επειδή «δεν προλαβαίνω». Τώρα προλαβαίνω. Προλαβαίνω τα πάντα. Αυτό είναι το πρόβλημα. Κοιτάζω πάλι έξω από το παράθυρο. Τακ. Τακ. Τακ.

Βαριέμαι απελπισμένα!

Και κάπως έτσι αποφασίζω ότι χρειάζομαι καινούργια βιβλία και υλικά για ζωγραφική. Οτιδήποτε μπορεί να γεμίσει αυτές τις ατελείωτες ώρες που έχουν ξαφνικά εγκατασταθεί στη ζωή μου χωρίς να με ρωτήσουν. Αρχίζω να χαζεύω βιβλία, περνάω τίτλους σχεδόν μηχανικά. Έναν. Δεύτερο. Τρίτο. Μέχρι που το μάτι μου πέφτει πάνω σε ένα βιβλίο και σταματάω. Κοιτάζω τον τίτλο. Μένω ακίνητη για ένα δευτερόλεπτο. Μετά σηκώνω το ένα φρύδι. «Συγγνώμη;» Πλησιάζω λίγο περισσότερο την οθόνη. Το ξαναδιαβάζω. «Βαριέμαι» Ανοιγοκλείνω τα μάτια. Και μετά γελάω. «Πλάκα μου κάνεις.» Για μια στιγμή έχω την αλλόκοτη αίσθηση ότι κάποιος διάβασε τις σκέψεις μου. «Εντάξει», λέω στην οθόνη. «Αυτό παραπάει.»

Πριν από λίγα λεπτά καθόμουν στον καναπέ χτυπώντας τα δάχτυλά μου από την ανία και τώρα βρίσκεται μπροστά μου ένα βιβλίο που έχει για τίτλο ακριβώς αυτό που επαναλαμβάνω μέσα στο κεφάλι μου όλη μέρα. Το κοιτάζω ξανά. «Βαριέμαι»

«Κι εγώ, φίλε μου. Κι εγώ.»

Δεν έχω ιδέα ακόμη τι θέλει να μου πει. Αλλά αυτή τη στιγμή έχουμε τουλάχιστον ένα πράγμα κοινό. Βαριέμαι κι εγώ. Το βάζω στο καλάθι. Γιατί, αν μη τι άλλο, κάποιος εκεί μέσα φαίνεται να καταλαβαίνει ακριβώς πώς νιώθω. «Άντε», σκέφτομαι. «Να μου πει κι εμένα μπας και βγάλω καμιά άκρη…»

Παρέλαβα το βιβλίο λίγες μέρες αργότερα. Το πιάνω στα χέρια μου, το γυρίζω από δω, το γυρίζω από κει, κοιτάζω το εξώφυλλο, το πάχος του. Ευτυχώς, βιβλίο τσέπης. «Ωραία», σκέφτομαι. Αν λάβω υπόψη μου και το γεγονός ότι μου αρέσει πολύ το διάβασμα, δεν θα μου πάρει και πολύ. Το ξεφυλλίζω λίγο. «Μια χαρά.» Χαμογελάω σχεδόν ικανοποιημένη. Σύντομα, λοιπόν, θα ξέρω τι έκανε ο συγγραφέας όταν βαριόταν.

Ανοίγω τα περιεχόμενα. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στους τίτλους και ξαφνικά σταματάω. «Πληκτική ζωή». Τα μάτια μου ανοίγουν λίγο περισσότερο. «Α, ωραία…» Χαμογελάω. Ξανακοιτάζω τον τίτλο. Πληκτική ζωή.

«Είσαι ο ήρωάς μου και ας μην έχουμε γνωριστεί ποτέ από κοντά.» Επιτέλους ένας άνθρωπος που φαίνεται να καταλαβαίνει το πρόβλημά μου. Και όχι απλώς να το καταλαβαίνει. Έχει αφιερώσει και ολόκληρο κεφάλαιο σ’ αυτό. Συνεχίζω να χαζεύω τα περιεχόμενα με όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

«Για να δούμε λοιπόν…»

Έχω ήδη αρχίσει να συμπαθώ αυτόν τον άνθρωπο. Δεν έχω διαβάσει ούτε μία σελίδα. Δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να μου πει. Αλλά, μέχρι στιγμής, νιώθω ότι έχουμε συνεννοηθεί άψογα. Σηκώνομαι, πηγαίνω μέχρι την κουζίνα και ανοίγω μια παγωμένη μπύρα χωρίς αλκοόλ. Επιστρέφω στον καναπέ. Βιβλίο στο ένα χέρι, μπύρα στο άλλο. Βολεύομαι, σταυρώνω τα πόδια και παίρνω μια γουλιά. «Ωραία. Τώρα μάλιστα.» Ακουμπάω την μπύρα δίπλα μου, ανοίγω το βιβλίο στην πρώτη σελίδα και χαμογελάω. «Για πες… Σε ακούω.» Και αρχίζω να διαβάζω.

Ώρες αργότερα γυρίζω και την τελευταία σελίδα και κλείνω το βιβλίο. Η μπύρα δίπλα μου έχει προ πολλού ζεσταθεί και, απ’ ό,τι φαίνεται, κάπου στη διαδρομή ξέχασα ακόμη και την ύπαρξή της. Μένω για λίγο ακίνητη, με το βιβλίο στα χέρια, και κοιτάζω το εξώφυλλό του. Μετά το γυρίζω στο πλάι και κοιτάζω πάλι το πάχος του, σχεδόν δύσπιστα. «Εσύ τώρα τα έκανες όλα αυτά;» σκέφτομαι και χαμογελάω. Τελικά, το μέγεθός του δεν με είχε προετοιμάσει καθόλου για το βάθος όσων έκρυβε μέσα του. Εγώ είχα καθίσει στον καναπέ με την παγωμένη μου μπύρα, πανέτοιμη να μάθω τι έκανε ο Osho όταν βαριόταν, και λίγες ώρες αργότερα βρισκόμουν να αναρωτιέμαι γιατί βαριόμουν εγώ. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου μέσα στο πρόγραμμα.

Κοιτάζω τα δάχτυλά μου και, χωρίς να το θέλω, θυμάμαι το νευρικό τακ τακ πάνω στο μπράτσο του καναπέ λίγες ώρες πριν. Τότε ήμουν σίγουρη πως το πρόβλημα ήταν απλό: είχα κλειστεί μέσα, η ζωή μου είχε ανατραπεί και είχα βαρεθεί μέχρι αηδίας. Τώρα όμως κάτι είχε αρχίσει να με ενοχλεί σ’ αυτή την τόσο βολική εξήγηση. Κι αν δεν έφταιγε μόνο η καραντίνα; Κι αν ο νους μου είχε μάθει τόσα χρόνια να κινείται πάνω στα ίδια μονοπάτια, να περιμένει διαρκώς κάτι να συμβεί, κάτι να αλλάξει, κάτι να τον κρατήσει απασχολημένο; Και τώρα που όλα γύρω μου είχαν σταματήσει, είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται σαν κακομαθημένο παιδί που του πήραν το αγαπημένο του παιχνίδι. Το σώμα μου, από την άλλη, έμοιαζε να ζητάει ακριβώς το αντίθετο. Να κινηθεί, να ξυπνήσει, να νιώσει ξανά την ενέργεια να κυκλοφορεί μέσα του. Χαμογελάω λίγο αμήχανα και κοιτάζω το βιβλίο.

«Καλά… εγώ για τη βαρεμάρα σε πήρα. Πότε ακριβώς αποφασίσαμε να πιάσουμε εμένα;»

Άρα, για να νιώθω τόση πλήξη, κάτι θέλει να μου πει ο ποιητής. Μήπως τελικά το θέμα δεν ήταν ότι δεν είχα τι να κάνω, αλλά ότι όλα όσα έκανα μέχρι τότε δεν κατάφερναν να φτάσουν πραγματικά μέχρι την καρδιά μου; Μήπως γέμιζαν τις ώρες μου, απασχολούσαν τον νου μου, μου έδιναν την αίσθηση ότι η ζωή προχωρά, αλλά έμεναν κάπου εκεί, στην επιφάνεια; Η σκέψη δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη. Γιατί άλλο να λες «βαριέμαι επειδή είμαι κλεισμένη στο σπίτι» κι άλλο να αναρωτιέσαι αν βαριέσαι επειδή, κάπου στη διαδρομή, έμαθες να γεμίζεις τη ζωή σου χωρίς να είσαι πάντοτε πραγματικά μέσα σ’ αυτήν. Και τότε μου ήρθε μια ακόμη πιο ενοχλητική ερώτηση. Από εκείνες που, μόλις εμφανιστούν, δεν μπορείς εύκολα να κάνεις ότι δεν τις άκουσες.

Τι είναι αυτό που δίνει νόημα στη δική μου ζωή;

Όχι τι θα έπρεπε να της δίνει νόημα. Ούτε τι έχω μάθει να απαντώ όταν με ρωτούν τι είναι σημαντικό για μένα. Τι είναι αυτό που με κάνει εμένα να νιώθω ζωντανή; Τι με αγγίζει τόσο ώστε να ξεχνάω να κοιτάξω την ώρα; Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανα κάτι όχι επειδή έπρεπε, όχι για να περάσει η ώρα, όχι για να φτάσω κάπου μετά, αλλά επειδή εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν ήθελα να βρίσκομαι πουθενά αλλού;

Κοιτάζω πάλι το μικρό βιβλίο στα χέρια μου.

«Ωραία τα καταφέραμε», μουρμουρίζω. «Εγώ ήθελα απλώς να μη βαριέμαι και τώρα ψάχνω το νόημα της ζωής μου.»

Κι ενώ η επιδημία δεν επιτρέπει μετακινήσεις, κάτι μέσα μου λέει πως ίσως αυτή να είναι η ιδανική περίοδος για μια άλλου είδους μετακίνηση. Προς τα μέσα. Από τον νου στην καρδιά. Από τη λογική στην αγάπη. Χαμογελάω με την ειρωνεία της σκέψης. Έξω ο κόσμος έχει γεμίσει απαγορεύσεις, όρια, αποστάσεις, χαρτιά που εξηγούν πού επιτρέπεται να πάμε και για ποιον λόγο, κι εγώ κάθομαι στον καναπέ μου και αρχίζω να υποψιάζομαι ότι ίσως το μεγαλύτερο ταξίδι να μη χρειάζεται καν να σηκωθώ από τη θέση μου για να το κάνω. Κοίτα να δεις… Σε μια περίοδο μεγάλων περιορισμών, καλούμαι να ανακαλύψω το απεριόριστο. Και για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα η σκέψη ότι δεν έχω πού να πάω δεν μου φαίνεται τόσο ασφυκτική. Ίσως, τελικά, έχω.

Αφήνω το βιβλίο δίπλα μου και κοιτάζω πάλι έξω από το παράθυρο. Η ίδια εικόνα. Ο ίδιος άδειος δρόμος, η ίδια παράξενη ησυχία, το ίδιο σπίτι, ο ίδιος καναπές. Μόνο που τώρα κάτι έχει αλλάξει. Ή, για να είμαι ακριβής, τίποτα γύρω μου δεν έχει αλλάξει. Εγώ κοιτάζω διαφορετικά.

«Ωραία λοιπόν», λέω σχεδόν προκλητικά στον εαυτό μου. «Αφού βαριέσαι τόσο πολύ, κάτσε να βαρεθείς.»

Δεν πιάνω το κινητό. Δεν σηκώνομαι να ψάξω για κάτι στο ψυγείο χωρίς να πεινάω. Δεν ανοίγω άλλο βιβλίο, ούτε αποφασίζω ξαφνικά ότι ήρθε η μεγάλη στιγμή να οργανώσω εκείνο το συρτάρι που αποφεύγω εδώ και χρόνια.

Κάθομαι.

Στην αρχή νιώθω σχεδόν γελοία.

«Και τώρα;»

Τώρα τίποτα.

Αυτό ακριβώς είναι το θέμα.

Και κάπου ανάμεσα στην παρόρμηση να σηκωθώ και στην απόφαση να μείνω, αρχίζω να καταλαβαίνω κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα προσέξει. Δεν με δυσκόλευε τόσο η απουσία πραγμάτων να κάνω. Με δυσκόλευε η απουσία θορύβου. Γιατί μέσα στη σιωπή άρχιζαν σιγά σιγά να ακούγονται πράγματα που, όσο έτρεχα, ήταν πολύ εύκολο να μην ακούω.

Μπορεί να μου είχαν στερήσει την ελευθερία να κυκλοφορώ όπου θέλω, όποτε θέλω, όμως ξαφνικά είχα αποκτήσει μια ελευθερία που μέχρι τότε δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι μου έλειπε. Την ελευθερία να παρατηρήσω εμένα.

Όχι στα γρήγορα, ανάμεσα σε δύο υποχρεώσεις. Όχι μέσα από το «τι πρέπει να κάνω σήμερα» και το «πού πρέπει να είμαι αύριο». Είχα χρόνο να με κοιτάξω χωρίς να βιάζομαι να φύγω από μένα για να προλάβω κάτι άλλο.

Και άρχισα να αναρωτιέμαι πόσο παράξενο είναι τελικά αυτό που ονομάζουμε ελευθερία. Μέχρι τότε τη συνέδεα κυρίως με το να μπορώ να πάω όπου θέλω, να συναντήσω όποιον θέλω, να επιλέξω τι θα κάνω με τη μέρα μου. Τώρα, κλεισμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους, άρχιζα να ανακαλύπτω μια άλλη εκδοχή της. Να μπορώ να μείνω μόνη με τον εαυτό μου χωρίς να χρειάζεται αμέσως να τον απασχολήσω, να τον διασκεδάσω ή να τον πάω κάπου.

Και τότε μου πέρασε από το μυαλό μια σκέψη που με έκανε να χαμογελάσω. Τελικά, τόσα χρόνια που μπορούσα να πηγαίνω παντού, πόσο συχνά είχα πάει πραγματικά προς εμένα;

Θα σου πω κάτι που ίσως σου φανεί λίγο τρελό. Από εκείνη την ημέρα και μετά, κάθε φορά που νιώθω την πλήξη να πλησιάζει, δεν βιάζομαι πια να τη διώξω. Αντίθετα, κάτι μέσα μου χαμογελάει. Έχω μάθει πια ότι συνήθως κάτι φέρνει μαζί της. Κάτι που ήταν θαμμένο και περίμενε υπομονετικά να σταματήσει ο θόρυβος για να μπορέσω να το ακούσω.

Έτσι, όταν αρχίζω πάλι εκείνο το «βαριέμαι…», φαντάζομαι τον εαυτό μου λίγο σαν αρχαιολόγο που μόλις εντόπισε το σημείο όπου αξίζει να σκάψει. Σηκώνω νοερά τα μανίκια, παίρνω το μυστρί και το πινέλο μου και σκέφτομαι: «Για να δούμε τι έχουμε εδώ…»

Και σκάβω.

Όχι βιαστικά. Λίγο λίγο. Ένα στρώμα τη φορά. Μια σκέψη, μια επιθυμία που είχα παραμερίσει, μια ανάγκη που δεν είχα προσέξει, μια αλήθεια που ίσως δεν ήμουν ακόμη έτοιμη να παραδεχτώ. Δεν ξέρω ποτέ από πριν τι θα βρω. Αυτό είναι ίσως το ωραιότερο. Ξέρω μόνο ότι κάπου εκεί κάτω υπάρχει κάτι δικό μου που περιμένει να έρθει στο φως. Κι έτσι, εκεί που κάποτε η βαρεμάρα με έκανε να χτυπάω νευρικά τα δάχτυλά μου στο μπράτσο του καναπέ, σήμερα σχεδόν με βάζει σε ετοιμότητα.

«Α, ήρθες πάλι;»

Σηκώνω τα μανίκια.

«Για να δούμε τι θα ξεθάψουμε αυτή τη φορά.»

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top