Από Το Σημειωματάριό Μου – Υπερανάλυση

CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή


Μάθημα 1


Σκέψεις που γεννούν σκέψεις


Είναι αργά το απόγευμα και βρίσκομαι ακόμη στην παραλία. Έχω κάνει το μπάνιο μου και τώρα κάθομαι στη μικρή μου πολυθρόνα, κοιτάζοντας το πέλαγος. Η ζέστη της ημέρας έχει αρχίσει να υποχωρεί και ένα απαλό αεράκι έρχεται από τη θάλασσα, δροσερό πάνω στο δέρμα μου. Είναι εκείνη η ώρα που η παραλία αρχίζει σιγά σιγά να αλλάζει. Ο ήλιος χαμηλώνει, οι σκιές μεγαλώνουν και το δυνατό φως του καλοκαιρινού απογεύματος γίνεται πιο ζεστό, πιο ήρεμο, σαν να ετοιμάζεται κι αυτό να παραδώσει τη θέση του στο βράδυ.

Μπροστά μου απλώνεται το πέλαγος.

Ο ήλιος έχει πάρει πια τον δρόμο προς τη δύση και όλος ο ορίζοντας έχει αρχίσει να αλλάζει. Το γαλάζιο της ημέρας υποχωρεί σιγά σιγά και στη θέση του εμφανίζονται χρώματα που πριν από λίγο δεν υπήρχαν. Πορτοκαλί, χρυσαφί, λίγο ροζ πιο ψηλά, και ανάμεσά τους λεπτές λωρίδες από σύννεφα που έχουν πάρει φωτιά στις άκρες τους. Όσο χαμηλώνει ο ήλιος, τόσο τα χρώματα βαθαίνουν, σαν κάποιος να περνά αργά ένα πινέλο πάνω από τον ουρανό και να αλλάζει την εικόνα μπροστά στα μάτια μου.

Το φως του πέφτει πάνω στη θάλασσα και ανοίγει έναν μακρύ χρυσαφένιο δρόμο μέχρι την ακτή. Κάθε μικρό κύμα τον σπάει για μια στιγμή σε εκατοντάδες κομμάτια και αμέσως μετά τον ξαναφτιάχνει. Κοιτάζω προς τον ορίζοντα και για λίγο δεν μπορώ να ξεχωρίσω πού τελειώνει η θάλασσα και πού αρχίζει ο ουρανός.

Το αεράκι έχει δυναμώσει λίγο. Έρχεται από το πέλαγος δροσερό, περνά πάνω από το βρεγμένο μου δέρμα και ανακατεύει τα μαλλιά μου. Μαζί του φέρνει τη μυρωδιά της θάλασσας, εκείνη την αλμυρή, καθαρή μυρωδιά που δεν χρειάζεται να την περιγράψεις για να την αναγνωρίσεις.

Και ύστερα είναι ο ήχος.

Ο παφλασμός του νερού στην ακτή. Το κύμα έρχεται, απλώνεται πάνω στην άμμο και τραβιέται πάλι πίσω. Για μια στιγμή αφήνει πίσω του έναν λεπτό αφρό κι ύστερα έρχεται το επόμενο. Ξανά και ξανά. Χωρίς βιασύνη. Χωρίς να περιμένει τίποτα. Σαν μια ήσυχη ανάσα που επαναλαμβάνεται εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Κι εγώ δεν είμαι εκεί.

Το σώμα μου είναι στην πολυθρόνα. Τα πόδια μου ακουμπούν ακόμη στη ζεστή άμμο και η θάλασσα βρίσκεται λίγα μέτρα μπροστά μου. Εγώ όμως έχω φύγει. Έχω χαθεί κάπου μέσα στις σκέψεις μου. Μία σκέψη έφερε μια δεύτερη, η δεύτερη μια τρίτη και μετά γύρισα πάλι στην πρώτη, μήπως μου είχε ξεφύγει κάτι. Την κοίταξα από τη μία πλευρά, από την άλλη, την ένωσα με κάτι που είχε συμβεί παλιότερα, πήγα λίγο στο τι μπορεί να συμβεί αργότερα και, χωρίς να το καταλάβω, είχα βρεθεί πάλι εκεί. Στην ανάλυση της ανάλυσης. Ω, ανάλυση…

Και τότε ακούω μια φωνή. Τρυφερή, γυναικεία, πολύ κοντά μου.

«Κατερίνα…»

Για μια στιγμή κοιτάζω γύρω μου. Ποιος με φώναξε; Κανείς. Η φωνή έρχεται από κάπου πολύ πιο κοντά. Από μέσα μου.

Α, μάλιστα. Πάλι χάθηκα στις σκέψεις μου.

Κοιτάζω τη θάλασσα μπροστά μου και σχεδόν θυμώνω. «Αχ, ώρες ώρες με θυμώνει αυτή η συνήθειά μου. Όλα αυτά ήταν εδώ τόση ώρα κι εγώ πού ήμουν;» Αντί να κοιτάζω τη θάλασσα, να κολυμπάω, να νιώθω τον ήλιο και το αεράκι πάνω μου, εγώ είχα βυθιστεί πάλι στις σκέψεις. Σκέψεις που γεννούν άλλες σκέψεις και μετά σκέψεις πάνω στις σκέψεις.

Και να πεις ότι έβγαλα άκρη; Όχι. Μπερδεύτηκα περισσότερο. Για να μην αναφέρω την κούραση που νιώθω κάθε φορά που επιστρέφω από αυτές τις ατελείωτες διαδρομές του μυαλού μου. Γιατί όταν βγαίνω από την υπερανάλυση, δεν αισθάνομαι ότι ξεκουράστηκα επειδή κάθισα τόση ώρα ακίνητη σε μια πολυθρόνα. Αισθάνομαι σαν να έληξε μόλις η βάρδια μου στο λατομείο. Είμαι εξαντλημένη.

Και τότε την ακούω ξανά. «Κατερίνα…» Αυτή τη φορά δεν κοιτάζω γύρω μου. Ξέρω ποια είναι. Είναι εκείνη η άλλη Κατερίνα, που με γνωρίζει καλά και ξέρει ακριβώς πού ήμουν τόση ώρα. Δεν με ρωτάει τι έχω. Δεν χρειάζεται. Ξέρει ότι έχω χαθεί πάλι στις σκέψεις μου και καταλαβαίνει πως έχω θυμώσει με τον εαυτό μου γι’ αυτό. Παράξενο, αλλά εκείνη δεν είναι θυμωμένη μαζί μου. Είναι πολύ πιο τρυφερή απ’ όσο είμαι εγώ αυτή τη στιγμή με εμένα.

«Θύμωσες;» με ρωτάει.

«Ναι, θύμωσα. Πάλι τα ίδια έκανα. Κάθομαι μπροστά σε όλη αυτή την ομορφιά και αντί να είμαι εδώ, χάθηκα πάλι μέσα στο μυαλό μου. Και το χειρότερο; Θύμωσα που χάθηκα.»

Σιωπά για λίγο. Σαν να μου αφήνει χώρο να ακούσω κι εγώ αυτό που μόλις είπα.

«Και αν, αντί να θυμώσεις με τον θυμό σου, τον παρατηρούσες;»

Μένω για λίγο σιωπηλή.

«Να τον παρατηρήσω;»

«Ναι. Χωρίς να προσπαθήσεις να τον διώξεις. Χωρίς να αποφασίσεις αν θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να τον νιώθεις. Είναι ήδη εδώ. Κοίταξέ τον λίγο. Πώς είναι; Πού τον νιώθεις; Τι συμβαίνει μέσα σου όταν εμφανίζεται;»

Μου αρέσει αυτή η ιδέα. Έχει κάτι σχεδόν μαγικό στην απλότητά της. Για πρώτη φορά δεν χρειάζεται να κάνω κάτι με αυτό που νιώθω. Ούτε να το διορθώσω, ούτε να το δικαιολογήσω, ούτε να το διώξω. Μόνο να το παρατηρήσω.

Μένω για λίγο με αυτή τη σκέψη. Ίσως τελικά αυτό να χρειάζομαι πρώτα απ’ όλα. Όχι να θυμώνω επειδή πάλι χάθηκα, ούτε να απαιτώ από τον εαυτό μου να σταματήσει αμέσως. Να παρατηρήσω τι μου συμβαίνει την ώρα που μου συμβαίνει.

Και κάπου εκεί αρχίζω να αναρωτιέμαι.

Τι είναι τελικά η υπερανάλυση για μένα;

Σκέφτομαι, ξανασκέφτομαι και μετά σκέφτομαι αυτό που σκέφτηκα. Επιστρέφω στο ίδιο σημείο μήπως και δω κάτι που δεν είδα την πρώτη φορά. Φτιάχνω πιθανότητες, ανοίγω σενάρια, κάνω νοερούς διαλόγους που δεν έγιναν ποτέ ή ξανακάνω εκείνους που έγιναν, αυτή τη φορά αλλάζοντας τις λέξεις. Πηγαίνω λίγο πίσω, μετά πολύ μπροστά και κάπου ανάμεσα στο «μήπως» και στο «κι αν» χάνεται το τώρα.

«Κατερίνα, τι ψάχνεις εκεί μέσα;»

«Μια απάντηση;»

«Μια βεβαιότητα;»

«Ή μήπως την αίσθηση ότι, αν σκεφτείς αρκετά όλα όσα θα μπορούσαν να συμβούν, τίποτε δεν θα μπορέσει να σε αιφνιδιάσει;»

Η τελευταία ερώτηση με κάνει να σταματήσω.

Μήπως τελικά πίσω από όλες αυτές τις σκέψεις κρύβεται η ανάγκη μου να έχω λίγο περισσότερο έλεγχο; Να γνωρίζω τι θα συμβεί, τι σημαίνει κάτι, τι σκέφτεται ο άλλος, ποια απόφαση θα αποδειχθεί καλύτερη;

Και πόσα από αυτά μπορώ πραγματικά να γνωρίζω;

Δεν έχω έτοιμη απάντηση.

Έχω όμως αρχίσει να καταλαβαίνω κάτι για εμένα: όταν υπεραναλύω, προσπαθώ πολλές φορές να βρω μέσα στη σκέψη μια βεβαιότητα που η ίδια η ζωή δεν μπορεί να μου δώσει. Οπότε ίσως χρειάζομαι έναν διαφορετικό τρόπο για εκείνες τις στιγμές. Όχι για να απαγορεύσω στον εαυτό μου να σκέφτεται. Αυτό θα ήταν μάλλον άλλη μία μάχη μαζί του. Χρειάζομαι κάτι που να με βοηθά να καταλαβαίνω ότι έχω μπει πάλι σε εκείνη την ατελείωτη διαδρομή.

Παρατήρησε, λοιπόν.

Αυτή θα είναι η πρώτη μου άσκηση.

Όταν αντιλαμβάνομαι ότι μία σκέψη έχει αρχίσει να γεννά την επόμενη, δεν χρειάζεται να την κυνηγήσω ούτε να την εξαφανίσω. Μπορώ απλώς να σταματήσω για λίγο και να τη δω.

Τι σκέφτομαι αυτή τη στιγμή;

Τι νιώθω;

Αυτό που σκέφτομαι είναι κάτι που γνωρίζω ή κάτι που υποθέτω;

Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω γι’ αυτό τώρα;

Και αν δεν υπάρχει;

Εκεί δυσκολεύομαι λίγο περισσότερο.

Γιατί ίσως το πραγματικό μου μάθημα να μην είναι να μάθω να σκέφτομαι λιγότερο. Ίσως να είναι να μάθω να αφήνω κάποιες ερωτήσεις αναπάντητες. Και τότε θυμάμαι κάτι που έχω διαβάσει πολλές φορές.

«Από τα πράγματα, άλλα εξαρτώνται από εμάς και άλλα όχι.»

Επίκτητος.

Τόσο απλό όταν το διαβάζεις. Πολύ λιγότερο απλό όταν πρέπει να το εφαρμόσεις.

Κοιτάζω για λίγο τη θάλασσα και επιστρέφω στις σκέψεις μου. Όχι για να χαθώ πάλι μέσα τους. Αυτή τη φορά θέλω απλώς να τις κοιτάξω.

«Κατερίνα, όλα αυτά που σκέφτεσαι τόση ώρα, πόσα βρίσκονται πραγματικά στα χέρια σου;»

Η ερώτηση δεν μου αρέσει ιδιαίτερα. Ίσως επειδή υποψιάζομαι την απάντηση.

Κάποια, ναι. Υπάρχουν πράγματα για τα οποία μπορώ να αποφασίσω, να μιλήσω, να δράσω, να αλλάξω κάτι. Υπάρχουν όμως και άλλα που, όσο κι αν τα γυρίσω μέσα στο μυαλό μου, δεν θα υπακούσουν στη σκέψη μου. Τι θα κάνει ένας άλλος άνθρωπος. Τι σκέφτεται. Τι θα συμβεί αύριο. Αν μια επιλογή μου θα έχει ακριβώς το αποτέλεσμα που περιμένω.

Κι όμως, πόσες φορές έχω προσπαθήσει να λύσω όλα αυτά μέσα στο κεφάλι μου;

Σαν να πίστευα ότι, αν σκεφτώ αρκετά, θα καταφέρω να προβλέψω κάθε πιθανότητα. Να προλάβω το λάθος. Να αποφύγω μια απογοήτευση. Να είμαι έτοιμη για κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμη.

Και τότε θυμάμαι μια ακόμη σκέψη, αυτή τη φορά του Μάρκου Αυρήλιου: δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει που μας αναστατώνει, αλλά και η κρίση που σχηματίζουμε γι’ αυτό.

Στέκομαι λίγο εδώ.

Γιατί αυτό μπορώ να το παρατηρήσω.

Τι συνέβη πραγματικά και τι πρόσθεσα εγώ μετά;

Τι γνωρίζω και τι υποθέτω;

Πόσα από τα σενάρια που πέρασαν πριν από λίγο από το μυαλό μου είναι γεγονότα και πόσα είναι πράγματα που ίσως συμβούν, ίσως δεν συμβούν ποτέ ή ίσως συμβούν με έναν τρόπο που αυτή τη στιγμή ούτε μπορώ να φανταστώ;

Αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί κουράζομαι τόσο.

Δεν προσπαθώ απλώς να σκεφτώ ένα πρόβλημα. Προσπαθώ μερικές φορές να σκεφτώ όλες τις πιθανές εκδοχές του. Και μετά όλες τις πιθανές συνέπειες κάθε εκδοχής. Και ύστερα τι θα κάνω αν συμβεί η καθεμία από αυτές.

«Ε, Κατερίνα, βάρδια στο λατομείο δεν το είπαμε;»

Χαμογελάω.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται η πιο δύσκολη ερώτηση.

«Αν κάτι δεν βρίσκεται στα χέρια σου, τι ακριβώς προσπαθείς να αλλάξεις συνεχίζοντας να το σκέφτεσαι;»

Δεν ξέρω αν έχω ακόμη την απάντηση.

Ίσως όμως αρχίζω να βλέπω την ανάγκη που κρύβεται πίσω από όλες αυτές τις σκέψεις.

Θέλω να ξέρω.

Θέλω να είμαι προετοιμασμένη.

Θέλω, όσο γίνεται, να μην αιφνιδιαστώ.

Θέλω να έχω τον έλεγχο.

Και ίσως αυτό είναι το σημείο στο οποίο αξίζει να μείνω λίγο περισσότερο.

«Πόσο πολύ θέλεις να ελέγχεις τα πάντα, Κατερίνα;»

Άουτς. Αυτό πόνεσε.

«Και πού βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή, Κατερίνα;»

«Στην παραλία», της απαντώ.

«Όχι πού βρίσκεται το σώμα σου. Πού βρίσκεσαι εσύ;»

Άουτς. Πάλι.

Κοιτάζω μπροστά μου. Τόση ώρα καθόμουν απέναντι από τη θάλασσα, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήμουν εδώ. Ήμουν σε πράγματα που είχαν ήδη συμβεί, σε άλλα που μπορεί να συμβούν, σε συζητήσεις που έγιναν και σε συζητήσεις που ίσως δεν γίνουν ποτέ.

Κι όμως, αυτό που συμβαίνει τώρα είναι μπροστά μου.

Το ηλιοβασίλεμα.

Σηκώνω λίγο το βλέμμα. Ο ήλιος έχει κατέβει ακόμη περισσότερο και ο ουρανός έχει γεμίσει πορτοκαλί. Παρατηρώ το φως πάνω στο νερό. Ακούω ξανά τον παφλασμό των κυμάτων. Νιώθω το αεράκι στο πρόσωπό μου και τα πόδια μου πάνω στην άμμο.

Για λίγες στιγμές δεν προσπαθώ να μη σκέφτομαι. Απλώς αρχίζω να προσέχω κάτι άλλο.

Αυτό που υπάρχει.

Αυτό που συμβαίνει τώρα.

Ίσως αυτή να είναι μία ακόμη μικρή άσκηση για μένα. Όταν καταλαβαίνω ότι έχω χαθεί πάλι μέσα στις σκέψεις μου, να μη δίνω στον εαυτό μου την εντολή «σταμάτα να σκέφτεσαι». Έχω δοκιμάσει αρκετές φορές να διατάξω το μυαλό μου και, μεταξύ μας, δεν είναι ιδιαίτερα υπάκουο.

Μπορώ όμως να επιστρέψω στις αισθήσεις μου.

«Τι βλέπεις αυτή τη στιγμή, Κατερίνα;»

«Τη θάλασσα. Τα πορτοκαλιά χρώματα του ουρανού. Το φως του ήλιου πάνω στο νερό.»

«Τι ακούς;»

«Τον παφλασμό των κυμάτων. Τον αέρα. Τις φωνές που έρχονται από πιο μακριά.»

«Τι αισθάνεσαι;»

«Το αεράκι στο πρόσωπό μου. Την άμμο κάτω από τα πόδια μου. Τη ζέστη που έχει αφήσει ακόμη πάνω μου ο ήλιος.»

«Και τι υπάρχει γύρω σου που δεν είχες προσέξει πριν;»

Κοιτάζω.

Για μια στιγμή μένω σιωπηλή.

«Χμμ… ξέρω πού με πηγαίνεις τώρα.»

Σχεδόν χαμογελάω.

«Στη μοναδικότητα της στιγμής.»

Κοιτάζω ξανά γύρω μου και αρχίζω να το καταλαβαίνω λίγο διαφορετικά. Δεν χρειάζεται κάθε φορά που χάνομαι στις σκέψεις μου να προσπαθώ με το ζόρι να τις σταματήσω. Μπορώ απλώς να επιστρέφω σε αυτό που κάνω εκείνη τη στιγμή.

«Άρα, τώρα είμαι εδώ. Στην παραλία. Μπορώ να είμαι στην παραλία. Να κοιτάζω τη θάλασσα, να ακούω τα κύματα, να νιώθω τον αέρα. Μετά θα είμαι στο σπίτι. Μπορώ να είμαι στο σπίτι. Όταν θα τρώω, να είμαι εκεί και να τρώω. Όταν θα κάνω κάτι άλλο, να βρίσκομαι όσο μπορώ μέσα σε αυτό που κάνω.»

Σταματάω για λίγο.

«Ένα πράγμα κάθε φορά;»

Η φωνή μέσα μου μοιάζει σχεδόν να χαμογελά.

«Μία στιγμή κάθε φορά, Κατερίνα.»

Χμμ.

Αυτό μου αρέσει περισσότερο.

Μία στιγμή κάθε φορά.

«Μου αρέσει αυτό», της λέω.

Και ύστερα, λίγο πιο σιγά:

«Με βοηθάει.»

Κάθομαι λίγο ακόμη κοιτάζοντας τη θάλασσα και μια καινούργια σκέψη μού έρχεται.

«Κατερίνα, να σε ρωτήσω κάτι; Τι θα γινόταν αν, αντί να προσπαθώ να διώξω το χειρότερο σενάριο από το μυαλό μου, το άφηνα να φτάσει μέχρι το τέλος; Αν έλεγα, εντάξει, ας υποθέσουμε ότι αυτό που φοβάμαι συμβαίνει. Και μετά;»

Η ερώτηση μένει για λίγο ανάμεσά μας.

Ας πούμε ότι έχω στείλει ένα μήνυμα σε κάποιον και περιμένω απάντηση. Περνάει μία ώρα. Μετά δύο. Καμία απάντηση. Και τότε αρχίζει το μυαλό. Μήπως είπα κάτι που τον ενόχλησε; Μήπως δεν θέλει να μου μιλήσει; Μήπως άλλαξε κάτι; Μήπως έπρεπε να το είχα γράψει διαφορετικά;

Και φυσικά μπορώ να περάσω τις επόμενες δύο ώρες εξετάζοντας κάθε λέξη του μηνύματος, τον τόνο του, την τελευταία μας συζήτηση και όλα όσα μπορεί να σημαίνει αυτή η σιωπή.

«Και ποιο είναι το χειρότερο σενάριο που φοβάσαι, Κατερίνα;»

«Ότι ίσως ο άνθρωπος αυτός δεν θέλει να μου απαντήσει.»

«Εντάξει. Ας πούμε ότι είναι έτσι. Και μετά;»

Σταματάω.

«Μετά;»

«Αν πράγματι δεν θέλει να μου απαντήσει, οι δύο ώρες υπερανάλυσης δεν θα τον κάνουν να απαντήσει. Δεν θα αλλάξουν αυτό που αισθάνεται ούτε αυτό που αποφάσισε να κάνει. Το μόνο βέβαιο αποτέλεσμα μέχρι εκείνη τη στιγμή θα είναι ότι εγώ έχω περάσει δύο ώρες περιμένοντας μια απάντηση και έχω ζήσει νοερά δέκα διαφορετικές εκδοχές της.»

Και μπορεί τελικά, ύστερα από λίγο, να έρθει ένα μήνυμα:

«Συγγνώμη, τώρα το είδα.»

Χαμογελάω.

Πόση φασαρία μπορεί να κάνει μερικές φορές το μυαλό μέσα σε μια απλή σιωπή.

«Άρα;» ακούω την Κατερίνα.

«Άρα ίσως μπορώ να κοιτάζω ακόμη και το σενάριο που φοβάμαι και να ρωτάω: Αν πράγματι συμβεί, τι μπορώ να κάνω τότε;»

Γιατί ίσως δεν χρειάζεται να λύσω σήμερα κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμη.

Κι αν συμβεί;

Θα το συναντήσω όταν έρθει.

Κάπου εδώ αισθάνομαι τον ενθουσιασμό μου να ανεβαίνει. Μου αρέσει αυτή η συζήτηση. Μου αρέσει πολύ. Ποιος θα μου το έλεγε ότι μια φωνή που πριν από λίγο με βρήκε χαμένη μέσα στις σκέψεις μου θα κατέληγε να γίνει η καλύτερη παρέα αυτού του απογεύματος;

«Ξέρεις κάτι, Κατερίνα; Μου αρέσει να μιλάω μαζί σου.»

Και το εννοώ.

Γιατί αρχίζω να καταλαβαίνω ότι δεν χρειάζεται να είμαι απέναντι στον εαυτό μου κάθε φορά που κάτι με δυσκολεύει. Μπορούμε να καθίσουμε, όπως τώρα, και να το κοιτάξουμε μαζί. Χωρίς κατηγόριες. Χωρίς εκείνο το κουραστικό «πάλι τα ίδια έκανες». Να ψάξουμε μαζί τι συμβαίνει και, αν μπορούμε, να βρούμε έναν τρόπο που να μας κάνει τη ζωή λίγο πιο ελεύθερη.

Σύμμαχος.

Αυτή η λέξη μου έρχεται.

Μου αρέσει.

«Λοιπόν, σύμμαχε, τι λες; Πώς μπορούμε οι δυο μας να ζούμε λίγο πιο ελεύθερες; Χωρίς να προσπαθούμε συνέχεια να προβλέψουμε τα πάντα, να προλάβουμε τα πάντα, να έχουμε τον έλεγχο των πάντων;»

Για λίγο δεν ακούω απάντηση. Και αυτή τη φορά δεν βιάζομαι να την απαιτήσω. Χαμογελάω. Κοίτα να δεις, μάλλον κάτι αρχίζω να μαθαίνω. Ίσως τελικά ελευθερία να μην είναι να έχω όλες τις απαντήσεις. Ίσως να είναι να μπορώ να συνεχίζω ακόμη κι αν δεν τις έχω.

«Έλα, κοίτα λίγο μαζί μου τη θάλασσα…»

Κοιτάζω τη θάλασσα.

«Βλέπεις αυτά τα μικρά κύματα; Έρχονται και φεύγουν. Έρχεται το ένα, φτάνει στην ακτή και ύστερα τραβιέται πίσω. Μετά έρχεται το επόμενο. Και μετά άλλο ένα.»

Μένω και τα κοιτάζω για λίγο.

Έρχονται και φεύγουν.

«Κάπως έτσι είναι και οι σκέψεις μας. Έρχονται και φεύγουν. Δεν χρειάζεται να ακολουθείς κάθε κύμα. Δεν χρειάζεται να το κρατήσεις στην ακτή. Ούτε να το διώξεις πιο γρήγορα πίσω στη θάλασσα.»

Ο παφλασμός ακούγεται τώρα διαφορετικά στ’ αυτιά μου. Ένα κύμα έρχεται. Απλώνεται στην άμμο. Φεύγει. Και μετά το επόμενο.

«Άφησε τις σκέψεις σου να κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν, Κατερίνα. Να έρχονται και να φεύγουν.»

Χαμογελάω.

Κύματα που έρχονται και φεύγουν. Σκέψεις που έρχονται και φεύγουν. Ίσως το δύσκολο δεν είναι ότι έρχονται τόσες σκέψεις. Ίσως είναι ότι εγώ προσπαθώ να κρατήσω κάθε μία από αυτές στην ακτή.

Και τότε κάτι μέσα μου ησυχάζει. Όχι επειδή σταμάτησα να σκέφτομαι, αλλά επειδή συνειδητοποιώ ότι έχω μια επιλογή που πριν από λίγο είχα ξεχάσει.

Μπορώ απλώς να παρατηρώ.

Να παρατηρώ μια σκέψη χωρίς να χρειάζεται να την ακολουθήσω. Να παρατηρώ ένα συναίσθημα χωρίς να χρειάζεται να το πολεμήσω. Να κοιτάζω ακόμη και όσα έχω κάνει στη ζωή μου χωρίς κάθε φορά να στήνω ένα μικρό δικαστήριο μέσα στο κεφάλι μου.

Έκανα λάθη. Φυσικά και έκανα.

Μπορώ να τα κοιτάξω. Να αναγνωρίσω ποια ήταν δικά μου. Να δω τι μου έμαθαν. Και να παραμένω ανοιχτή στην επιλογή, όταν ξαναβρεθώ μπροστά σε κάτι παρόμοιο, να μην κάνω το ίδιο.

«Αυτό κι αν είναι ελευθερία, Κατερίνα.»

Ελευθερία όχι από τις σκέψεις, ούτε από τα δύσκολα συναισθήματα, ούτε από τα λάθη. Ελευθερία να μην είμαι αιχμάλωτή τους. Να μη χρειάζεται ό,τι μου συνέβη να αποφασίζει για πάντα τι θα κάνω από εδώ και πέρα. Και ίσως κάπου εκεί βρίσκεται για μένα και η ελευθερία από τη θυματοποίηση: όχι στην άρνηση όσων μου συνέβησαν, ούτε στην ιδέα ότι μπορούσα να τα ελέγξω όλα. Αλλά στο να θυμάμαι ότι, ακόμη κι όταν δεν επέλεξα αυτό που συνέβη, μπορώ να αναζητώ τι μπορώ να επιλέξω από εδώ και πέρα.

Και αυτή η ελευθερία, για μένα, είναι γαλήνη του νου.

Και τότε η Κατερίνα επιστρέφει.

«Έχω μια ιδέα.»

«Για λέγε.»

«Ας υποθέσουμε ότι αυτή ήταν η τελευταία μέρα της ζωής μας.»

Σταματάω.

«Ωραία ξεκινήσαμε…»

Σχεδόν την ακούω να γελάει.

«Όχι, περίμενε. Σκέψου το λίγο. Αν ήξερες ότι αυτή ήταν η τελευταία σου μέρα, πώς θα ήθελες να την περάσεις;»

Κοιτάζω τη θάλασσα. Τον ήλιο που έχει σχεδόν ακουμπήσει τον ορίζοντα. Τα πορτοκαλιά χρώματα πάνω στο νερό. Τα κύματα που εξακολουθούν να έρχονται και να φεύγουν.

«Πνιγμένη μέσα στις σκέψεις σου;»

«Μμμ… δεν νομίζω.»

Χαμογελάω.

«Ούτε εγώ.»

Θα ήθελα να είμαι εδώ. Να βλέπω αυτό το ηλιοβασίλεμα. Να ακούω τη θάλασσα. Να αισθάνομαι τον αέρα πάνω μου. Να μιλήσω με τους ανθρώπους που αγαπώ. Να γελάσω. Να φάω κάτι που μου αρέσει. Να περπατήσω. Να αγκαλιάσω. Να πω όσα θέλω να πω.

Να είμαι μέσα στη ζωή μου.

«Αχα…»

Κάτι μόλις κατάλαβα.

«Να ζω με πρόθεση, Κατερίνα.»

Να μη σημαίνει αυτό ότι πρέπει να έχω σχεδιάσει κάθε λεπτό της ημέρας μου. Το αντίθετο. Να είμαι εκεί όταν η ζωή συμβαίνει. Να επιλέγω πού θέλω να δώσω τον χρόνο μου, την προσοχή μου, την ενέργειά μου. Και όταν κάτι δεν έρχεται όπως το περίμενα, να μπορώ να επιστρέφω σε αυτό που έχω μπροστά μου και να αναρωτιέμαι: τώρα, από εδώ που βρίσκομαι, τι μπορώ να κάνω;

Ίσως κάπως έτσι χτίζεται και η ανθεκτικότητά μου. Όχι προσπαθώντας να προβλέψω κάθε δυσκολία για να μην πέσω ποτέ, αλλά μαθαίνοντας ότι, όταν η ζωή αλλάζει τα σχέδιά μου, μπορώ να σταθώ, να κοιτάξω πού βρίσκομαι και να συνεχίσω από εκεί.

«Μου αρέσει αυτό.»

Να ζω με πρόθεση, χωρίς να απαιτώ από τη ζωή να ακολουθεί πάντα το σχέδιό μου.

Ο ήλιος έχει σχεδόν χαθεί τώρα πίσω από τον ορίζοντα. Τα πορτοκαλιά του ουρανού έχουν αρχίσει να σκουραίνουν και η θάλασσα αλλάζει μαζί τους. Τα μικρά κύματα εξακολουθούν να φτάνουν στην ακτή, το ένα μετά το άλλο.

Τα κοιτάζω.

Έρχονται και φεύγουν.

Όπως οι σκέψεις.

Ξέρω ότι θα ξανάρθουν. Ξέρω και τον εαυτό μου. Κάποια στιγμή θα πιαστώ πάλι από μία, μετά από μια δεύτερη και, πριν το καταλάβω, μπορεί να έχω ξεκινήσει άλλη μία από εκείνες τις ατελείωτες διαδρομές του μυαλού μου.

Μόνο που τώρα έχω έναν σύμμαχο.

«Κατερίνα;»

«Εδώ είμαι.»

Χαμογελάω.

Ίσως αυτό να χρειάζομαι τελικά. Όχι να κερδίσω τη μάχη με τις σκέψεις μου. Να θυμάμαι να επιστρέφω. Να παρατηρώ. Να ξεχωρίζω τι βρίσκεται στα χέρια μου και τι όχι. Να αφήνω κάποια ερωτήματα χωρίς απάντηση. Να επιτρέπω στα κύματα να έρχονται και να φεύγουν.

Και να επιστρέφω στη ζωή που συμβαίνει μπροστά μου.

Σηκώνομαι από τη μικρή μου πολυθρόνα και πλησιάζω τη θάλασσα. Το νερό ακουμπά τα πόδια μου και τραβιέται πάλι πίσω.

Ένα ακόμη κύμα έρχεται.

Και φεύγει.

Αυτή τη φορά είμαι εδώ για να το δω.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top