CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή
Κλαίρη
Το ρολόι στο κινητό της έδειχνε 01:43. Η Κλαίρη ανασήκωσε το κεφάλι από το βιβλίο και κοίταξε για λίγο το παράθυρο. Έξω επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Τα περισσότερα φώτα στις απέναντι πολυκατοικίες είχαν σβήσει εδώ και ώρα. Στο δωμάτιό της, όμως, το μικρό φωτιστικό του γραφείου παρέμενε αναμμένο, φωτίζοντας τις υπογραμμισμένες σελίδες, τις σημειώσεις και ένα μισοάδειο ποτήρι νερό.
Διάβαζε την ίδια παράγραφο για τρίτη φορά. Καταλάβαινε τις λέξεις, μπορούσε σχεδόν να τις απαγγείλει, αλλά όταν έκλεινε το βιβλίο δυσκολευόταν να θυμηθεί όσα μόλις είχε διαβάσει. Έτριψε τα μάτια της και τράβηξε κοντά της το τετράδιο. Έγραψε δυο γραμμές, τις έσβησε και άφησε το στυλό. Ήταν εξαντλημένη. Αν πήγαινε τώρα για ύπνο, θα μπορούσε να κοιμηθεί πέντε ώρες, ίσως και λιγότερο. Το πρωί είχε σχολείο και το απόγευμα φροντιστήριο. Το Σάββατο την περίμενε ένα ακόμη διαγώνισμα.
Σηκώθηκε να τεντώσει την πλάτη της. Πλησίασε τον καθρέφτη και παρατήρησε το πρόσωπό της. Τα μαλλιά της ήταν πρόχειρα πιασμένα, τα μάτια της κουρασμένα. Είχε αρχίσει να συνηθίζει αυτή την εικόνα. Τους τελευταίους μήνες σπάνια έβρισκε χρόνο να ασχοληθεί με όσα παλαιότερα της έδιναν χαρά. Οι φίλες της είχαν σταματήσει να της προτείνουν τόσο συχνά να βγουν. Ήξεραν ότι συνήθως θα αρνιόταν. Ακόμη κι όταν δεχόταν, κοιτούσε διαρκώς την ώρα και υπολόγιζε πόσο διάβασμα θα μπορούσε να είχε προλάβει αν είχε μείνει στο σπίτι.
Επέστρεψε στο γραφείο και άνοιξε το κινητό της. Στην ομαδική συνομιλία της τάξης είχαν φτάσει δεκάδες μηνύματα. Κάποιος ρωτούσε για μια άσκηση, κάποιος άλλος είχε στείλει φωτογραφίες από τις σημειώσεις του. Μια συμμαθήτριά της έγραφε ότι είχε τελειώσει την επανάληψη και ετοιμαζόταν να κοιμηθεί. Η Κλαίρη κοίταξε τα βιβλία που ήταν ακόμη ανοιχτά μπροστά της. Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Πώς γινόταν οι άλλοι να προλαβαίνουν; Μήπως είχε οργανώσει λάθος το διάβασμά της; Μήπως έχανε χρόνο χωρίς να το καταλαβαίνει;
Άφησε το κινητό ανάποδα στο γραφείο. Δεν ήθελε να διαβάσει άλλα μηνύματα. Την ίδια στιγμή, όμως, ήθελε να ξέρει τι έκαναν οι υπόλοιποι, πόσο είχαν προχωρήσει, αν δυσκολεύονταν όσο εκείνη. Της φαινόταν πως όλοι είχαν βρει έναν τρόπο να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της χρονιάς, ενώ η ίδια προσπαθούσε καθημερινά να καλύψει μια απόσταση που συνεχώς μεγάλωνε.
Στο ημερολόγιο που είχε κρεμάσει δίπλα στη βιβλιοθήκη της, οι ημέρες μέχρι τις Πανελλήνιες ήταν σημειωμένες με κόκκινο. Κάθε βράδυ έσβηνε μία. Στην αρχή αυτή η συνήθεια την ενθουσίαζε. Της έδινε την αίσθηση ότι πλησίαζε στον στόχο της. Τώρα, κάθε φορά που έπιανε τον μαρκαδόρο, αισθανόταν μια μικρή ταραχή. Οι ημέρες λιγόστευαν, αλλά η ύλη παρέμενε τεράστια.
Κι έπειτα υπήρχε εκείνη η σκέψη που τελευταία εμφανιζόταν όλο και συχνότερα, συνήθως τις ώρες που ήταν περισσότερο κουρασμένη. Κι αν δεν είχε επιλέξει τη σωστή κατεύθυνση;
Δεν το είχε πει σε κανέναν. Όταν την προηγούμενη χρονιά συζητούσαν για σχολές και επαγγέλματα, είχε απαντήσεις. Είχε διαλέξει, είχε αποφασίσει, είχε εξηγήσει στους γονείς της τι ήθελε να σπουδάσει. Τώρα δεν ήταν τόσο βέβαιη. Υπήρχαν μαθήματα που την ενδιέφεραν, αλλά και άλλα που δυσκολευόταν να φανταστεί ότι θα αποτελούσαν μέρος της ζωής της για πολλά χρόνια. Μερικές φορές αναρωτιόταν αν η επιλογή της ήταν πραγματικά δική της ή αν είχε επηρεαστεί από όσα άκουγε γύρω της για τις καλές σχολές, τα επαγγέλματα με προοπτική, τις αποφάσεις που έπρεπε να πάρει εγκαίρως.
Αυτές οι σκέψεις την έκαναν να αισθάνεται ακόμη χειρότερα. Δεν της έφτανε που φοβόταν μήπως δεν περάσει στη σχολή που είχε επιλέξει. Τώρα φοβόταν και μήπως τελικά περνούσε και ανακάλυπτε ότι δεν ήταν αυτό που ήθελε. Κι όμως, δεν τολμούσε να αμφισβητήσει ανοιχτά την απόφασή της. Τόσοι μήνες προετοιμασίας, τόσα χρήματα για φροντιστήρια, τόσες συζητήσεις για το μέλλον της. Πώς θα μπορούσε να πει ξαφνικά ότι δεν ήταν σίγουρη;
Ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα.
«Κλαίρη, είσαι ακόμη ξύπνια;»
Ήταν η μητέρα της.
«Ναι, μαμά. Σε λίγο τελειώνω.»
«Παιδί μου, είναι σχεδόν δύο. Πρέπει να κοιμηθείς.»
«Το ξέρω.»
«Δεν γίνεται να συνεχίσεις έτσι. Θα εξαντληθείς.»
Η Κλαίρη κοίταξε την πόρτα χωρίς να απαντήσει. Ήξερε ότι η μητέρα της είχε δίκιο. Ήξερε επίσης ότι το επόμενο πρωί θα ξυπνούσε με την ίδια αγωνία για όσα δεν είχε προλάβει.
«Καληνύχτα, μαμά», είπε τελικά.
Άκουσε τα βήματά της να απομακρύνονται στον διάδρομο. Έμεινε για λίγο ακίνητη, κοιτάζοντας τις ανοιχτές σελίδες. Ήθελε να κλείσει τα βιβλία, να πέσει στο κρεβάτι της και να κοιμηθεί χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Ήθελε να περάσει μια ολόκληρη ημέρα χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι προσπαθεί αρκετά. Να συναντήσει τις φίλες της, να γελάσει, να συζητήσει για κάτι που δεν είχε καμία σχέση με εξετάσεις, βαθμούς και σχολές.
Πάνω απ’ όλα, ήθελε να ξέρει ότι θα τα καταφέρει.
Μόνο που δεν υπήρχε κανείς που να μπορεί να της το εγγυηθεί.
Έκλεισε το βιβλίο και έσβησε το φωτιστικό. Στο σκοτάδι, οι σκέψεις της δεν σταμάτησαν. Οι Πανελλήνιες πλησίαζαν και η Κλαίρη αισθανόταν πως μαζί τους πλησίαζε μια στιγμή που θα έκρινε πολλά περισσότερα από τις γνώσεις της. Στα δεκαοχτώ της χρόνια, με τόσα πράγματα που δεν είχε ακόμη γνωρίσει, με τόσες επιθυμίες που δεν είχε προλάβει να εξερευνήσει, είχε αρχίσει να πιστεύει ότι μέσα σε λίγες ημέρες θα αποφασιζόταν ολόκληρο το μέλλον της.
Παντελής
Ο Παντελής έβαλε το κλειδί στην πόρτα και μπήκε στο σπίτι λίγο μετά τις οκτώ. Άφησε την τσάντα του στην καρέκλα της εισόδου, έβγαλε τα παπούτσια του και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Η Μαρία καθόταν στο τραπέζι, κοιτάζοντας κάτι στο κινητό της. Σήκωσε για λίγο το κεφάλι.
«Ήρθες;»
«Ναι. Είχε πολλή κίνηση.»
«Έχω αφήσει φαγητό στον φούρνο.»
«Εντάξει, ευχαριστώ.»
Η Μαρία επέστρεψε στο κινητό της κι εκείνος άνοιξε το ψυγείο για να πάρει λίγο νερό. Δεν ήταν θυμωμένοι μεταξύ τους. Δεν είχε προηγηθεί κάποιος καβγάς, ούτε υπήρχε κάτι συγκεκριμένο που απέφευγαν να συζητήσουν εκείνο το βράδυ. Ήταν απλώς άλλη μία συνηθισμένη επιστροφή στο σπίτι, από τις εκατοντάδες που είχαν προηγηθεί.
Ήταν παντρεμένοι δεκαεννέα χρόνια. Είχαν μοιραστεί πολλά περισσότερα από ένα σπίτι. Είχαν μεγαλώσει μαζί, είχαν περάσει οικονομικές δυσκολίες, είχαν φροντίσει ο ένας τον άλλον σε περιόδους αρρώστιας, είχαν κάνει σχέδια, είχαν πραγματοποιήσει κάποια και είχαν εγκαταλείψει άλλα. Υπήρχαν φωτογραφίες τους από ταξίδια, οικογενειακές γιορτές, καλοκαίρια που θυμόταν ακόμη με χαμόγελο. Κάποτε ανυπομονούσε να επιστρέψει από την εργασία του για να της διηγηθεί όσα είχαν συμβεί μέσα στην ημέρα. Τώρα, πολλές φορές, καθυστερούσε λίγο περισσότερο πριν ξεκινήσει για το σπίτι.
Έβαλε το φαγητό του σε ένα πιάτο και κάθισε απέναντί της. Τη ρώτησε πώς πέρασε την ημέρα της. Εκείνη του μίλησε για μια συνάδελφο, για έναν λογαριασμό που έπρεπε να πληρωθεί και για μια οικογενειακή υποχρέωση του Σαββατοκύριακου. Ο Παντελής την άκουγε, απαντούσε όπου χρειαζόταν, έκανε κάποιες ερωτήσεις. Αν τους παρατηρούσε κάποιος, δεν θα έβλεπε τίποτα ασυνήθιστο. Δύο άνθρωποι που συζητούσαν ήρεμα στο τέλος μιας κουραστικής ημέρας.
Κι όμως, ο ίδιος αισθανόταν μια απόσταση που δεν ήξερε πότε ακριβώς είχε δημιουργηθεί. Δεν θυμόταν την τελευταία φορά που είχαν καθίσει να μιλήσουν πραγματικά, χωρίς να τους απασχολεί κάποια υποχρέωση. Πότε είχαν γελάσει με την καρδιά τους, πότε είχαν αγκαλιαστεί αυθόρμητα, πότε είχαν αποφασίσει να κάνουν κάτι μαζί απλώς επειδή το επιθυμούσαν. Δεν ήταν ότι δεν υπήρχαν καλές στιγμές. Υπήρχαν, αλλά του φαίνονταν όλο και πιο αραιές, σαν μικρά διαλείμματα μέσα σε μια καθημερινότητα που επαναλαμβανόταν σχεδόν απαράλλακτη.
Μετά το φαγητό, η Μαρία πήγε στο σαλόνι και άνοιξε την τηλεόραση. Εκείνος έμεινε λίγο στην κουζίνα, μάζεψε το πιάτο του και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο. Στον δρόμο περνούσαν αυτοκίνητα και λίγοι πεζοί. Από το διπλανό διαμέρισμα ακούγονταν φωνές και γέλια. Αναρωτήθηκε τι να συζητούσαν αυτοί οι άνθρωποι και γιατί ο ήχος της ευθυμίας τους του προκαλούσε μια τόσο παράξενη μελαγχολία.
Δεν μπορούσε να πει ότι η Μαρία ήταν κακή σύντροφος. Ήταν ένας άνθρωπος που γνώριζε καλά, που εκτιμούσε και για τον οποίο εξακολουθούσε να νοιάζεται. Μερικές φορές, όταν την έβλεπε κουρασμένη ή στενοχωρημένη, αισθανόταν την ίδια ανάγκη να την προστατεύσει όπως παλιά. Άλλες φορές, όμως, την κοιτούσε και αναρωτιόταν πώς είχαν φτάσει να ζουν έτσι. Πώς δύο άνθρωποι που κάποτε αναζητούσαν ο ένας την παρουσία του άλλου μπορούσαν τώρα να περνούν ολόκληρα βράδια στον ίδιο χώρο χωρίς να έχουν σχεδόν τίποτα να πουν.
Είχε σκεφτεί αρκετές φορές να της μιλήσει. Να της πει ότι δεν ήταν ευτυχισμένος, ότι του έλειπε κάτι από τη σχέση τους, ότι αισθανόταν μόνος. Κάθε φορά, όμως, σταματούσε πριν αρχίσει. Τι ακριβώς θα της έλεγε; Ότι δεν του αρκούσε πια η ζωή που είχαν δημιουργήσει; Ότι ήθελε κάτι διαφορετικό χωρίς να γνωρίζει τι ήταν αυτό; Φοβόταν πως εκείνη θα πληγωνόταν, πως θα τον ρωτούσε τι είχε κάνει λάθος και πως δεν θα μπορούσε να της δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση.
Υπήρχαν βράδια που σκεφτόταν τον χωρισμό. Όχι με ενθουσιασμό, ούτε με την προσμονή μιας καινούριας ζωής. Περισσότερο σαν μια σκέψη που εμφανιζόταν όταν προσπαθούσε να φανταστεί τα επόμενα δέκα ή είκοσι χρόνια. Έβλεπε τον εαυτό του να επιστρέφει στο ίδιο σπίτι, να κάθεται στο ίδιο τραπέζι, να ανταλλάσσει τις ίδιες κουβέντες. Και τότε αισθανόταν ένα βάρος στο στήθος, σαν να είχε ήδη ζήσει όλες εκείνες τις ημέρες που δεν είχαν ακόμη έρθει.
Αμέσως μετά τον κατέκλυζαν οι ενοχές. Πώς μπορούσε να σκέφτεται να φύγει από έναν γάμο δεκαεννέα χρόνων; Τι θα έλεγε στη Μαρία; Πώς θα χώριζαν όσα είχαν αποκτήσει μαζί; Τι θα γινόταν με τις οικογένειές τους, τους κοινούς φίλους, τις συνήθειές τους; Και τι θα συνέβαινε αν, ύστερα από λίγο καιρό, ανακάλυπτε ότι είχε κάνει λάθος; Αν η μοναξιά που φοβόταν μέσα στον γάμο του ήταν τελικά μικρότερη από τη μοναξιά που θα συναντούσε έξω από αυτόν;
Κάποιες φορές αναρωτιόταν μήπως ήταν άδικος. Υπήρχαν άνθρωποι που αντιμετώπιζαν πολύ σοβαρότερα προβλήματα. Εκείνος είχε ένα σπίτι, μια σταθερή καθημερινότητα, μια γυναίκα που τον γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Δεν υπήρχαν προσβολές, απιστίες ή μεγάλες συγκρούσεις. Τι περισσότερο ζητούσε; Και μόνο που έκανε αυτή την ερώτηση στον εαυτό του, αισθανόταν ότι όφειλε να είναι ευχαριστημένος.
Έτσι, κάθε πρωί σηκωνόταν, ετοιμαζόταν για την εργασία του και συνέχιζε τη ζωή του κανονικά. Συναντούσε φίλους, γελούσε με αστεία, συζητούσε για την επικαιρότητα, έκανε σχέδια για τις διακοπές. Κανείς δεν θα μπορούσε εύκολα να καταλάβει ότι μέσα του υπήρχε μια ανησυχία που τον ακολουθούσε σχεδόν καθημερινά. Ούτε ο ίδιος την καταλάβαινε πάντα. Μερικές ημέρες αισθανόταν καλύτερα και σκεφτόταν ότι ίσως υπερέβαλλε. Άλλες, μια ασήμαντη αφορμή αρκούσε για να επανέλθει εκείνο το γνώριμο αίσθημα κενού.
Το βράδυ εκείνο πήγε στο σαλόνι και κάθισε δίπλα στη Μαρία. Εκείνη παρακολουθούσε μια σειρά. Του χαμογέλασε και μετακινήθηκε λίγο στον καναπέ για να του κάνει χώρο. Ο Παντελής ανταπέδωσε το χαμόγελο. Για μια στιγμή σκέφτηκε να της πει όσα τον απασχολούσαν. Να κλείσουν την τηλεόραση και να μιλήσουν, έστω κι αν η συζήτηση ήταν δύσκολη.
«Τι έχεις;» τον ρώτησε εκείνη, παρατηρώντας ότι ήταν αφηρημένος.
Την κοίταξε. Ήταν μια τόσο απλή ερώτηση και, ταυτόχρονα, τόσο δύσκολο να απαντηθεί.
«Τίποτα», είπε τελικά. «Είμαι λίγο κουρασμένος.»
Η Μαρία έγνεψε και γύρισε ξανά προς την τηλεόραση. Εκείνος ακούμπησε πίσω στον καναπέ και προσπάθησε να παρακολουθήσει την ιστορία που εκτυλισσόταν στην οθόνη.
Σκεφτόταν πως ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά αν είχαν μιλήσει νωρίτερα. Ίσως να μπορούσαν ακόμη να αλλάξουν. Δεν ήξερε αν ήθελε να προσπαθήσει ξανά ή αν είχε κουραστεί να ελπίζει ότι κάτι θα αλλάξει από μόνο του. Δεν ήξερε καν αν η Μαρία αισθανόταν την ίδια απόσταση ή αν για εκείνη η ζωή τους ήταν όπως την επιθυμούσε.
Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι δεν ήθελε να συνεχίσει να αισθάνεται έτσι.
Και παρ’ όλα αυτά, την επόμενη ημέρα θα ξυπνούσε στο ίδιο σπίτι, θα έπιναν τον πρωινό τους καφέ και θα αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλον πριν φύγουν για την εργασία τους.
Όπως έκαναν κάθε πρωί, εδώ και χρόνια.
Ελπίδα
Το ξυπνητήρι χτύπησε στις επτά παρά τέταρτο. Η Ελπίδα άπλωσε το χέρι της στο κομοδίνο και το έκλεισε χωρίς να ανοίξει τα μάτια. Έμεινε ξαπλωμένη για λίγα λεπτά, ακούγοντας τους πρώτους θορύβους από τον δρόμο. Ένα αυτοκίνητο που ξεκινούσε, μια μηχανή που περνούσε, τα βήματα κάποιου στην πολυκατοικία.
Δεν είχε κοιμηθεί καλά. Είχε ξυπνήσει δύο φορές μέσα στη νύχτα, τη μία χωρίς να ξέρει γιατί και τη δεύτερη επειδή θυμήθηκε μια εκκρεμότητα από το γραφείο. Προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, αλλά το μυαλό της είχε ήδη αρχίσει να οργανώνει την επόμενη ημέρα.
Στις επτά σηκώθηκε. Έβαλε νερό για καφέ, μπήκε στο μπάνιο και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Ήταν σαράντα δύο χρονών και εργαζόταν τα τελευταία δεκαπέντε σε μια ιδιωτική εταιρεία. Είχε μια σταθερή θέση, γνώριζε καλά τις απαιτήσεις της εργασίας της και οι συνάδελφοί της τη θεωρούσαν αξιόπιστη. Σπάνια άφηνε κάτι στη μέση, ακόμη κι όταν χρειαζόταν να μείνει περισσότερο στο γραφείο.
Το παράξενο ήταν ότι δεν είχε αγαπήσει ποτέ πραγματικά αυτό που έκανε.
Στην αρχή είχε δεχτεί τη θέση επειδή χρειαζόταν χρήματα. Ήταν μια καλή ευκαιρία για εκείνη την περίοδο και δεν είχε την πολυτέλεια να την αρνηθεί. Θυμόταν ότι τότε έλεγε στους φίλους της πως θα έμενε για λίγο, μέχρι να βρει κάτι που να της ταιριάζει περισσότερο. Έπειτα ήρθαν οι πρώτες αυξήσεις, οι καινούριες υποχρεώσεις, τα έξοδα του σπιτιού. Η εργασία της έγινε ένα σταθερό σημείο στη ζωή της και κάθε σκέψη για αλλαγή μεταφερόταν λίγο πιο μακριά.
«Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή», έλεγε.
Άλλοτε επειδή τα χρήματα δεν έφταναν, άλλοτε επειδή η οικονομική κατάσταση ήταν αβέβαιη, άλλοτε επειδή είχε κουραστεί τόσο πολύ ώστε δεν άντεχε να ασχοληθεί με βιογραφικά και συνεντεύξεις. Πάντα υπήρχε κάποιος λόγος να περιμένει.
Και τα χρόνια περνούσαν.
Τον τελευταίο καιρό, τα πρωινά είχαν γίνει ιδιαίτερα δύσκολα. Δεν ήταν μόνο η κούραση. Ήταν εκείνο το βάρος που αισθανόταν μόλις συνειδητοποιούσε ότι έπρεπε να ετοιμαστεί για το γραφείο. Μερικές φορές, ενώ έπινε τον καφέ της, κοιτούσε την ώρα και ευχόταν να μπορούσε να σταματήσει για λίγο. Να μην αρχίσει ακόμη η ημέρα, να μη χρειαστεί να μπει στο αυτοκίνητο, να αντιμετωπίσει την κίνηση, τα τηλέφωνα, τις απαιτήσεις, τις συσκέψεις που έμοιαζαν να μην τελειώνουν ποτέ.
Έφτανε στην εταιρεία ήδη εκνευρισμένη. Μια παρατήρηση από τον προϊστάμενό της, ένα μήνυμα που απαιτούσε άμεση απάντηση ή μια καθυστέρηση σε κάποια εργασία αρκούσαν για να της χαλάσουν τη διάθεση. Προσπαθούσε να συγκρατείται, αλλά υπήρχαν στιγμές που απαντούσε απότομα και ύστερα το μετάνιωνε. Δεν της άρεσε ο τρόπος που αντιδρούσε. Παλαιότερα είχε περισσότερη υπομονή. Τώρα αισθανόταν ότι τα νεύρα της ήταν διαρκώς τεντωμένα.
Κάποιο απόγευμα μια συνάδελφός της τη ρώτησε αν ήταν καλά.
«Μια χαρά», απάντησε μηχανικά.
«Σε βλέπω πολύ πιεσμένη τελευταία.»
Η Ελπίδα χαμογέλασε αμήχανα και άλλαξε κουβέντα. Δεν ήθελε να αρχίσει να παραπονιέται. Άλλωστε, τι θα μπορούσε να πει; Ότι δεν άντεχε άλλο μια εργασία που η ίδια εξακολουθούσε να επιλέγει κάθε πρωί;
Επιστρέφοντας στο σπίτι, συχνά δεν είχε διάθεση να κάνει τίποτα. Άφηνε την τσάντα της στον καναπέ, έβγαζε τα παπούτσια της και καθόταν για λίγο χωρίς να ανάψει ούτε την τηλεόραση. Είχε φίλους που ήθελε να δει, βιβλία που είχε αγοράσει και δεν είχε ανοίξει, πράγματα που σκεφτόταν να ξεκινήσει. Όμως τις περισσότερες ημέρες ένιωθε πως είχε ξοδέψει όλη της την ενέργεια μέχρι να τελειώσει το ωράριο.
Κι αυτό την ενοχλούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Δεν ήθελε η εργασία της να καταλαμβάνει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής της, ούτε να επιστρέφει στο σπίτι με τόση ένταση ώστε να μην μπορεί να χαρεί τις ώρες που της απέμεναν. Κάποιες φορές εκνευριζόταν ακόμη και με ανθρώπους που αγαπούσε, για ασήμαντες αφορμές. Έπειτα αισθανόταν άσχημα και υποσχόταν στον εαυτό της ότι την επόμενη ημέρα θα ήταν πιο ήρεμη. Αλλά η επόμενη ημέρα έμοιαζε σχεδόν πάντα με την προηγούμενη.
Η σκέψη της αλλαγής δεν την είχε εγκαταλείψει ποτέ. Υπήρχαν βράδια που άνοιγε τον υπολογιστή της και αναζητούσε άλλες επαγγελματικές δυνατότητες. Διάβαζε για εκπαιδευτικά προγράμματα, για ανθρώπους που είχαν αλλάξει πορεία, για επαγγέλματα που της φαίνονταν περισσότερο ενδιαφέροντα. Κρατούσε σημειώσεις, αποθήκευε ιστοσελίδες, έκανε πρόχειρους υπολογισμούς. Κάποιες στιγμές ένιωθε έναν ενθουσιασμό που είχε χρόνια να αισθανθεί.
Ύστερα άνοιγε τον τραπεζικό της λογαριασμό.
Το ενοίκιο, οι λογαριασμοί, το σούπερ μάρκετ, οι υποχρεώσεις που δεν περίμεναν. Ο σταθερός μισθός της δεν ήταν κάτι που μπορούσε να εγκαταλείψει χωρίς συνέπειες. Κι αν χρειαζόταν μήνες για να βρει άλλη εργασία; Κι αν έπρεπε να ξεκινήσει με πολύ λιγότερα χρήματα; Κι αν ανακάλυπτε ότι ούτε το καινούριο επάγγελμα της ταίριαζε;
Έκλεινε τον υπολογιστή και αποφάσιζε να το ξανασκεφτεί όταν οι συνθήκες θα ήταν καλύτερες.
Μόνο που οι συνθήκες δεν γίνονταν ποτέ αρκετά καλές.
Ένα πρωί, καθώς οδηγούσε προς την εταιρεία, σταμάτησε σε ένα φανάρι και κοίταξε τους ανθρώπους που περίμεναν στη στάση του λεωφορείου. Μια γυναίκα κρατούσε από το χέρι ένα μικρό παιδί. Ένας νεαρός έπινε βιαστικά τον καφέ του. Λίγο πιο πέρα, ένας ηλικιωμένος άντρας στεκόταν μπροστά σε ένα κλειστό κατάστημα.
Η Ελπίδα ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη να στρίψει το αυτοκίνητο και να πάει οπουδήποτε αλλού. Δεν είχε σημασία πού. Ήθελε μόνο να μην ακολουθήσει για ακόμη μία φορά την ίδια διαδρομή.
Το φανάρι άναψε πράσινο. Το αυτοκίνητο πίσω της κόρναρε και εκείνη ξεκίνησε απότομα. Λίγα λεπτά αργότερα πάρκαρε έξω από την εταιρεία, αλλά δεν έβγαλε αμέσως τη ζώνη της. Έμεινε καθισμένη με τα χέρια στο τιμόνι. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα και έναν κόμπο στον λαιμό. Δεν ήξερε αν ήθελε να κλάψει, να φωνάξει ή απλώς να μείνει εκεί, μέσα στο αυτοκίνητο, χωρίς να χρειάζεται να μιλήσει σε κανέναν.
Σκέφτηκε ότι ήταν σαράντα δύο χρονών. Αν συνέχιζε στην ίδια εργασία, θα περνούσε εκεί ένα μεγάλο μέρος από τα επόμενα είκοσι χρόνια της ζωής της.
Είκοσι χρόνια.
Προσπάθησε να φανταστεί τον εαυτό της στα πενήντα, στα πενήντα πέντε, στα εξήντα. Να ξυπνά με την ίδια δυσφορία, να περιμένει την Παρασκευή από τη Δευτέρα, να μετρά τις ημέρες μέχρι την επόμενη άδεια. Και τότε συνειδητοποίησε πόσο είχε συνηθίσει να περιμένει. Να περιμένει να τελειώσει το ωράριο, να έρθει το Σαββατοκύριακο, να περάσει μια δύσκολη περίοδος, να αλλάξουν οι συνθήκες.
Δεν θυμόταν πότε είχε αρχίσει να ζει με αυτόν τον τρόπο.
Έσκυψε το κεφάλι και πήρε μια βαθιά ανάσα. Για πρώτη φορά δεν προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν απλώς κουρασμένη ή ότι περνούσε μια δύσκολη εβδομάδα. Δεν ήταν μια εβδομάδα. Ήταν χρόνια.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο έτσι», ψιθύρισε.
Η σκέψη την τρόμαξε. Δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, ούτε χρήματα στην άκρη που θα της επέτρεπαν να μείνει χωρίς εργασία για μεγάλο διάστημα. Δεν ήξερε αν είχε τις γνώσεις που θα χρειαζόταν για να ξεκινήσει κάτι διαφορετικό. Και, πάνω απ’ όλα, φοβόταν ότι στα σαράντα δύο της ήταν ήδη αργά για μια τόσο μεγάλη αλλαγή.
Έμεινε για λίγο ακόμη στο αυτοκίνητο. Ύστερα κοίταξε την είσοδο της εταιρείας, εκεί όπου έμπαινε κάθε πρωί εδώ και δεκαπέντε χρόνια.
«Ποτέ δεν είναι αργά», είπε χαμηλόφωνα στον εαυτό της.
Δεν ήταν βέβαιη ότι το πίστευε. Θα ήθελε να το πιστεύει, αλλά η φράση από μόνη της δεν αρκούσε για να εξαφανίσει τους φόβους της. Εξακολουθούσε να σκέφτεται τον μισθό της, τις υποχρεώσεις της, την πιθανότητα να αποτύχει. Ένα μέρος της ήθελε να κάνει επιτέλους εκείνη τη μεγάλη στροφή. Ένα άλλο την παρακαλούσε να μη διακινδυνεύσει όσα είχε καταφέρει να εξασφαλίσει.
Κοίταξε την ώρα. Είχε ήδη αργήσει.
Πήρε την τσάντα της, βγήκε από το αυτοκίνητο και περπάτησε προς την είσοδο.
Για πρώτη φορά, όμως, δεν αναρωτιόταν μόνο πώς θα αντέξει ακόμη μία ημέρα.
Αναρωτιόταν πόσες ακόμη ημέρες ήθελε να ζήσει με αυτόν τον τρόπο.
Η Κλαίρη, ο Παντελής και η Ελπίδα βρίσκονται σε διαφορετικές περιόδους της ζωής τους. Έχουν διαφορετικές ευθύνες, επιθυμίες και φόβους. Κι όμως, υπάρχει κάτι που τους συνδέει. Και οι τρεις αισθάνονται ότι η ζωή τους έχει περιοριστεί σε μια πραγματικότητα από την οποία δυσκολεύονται να δουν διέξοδο.
Όταν το άγχος γίνεται μέρος της καθημερινότητάς μας, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα αρχίζει συχνά να αλλάζει. Οι δυσκολίες μοιάζουν μεγαλύτερες, οι δυνατότητές μας μικρότερες και το μέλλον γεμάτο απειλές. Ο νους προσπαθεί να προβλέψει τι μπορεί να πάει στραβά, αναζητώντας μια βεβαιότητα που δεν μπορεί να αποκτήσει. Κι όσο περισσότερο προσπαθούμε να ελέγξουμε όσα δεν γνωρίζουμε, τόσο περισσότερο εξαντλούμαστε.
Η Κλαίρη φοβάται ότι μια αποτυχία στις εξετάσεις θα καθορίσει το μέλλον της. Ο Παντελής σκέφτεται τα χρόνια που έχει αφιερώσει στον γάμο του και δυσκολεύεται να φανταστεί τη ζωή του διαφορετική. Η Ελπίδα αναρωτιέται αν στα σαράντα δύο της έχει ακόμη τη δυνατότητα να ακολουθήσει μια άλλη επαγγελματική πορεία. Κανείς τους δεν γνωρίζει τι θα συμβεί αν τα πράγματα αλλάξουν. Κι αυτή η αβεβαιότητα είναι αρκετή για να τους κρατά καθηλωμένους.
Δεν είναι, όμως, όλες οι καταστάσεις ίδιες. Η περίοδος των εξετάσεων για την Κλαίρη έχει μια συγκεκριμένη διάρκεια, όσο ατελείωτη κι αν της φαίνεται σήμερα. Για τον Παντελή και την Ελπίδα, αντίθετα, ο χρόνος από μόνος του δεν εγγυάται ότι κάτι θα αλλάξει. Μπορεί να περάσουν χρόνια περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή, μια μεγαλύτερη σιγουριά ή μια απάντηση που θα τους απαλλάξει από τον φόβο.
Συχνά, άλλωστε, δεν μας περιορίζουν μόνο οι εξωτερικές συνθήκες, αλλά και όσα έχουμε μάθει να πιστεύουμε για τον εαυτό μας και τη ζωή. Ότι πρέπει να πετύχουμε με την πρώτη προσπάθεια. Ότι οφείλουμε να παραμένουμε πιστοί σε μια απόφαση επειδή κάποτε την πήραμε. Ότι μετά από μια ορισμένη ηλικία δεν επιτρέπονται καινούρια ξεκινήματα. Ότι η αλλαγή σημαίνει αποτυχία ή ότι θα απογοητεύσουμε ανθρώπους που αγαπάμε.
Και βέβαια, υπάρχουν πραγματικοί περιορισμοί. Οι οικονομικές ανάγκες, οι οικογενειακές ευθύνες, οι σχέσεις που έχουμε δημιουργήσει δεν εξαφανίζονται επειδή αποφασίσαμε ότι θέλουμε κάτι διαφορετικό. Η αλλαγή μπορεί να απαιτεί χρόνο, προετοιμασία, δύσκολες συζητήσεις και απώλειες. Μπορεί ακόμη να μην είναι εφικτή με τον τρόπο ή τη στιγμή που θα επιθυμούσαμε.
Υπάρχει, όμως, μια διαφορά ανάμεσα στο να αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες μιας κατάστασης και στο να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να μεταβληθεί. Όταν είμαστε εξαντλημένοι ή φοβισμένοι, αυτή η διαφορά γίνεται δύσκολο να διακριθεί. Το σήμερα απλώνεται μέσα στη σκέψη μας και καταλαμβάνει ολόκληρο το αύριο.
Ίσως γι’ αυτό, όταν βρισκόμαστε μέσα σε μια δύσκολη περίοδο, να μας είναι τόσο δύσκολο να θυμηθούμε πόσα πράγματα έχουν ήδη αλλάξει στη ζωή μας. Καταστάσεις που κάποτε θεωρούσαμε αξεπέραστες, αποφάσεις που φοβόμασταν να πάρουμε, συναισθήματα που πιστεύαμε ότι δεν θα υποχωρούσαν ποτέ. Κάποια πέρασαν με τον χρόνο. Άλλα άλλαξαν επειδή εμείς κάναμε κάτι, έστω και μικρό. Και ορισμένα άφησαν το αποτύπωμά τους, χωρίς όμως να παραμείνουν ακριβώς όπως ήταν.
Δεν γνωρίζουμε τι θα αποφασίσουν η Κλαίρη, ο Παντελής και η Ελπίδα. Ούτε χρειάζεται. Οι ιστορίες τους συνεχίζονται πέρα από τις σελίδες αυτού του άρθρου, όπως συνεχίζεται και η ζωή κάθε ανθρώπου που σήμερα αισθάνεται εγκλωβισμένος.
Το μέλλον δεν υπόσχεται ότι όλα θα εξελιχθούν όπως τα επιθυμούμε. Δεν μας προσφέρει εγγυήσεις, ούτε μας προστατεύει από τις δυσκολίες. Αλλά δεν είναι και μια απλή επανάληψη του παρόντος.
Κάποτε, κοιτάζοντας πίσω, ανακαλύπτουμε ότι εκείνο που μας φαινόταν ατελείωτο έχει πια γίνει ένα κομμάτι της ιστορίας μας.
Τίποτα δεν κρατάει για πάντα.
