Από Το Σημειωματάριό Μου – Όταν Μια Σχέση Αλλάζει Σιωπηλά

CATEGORY: Σχέσεις



Η Σόνια έφτιαξε το αγαπημένο της ρόφημα, ξάπλωσε στον καναπέ και άφησε δίπλα της το σημειωματάριο που είχε πάρει μαζί της στο σεμινάριο της προηγούμενης ημέρας. Το άνοιξε σχεδόν αφηρημένα, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες που είχε γεμίσει με λέξεις, μικρές φράσεις και σκέψεις που της είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον.

Είχε αποφασίσει να παρακολουθήσει το σεμινάριο έπειτα από την άρνηση του συντρόφου της να κάνουν θεραπεία ζεύγους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που του μιλούσε για την ανάγκη της να ασχοληθούν περισσότερο με τη σχέση τους. Εκείνος δεν έβλεπε τον λόγο. Θεωρούσε ότι οι δυσκολίες ήταν μέρος της καθημερινότητας και ότι δεν χρειαζόταν να αναζητήσουν βοήθεια για κάτι που, κατά τη γνώμη του, δεν ήταν τόσο σοβαρό.

Η Σόνια είχε απογοητευτεί. Όχι μόνο επειδή εκείνος αρνήθηκε, αλλά επειδή αισθάνθηκε πως αυτό που την απασχολούσε δεν είχε την ίδια σημασία και για τους δύο. Δεν μπορούσε, βέβαια, να τον υποχρεώσει να συμμετάσχει σε μια διαδικασία που δεν επιθυμούσε. Μπορούσε όμως να αποφασίσει τι θα έκανε η ίδια με όσα αισθανόταν. Και αυτή η σκέψη την είχε οδηγήσει στο σεμινάριο.

Τώρα, διαβάζοντας τις σημειώσεις της, αναρωτιόταν πότε ακριβώς είχε αρχίσει να αλλάζει η σχέση τους.

Δεν θυμόταν κάποιο γεγονός που να χώριζε τη ζωή τους σε ένα πριν και ένα μετά. Δεν είχε προηγηθεί μια μεγάλη σύγκρουση, μια αποκάλυψη ή μια απόφαση που τους απομάκρυνε. Η καθημερινότητά τους συνεχιζόταν σχεδόν όπως πάντα. Ζούσαν στο ίδιο σπίτι, μοιράζονταν τις υποχρεώσεις, συζητούσαν για όσα έπρεπε να γίνουν. Αν κάποιος τους παρατηρούσε από έξω, ίσως να μην αντιλαμβανόταν καμία ιδιαίτερη αλλαγή.

Κι όμως, η ίδια αισθανόταν ότι κάτι είχε μετακινηθεί ανάμεσά τους.

Σκέφτηκε πως οι σχέσεις δεν αλλάζουν απαραίτητα τη στιγμή που συμβαίνει κάτι σημαντικό. Μπορεί να αλλάζουν μέσα από όσα παύουν σταδιακά να συμβαίνουν. Μια συζήτηση που δεν γίνεται, μια σκέψη που δεν μοιράζεται, μια αγκαλιά που αναβάλλεται χωρίς κανείς να το προσέξει. Μικρές απουσίες που, καθεμία ξεχωριστά, μοιάζουν ασήμαντες, αλλά με τον καιρό δημιουργούν μια διαφορετική καθημερινότητα.

Θυμήθηκε πόσο πολύ μιλούσαν κάποτε. Όχι μόνο για τα σημαντικά ζητήματα, αλλά και για όσα συνέβαιναν μέσα στην ημέρα. Για κάτι αστείο, για μια συνάντηση, για μια ανησυχία που μπορεί να ξεχνούσαν λίγη ώρα αργότερα. Δεν χρειαζόταν να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος για να αρχίσουν μια συζήτηση. Η επιθυμία να μοιραστούν κάτι ήταν αρκετή.

Τώρα οι κουβέντες τους είχαν γίνει περισσότερο πρακτικές. Οργάνωναν το σπίτι, διευθετούσαν εκκρεμότητες, συζητούσαν για υποχρεώσεις. Δεν είχαν σταματήσει να επικοινωνούν, αλλά η επικοινωνία τους εξυπηρετούσε κυρίως τη λειτουργία της κοινής τους ζωής.

Η Σόνια αναρωτήθηκε αν αυτή ήταν μια φυσική εξέλιξη της μακροχρόνιας συντροφικότητας ή αν είχαν αρχίσει να χάνουν το ενδιαφέρον τους για τον εσωτερικό κόσμο του άλλου.

Γιατί γνώριζε ότι η οικειότητα δεν χρειάζεται πάντοτε πολλά λόγια. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να καθίσουν μαζί σιωπηλοί και να αισθάνονται βαθιά συνδεδεμένοι. Η σιωπή δεν είναι από μόνη της ένδειξη απόστασης. Μπορεί να είναι έκφραση εμπιστοσύνης, ασφάλειας, ακόμη και τρυφερότητας.

Η δική τους σιωπή, όμως, δεν της δημιουργούσε πάντοτε αυτή την αίσθηση.

Υπήρχαν στιγμές που η Σόνια ήθελε να μοιραστεί με τον σύντροφό της κάτι που την απασχολούσε, αλλά τελικά επέλεγε να μη μιλήσει. Μπορεί να τον έβλεπε κουρασμένο και να μην ήθελε να τον επιβαρύνει ή να φοβόταν πως μια απλή συζήτηση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένταση. Άλλοτε, πάλι, δεν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος. Απλώς κρατούσε τις σκέψεις της για τον εαυτό της, σχεδόν χωρίς να το αντιλαμβάνεται.

Με τον καιρό, αυτή η στάση είχε γίνει τόσο οικεία, ώστε δεν της προκαλούσε πια ιδιαίτερη εντύπωση. Και αυτό ήταν ίσως το πιο παράξενο. Πώς μπορεί μια απόσταση που κάποτε θα μας στενοχωρούσε να γίνεται σταδιακά μέρος της καθημερινότητάς μας, χωρίς να αναρωτιόμαστε πότε και γιατί την αποδεχτήκαμε;

Καθώς ξαναδιάβαζε τις σημειώσεις της, στάθηκε σε μια σκέψη που είχε υπογραμμίσει και αφορούσε την περιέργεια που διατηρούμε απέναντι στον άνθρωπο με τον οποίο μοιραζόμαστε τη ζωή μας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσε αυτονόητο ότι γνώριζε καλά τον σύντροφό της. Ήξερε τις συνήθειες και τις προτιμήσεις του, αναγνώριζε τις διαθέσεις του, μπορούσε πολλές φορές να προβλέψει ακόμη και την απάντησή του πριν ολοκληρώσει την ερώτησή της. Τόσα χρόνια κοινής ζωής είχαν δημιουργήσει μια αίσθηση οικειότητας που δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει.

Κι όμως, καθώς το σκεφτόταν, άρχισε να αναρωτιέται μήπως αυτή ακριβώς η βεβαιότητα είχε περιορίσει την επιθυμία τους να γνωρίζονται ουσιαστικά.

Γιατί το να γνωρίζουμε έναν άνθρωπο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εξακολουθούμε να τον ανακαλύπτουμε. Συχνά κρατάμε μέσα μας μια εικόνα του, διαμορφωμένη από όσα έχουμε ζήσει μαζί του, και συνεχίζουμε να σχετιζόμαστε με αυτήν, ακόμη κι όταν ο ίδιος έχει αλλάξει. Οι εμπειρίες, οι απώλειες, οι απογοητεύσεις, οι επιτυχίες, ακόμη και οι μικρές καθημερινές δοκιμασίες αφήνουν το αποτύπωμά τους πάνω μας. Άλλοτε μας κάνουν πιο επιφυλακτικούς, άλλοτε αλλάζουν τις προτεραιότητές μας και άλλοτε μας οδηγούν να επιθυμούμε πράγματα που παλαιότερα δεν είχαμε καν φανταστεί.

Η Σόνια μπορούσε να αναγνωρίσει αυτές τις μεταβολές στον εαυτό της. Δεν ήταν πια η γυναίκα που υπήρξε όταν γνωρίστηκαν. Είχε αναθεωρήσει απόψεις, είχε εγκαταλείψει παλιές επιθυμίες, είχε ανακαλύψει καινούργιες ανάγκες και είχε μάθει να βλέπει διαφορετικά αρκετά πράγματα στη ζωή της. Πόσα όμως από αυτά είχε μοιραστεί πραγματικά μαζί του; Και πόσο είχε ενδιαφερθεί η ίδια να γνωρίσει τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί μέσα του;

Θυμήθηκε τότε πόσο συχνά χρησιμοποιούσε εκφράσεις όπως «έτσι είναι εκείνος» ή «ξέρω τι θα μου απαντήσει». Μέχρι εκείνη τη στιγμή τις θεωρούσε σημάδια βαθιάς γνώσης και οικειότητας. Τώρα αναρωτιόταν μήπως κάποιες φορές λειτουργούσαν και ως ένας τρόπος να αποφεύγει ερωτήσεις, συζητήσεις ή πλευρές του συντρόφου της που δεν ταίριαζαν με την εικόνα που είχε σχηματίσει γι’ αυτόν.

Ίσως, λοιπόν, να υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στην οικειότητα που μας επιτρέπει να αισθανόμαστε ασφαλείς δίπλα σε έναν άνθρωπο και στη βεβαιότητα που μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν έχει απομείνει τίποτα καινούργιο να μάθουμε γι’ αυτόν. Η πρώτη μπορεί να μας φέρνει κοντά. Η δεύτερη, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μπορεί να μας στερεί την ευκαιρία να συναντήσουμε τον άνθρωπο που συνεχίζει να εξελίσσεται δίπλα μας.

Γύρισε σελίδα και στάθηκε σε μια σημείωση για την τρυφερότητα. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που είχαν αγκαλιαστεί αυθόρμητα, χωρίς να υπάρχει κάποια ιδιαίτερη αφορμή, ή που ένα απλό πέρασμα από δίπλα του είχε συνοδευτεί από ένα χάδι. Θυμόταν πως κάποτε αυτές οι μικρές εκδηλώσεις ήταν τόσο φυσικές, ώστε σχεδόν δεν τις παρατηρούσε. Ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο περισσότερο, ένα άγγιγμα καθώς συναντιούνταν στον διάδρομο, μια αγκαλιά στη μέση μιας συνηθισμένης ημέρας. Δεν είχαν εξαφανιστεί εντελώς από τη ζωή τους, αλλά είχαν γίνει πιο σπάνιες, σαν να χρειάζονταν πλέον μια αφορμή για να συμβούν.

Η Σόνια δεν νοσταλγούσε απαραίτητα τον ενθουσιασμό των πρώτων χρόνων. Γνώριζε ότι η επιθυμία δεν παραμένει αμετάβλητη, πως η κούραση, οι απαιτήσεις της καθημερινότητας και η ψυχική κατάσταση επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο εκφράζουμε την αγάπη μας. Ούτε πίστευε ότι η συχνότητα της σωματικής επαφής μπορούσε να αποτελέσει ασφαλές μέτρο των συναισθημάτων δύο ανθρώπων. Εκείνο που την απασχολούσε ήταν κάτι λιγότερο ορατό: η αυθόρμητη επιθυμία να πλησιάσει ο ένας τον άλλον, να αναζητήσει την παρουσία του, να ενδιαφερθεί για όσα μπορεί να κρύβονται πίσω από μια κουρασμένη έκφραση ή μια ασυνήθιστη σιωπή.

Άλλωστε, η τρυφερότητα δεν κατοικεί μόνο στα αγγίγματα. Μπορεί να βρίσκεται σε μια ερώτηση που γίνεται με πραγματικό ενδιαφέρον, στην προσοχή με την οποία ακούμε μια αφήγηση, στην ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι απασχολεί τον άνθρωπό μας χωρίς εκείνος να χρειάζεται να το εξηγήσει αμέσως. Είναι ένας τρόπος να δηλώνουμε την παρουσία μας στη ζωή του άλλου, ακόμη και στις πιο ασήμαντες στιγμές. Και η Σόνια αισθανόταν πως αυτή η παρουσία είχε αρχίσει να γίνεται λιγότερο αισθητή ανάμεσά τους.

Σκέφτηκε τότε πως, παραδόξως, τον τελευταίο καιρό οι διαφωνίες τους είχαν μειωθεί. Αν κάποιος τη ρωτούσε, ίσως να απαντούσε ότι είχαν καταφέρει να συνυπάρχουν πιο ήρεμα. Μόνο που η ίδια γνώριζε πως αρκετές από τις συζητήσεις τους δεν ολοκληρώνονταν ποτέ. Ένα «δεν έχει νόημα» ή ένα «άσ’ το καλύτερα» αρκούσε για να κλείσει ένα θέμα, ακόμη κι όταν εξακολουθούσε να τους απασχολεί. Συχνά δεχόταν να σταματήσουν, όχι επειδή είχε βρεθεί μια λύση, αλλά επειδή δεν περίμενε πια ότι η συνέχιση της συζήτησης θα οδηγούσε σε κάποια ουσιαστική συνεννόηση.

Η ηρεμία που ακολουθούσε είχε μια παράξενη γεύση. Δεν συνοδευόταν πάντοτε από ανακούφιση, ούτε από την αίσθηση ότι είχαν καταφέρει να κατανοήσουν καλύτερα ο ένας τον άλλον. Ήταν περισσότερο μια προσωρινή απομάκρυνση από κάτι δυσάρεστο, που εξακολουθούσε όμως να υπάρχει. Και η Σόνια άρχισε να αναγνωρίζει πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η γαλήνη που προκύπτει από την κατανόηση από εκείνη που δημιουργείται όταν δύο άνθρωποι παύουν να εκφράζουν όσα τους ενοχλούν.

Μια σχέση χωρίς συχνές συγκρούσεις δεν είναι απαραίτητα μια σχέση χωρίς δυσκολίες. Μπορεί δύο άνθρωποι να έχουν μάθει να διαφωνούν με σεβασμό και να βρίσκουν τρόπους να συναντιούνται ακόμη και όταν σκέφτονται διαφορετικά. Μπορεί όμως να έχουν κουραστεί να προσπαθούν να εξηγήσουν τον εαυτό τους, να έχουν χάσει την προσδοκία ότι θα ακουστούν ή να φοβούνται πως κάθε διαφωνία θα δημιουργήσει μεγαλύτερη απόσταση. Η Σόνια δεν μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα τι συνέβαινε στη δική τους περίπτωση. Αναγνώριζε, ωστόσο, πόσα πράγματα είχε σταματήσει να λέει και αναρωτιόταν αν ο σύντροφός της είχε δημιουργήσει κι εκείνος έναν αντίστοιχο σιωπηλό κόσμο, στον οποίο η ίδια δεν είχε πλέον πρόσβαση.

Αυτή η σκέψη την οδήγησε να θυμηθεί πότε είχε μοιραστεί τελευταία φορά μαζί του, αυθόρμητα, κάτι που της είχε προκαλέσει μεγάλη χαρά ή στενοχώρια. Δεν της έλειπαν οι άνθρωποι με τους οποίους μπορούσε να μιλήσει. Είχε φίλους, οικογένεια, σχέσεις που την εμπλούτιζαν και της πρόσφεραν συντροφιά και στήριξη. Θεωρούσε μάλιστα σημαντικό να διατηρεί ο καθένας τον δικό του κοινωνικό κόσμο, χωρίς να περιμένει από τον σύντροφό του να καλύπτει κάθε συναισθηματική ανάγκη. Εκείνο που είχε αλλάξει, όμως, δεν ήταν ο αριθμός των ανθρώπων στους οποίους απευθυνόταν, αλλά η θέση που καταλάμβανε εκείνος ανάμεσά τους.

Όλο και συχνότερα συνειδητοποιούσε ότι ο σύντροφός της μάθαινε τα νέα της αφού τα είχε ήδη μοιραστεί με άλλους. Μια ευχάριστη εξέλιξη, μια απογοήτευση ή ένα περιστατικό που την είχε συγκινήσει μπορούσε να φτάσει σε εκείνον αρκετές ημέρες αργότερα, σχεδόν τυχαία, στη διάρκεια μιας άσχετης συζήτησης. Δεν επρόκειτο για μια συνειδητή προσπάθεια να τον αποκλείσει από τη ζωή της. Απλώς, τη στιγμή που κάτι συνέβαινε, δεν ήταν πάντοτε εκείνος ο άνθρωπος τον οποίο επιθυμούσε να αναζητήσει.

Κι αυτό την προβλημάτιζε περισσότερο από όσο περίμενε. Γιατί η συντροφικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον χρόνο που περνούν δύο άνθρωποι μαζί. Μπορούν να μοιράζονται το ίδιο σπίτι, να συναντιούνται καθημερινά, να γνωρίζουν με ακρίβεια το πρόγραμμα και τις υποχρεώσεις ο ένας του άλλου, ενώ ταυτόχρονα να αγνοούν όσα τους συγκινούν, τους φοβίζουν ή τους δίνουν χαρά. Η κοινή καθημερινότητα μπορεί να συνεχίζεται σχεδόν αδιατάρακτη, ακόμη κι όταν η επιθυμία να μοιραστούν τον εσωτερικό τους κόσμο έχει αρχίσει να εξασθενεί.

Η Σόνια ήπιε μια γουλιά από το ρόφημά της, που είχε πια κρυώσει, και σκέφτηκε τα σχέδια που έκαναν κάποτε. Όχι τις πρακτικές αποφάσεις για το σπίτι, τις οικονομικές υποχρεώσεις ή τις εκκρεμότητες της εβδομάδας, αλλά εκείνες τις συζητήσεις που ξεκινούσαν χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και τους ταξίδευαν σε όσα θα ήθελαν κάποτε να ζήσουν. Ένα ταξίδι, μια αλλαγή στον τρόπο ζωής τους, μια εμπειρία που θα μοιράζονταν. Δεν πραγματοποιούσαν πάντα όσα φαντάζονταν, όμως ακόμη και η προσμονή είχε τη δική της χαρά. Τους επέτρεπε να βλέπουν το μέλλον ως έναν χώρο στον οποίο υπήρχε θέση για τις επιθυμίες και των δύο.

Τα τελευταία χρόνια οι συζητήσεις για το μέλλον είχαν αποκτήσει έναν περισσότερο πρακτικό χαρακτήρα. Οργάνωναν όσα έπρεπε να γίνουν, φρόντιζαν τις υποχρεώσεις τους και συνέχιζαν να παίρνουν αποφάσεις από κοινού. Ωστόσο, η Σόνια δυσκολευόταν να θυμηθεί πότε είχαν φανταστεί τελευταία φορά κάτι όμορφο που δεν ήταν απαραίτητο, αλλά το επιθυμούσαν και οι δύο. Ίσως να μην είχαν σταματήσει να σχεδιάζουν τη ζωή τους· είχαν όμως αρχίσει να ξεχνούν τη χαρά τού να την ονειρεύονται μαζί.

Δεν θεωρούσε ότι μια σχέση χρειάζεται διαρκώς νέες εμπειρίες ή μεγάλες αλλαγές για να διατηρεί το ενδιαφέρον της. Υπάρχει βαθιά ομορφιά στην οικειότητα, στην επανάληψη αγαπημένων συνηθειών, στην ασφάλεια που προσφέρει η γνώση ότι κάποιος βρίσκεται σταθερά δίπλα μας. Η συνήθεια μπορεί να είναι μια ήσυχη μορφή αγάπης, αρκεί να μην καταλήγει να περιορίζει τη σχέση αποκλειστικά σε όσα έχουν ήδη διαμορφωθεί. Γιατί ακόμη και μέσα στην πιο σταθερή κοινή ζωή χρειάζεται να υπάρχει χώρος για νέες επιθυμίες, για μικρές προσδοκίες, για κάτι που οι δύο άνθρωποι θα χαρούν να περιμένουν μαζί.

Η τελευταία σημείωση την κράτησε σιωπηλή περισσότερη ώρα. Αφορούσε κάτι που δύσκολα θα παραδεχόταν ακόμη και στον εαυτό της: την ανακούφιση που αισθανόταν ορισμένες φορές όταν ο σύντροφός της απουσίαζε από το σπίτι.

Πάντοτε αγαπούσε τον προσωπικό της χρόνο. Απολάμβανε να μένει μόνη, να διαβάζει, να ακούει μουσική ή να συναντά τους φίλους της. Δεν είχε συνδέσει ποτέ την αγάπη με την ανάγκη της αδιάκοπης παρουσίας του άλλου και θεωρούσε πως η δυνατότητα να απολαμβάνει κανείς τη μοναχικότητά του είναι πολύτιμη ακόμη και μέσα σε μια ευτυχισμένη σχέση. Τον τελευταίο καιρό, όμως, είχε αρχίσει να διακρίνει μια διαφορά ανάμεσα στη χαρά που της πρόσφερε ο προσωπικός της χρόνος και στην ανακούφιση που ένιωθε όταν δεν χρειαζόταν να βρίσκεται μαζί του.

Όταν εκείνος έλειπε, δεν ήταν απαραίτητο να παρατηρεί τη διάθεσή του, να αναρωτιέται αν κάποια κουβέντα θα προκαλούσε δυσαρέσκεια ή να αποφεύγει ένα θέμα για να μη δημιουργηθεί ένταση. Μπορούσε να κινηθεί μέσα στο σπίτι χωρίς αυτή τη λεπτή, σχεδόν ανεπαίσθητη εγρήγορση που είχε αρχίσει να συνοδεύει ορισμένες από τις κοινές τους στιγμές. Και όταν εκείνος επέστρεφε, παρατηρούσε κάποιες φορές μια μικρή μεταβολή στη δική της διάθεση, σαν να προετοιμαζόταν εσωτερικά για την παρουσία του.

Δεν της άρεσε αυτή η διαπίστωση. Δεν ήθελε η επιστροφή του ανθρώπου που είχε επιλέξει να μοιραστεί τη ζωή της να συνοδεύεται από την ανάγκη να προσέχει τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθεί ή θα εκφραστεί. Αναρωτήθηκε μάλιστα αν εκείνος βίωνε κάτι παρόμοιο, αν υπήρχαν στιγμές που αποσυρόταν στον δικό του κόσμο όχι απλώς επειδή χρειαζόταν ησυχία, αλλά επειδή και για τον ίδιο η μεταξύ τους επαφή είχε γίνει κουραστική.

Ίσως να είχαν δημιουργήσει, χωρίς να το συζητήσουν ποτέ, μικρούς τρόπους να προστατεύονται από τις δυσάρεστες στιγμές της συμβίωσης. Να αποφεύγουν ορισμένα θέματα, να περιορίζουν τις προσδοκίες τους, να επιλέγουν τη σιωπή όταν μια συζήτηση φαινόταν δύσκολη. Μόνο που τέτοιες άγραφες συμφωνίες, όσο κι αν διευκολύνουν προσωρινά την καθημερινότητα, μπορούν με τον καιρό να περιορίσουν και τις ευκαιρίες για ουσιαστική επαφή.

Η Σόνια αναρωτήθηκε αν, στην προσπάθειά τους να αποφύγουν όσα τους δυσκόλευαν, είχαν αρχίσει σιγά σιγά να αποφεύγουν και ο ένας τον άλλον.

Η Σόνια έκλεισε το σημειωματάριο και έμεινε για λίγο σιωπηλή. Είχε περάσει αρκετή ώρα διαβάζοντας τις σημειώσεις της και ανατρέχοντας σε στιγμές της κοινής τους ζωής. Δεν είχε ανακαλύψει κάτι που αγνοούσε. Οι περισσότερες από τις σκέψεις που την απασχολούσαν είχαν εμφανιστεί και παλαιότερα, άλλοτε σαν μια περαστική ανησυχία και άλλοτε σαν ένα δυσάρεστο συναίσθημα που προτιμούσε να αφήνει στην άκρη. Εκείνο το απόγευμα, όμως, είχε αρχίσει να τις συνδέει μεταξύ τους, αναγνωρίζοντας μια πλευρά της σχέσης τους που μέχρι τότε δυσκολευόταν να κοιτάξει στο σύνολό της.

Δεν ήθελε να χαρακτηρίσει τη σχέση τους αποτυχημένη. Τα χρόνια που είχαν μοιραστεί δεν μπορούσαν να περιοριστούν στις δυσκολίες του τελευταίου καιρού. Υπήρχαν όμορφες αναμνήσεις, στιγμές αληθινής φροντίδας, εμπειρίες που τους είχαν ενώσει και μια οικειότητα χτισμένη μέσα από την κοινή τους πορεία. Ακόμη γελούσαν μαζί, απολάμβαναν κάποιες στιγμές την παρέα ο ένας του άλλου και υπήρχαν φορές που αισθανόταν την ίδια γνώριμη τρυφερότητα για εκείνον. Όλα αυτά ήταν αληθινά και είχαν τη δική τους αξία. Το ίδιο αληθινά, όμως, ήταν και όσα την στενοχωρούσαν.

Ίσως αυτή να ήταν μία από τις πιο δύσκολες πλευρές των ανθρώπινων σχέσεων: ότι τα συναισθήματα δεν εμφανίζονται πάντοτε με τη σαφήνεια που θα επιθυμούσαμε. Η αγάπη δεν αποκλείει την απογοήτευση, όπως και η τρυφερότητα δεν εξαφανίζει τον θυμό. Μπορούμε να ενδιαφερόμαστε βαθιά για έναν άνθρωπο και συγχρόνως να δυσκολευόμαστε να επικοινωνήσουμε μαζί του. Να επιθυμούμε την παρουσία του, αλλά κάποιες στιγμές να αναζητούμε την απόσταση. Να θέλουμε να πλησιάσουμε και ταυτόχρονα να διστάζουμε, επειδή φοβόμαστε μια ακόμη απογοήτευση. Αυτές οι αντιφάσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι η αγάπη έχει χαθεί. Μαρτυρούν, ωστόσο, πως όσα αισθανόμαστε για έναν άνθρωπο και ο τρόπος με τον οποίο ζούμε μαζί του δεν συμβαδίζουν πάντοτε.

Μέσα σε αυτές τις σκέψεις επανήλθε η άρνηση του συντρόφου της να συμμετάσχουν σε θεραπεία ζεύγους. Η Σόνια είχε αισθανθεί απογοήτευση όταν εκείνος δεν θέλησε να ακολουθήσει την πρότασή της. Για αρκετό καιρό αντιμετώπιζε αυτή την άρνηση σαν ένα αδιέξοδο, πιστεύοντας πως, εφόσον δεν μπορούσαν να αναζητήσουν μαζί βοήθεια, δεν υπήρχαν πολλά που θα μπορούσε να κάνει. Είχε συνδέσει τόσο πολύ τη δυνατότητα μιας κοινής προσπάθειας με τη δική του συμμετοχή, ώστε είχε παραμερίσει την ανάγκη της να κατανοήσει όσα συνέβαιναν μέσα της.

Καθώς το ξανασκεφτόταν, άρχισε να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα σε όσα εξαρτώνταν από την ίδια και σε εκείνα που ανήκαν στις αποφάσεις του συντρόφου της. Δεν μπορούσε να τον πείσει να αναγνωρίσει δυσκολίες που εκείνος δεν αντιλαμβανόταν με τον ίδιο τρόπο, ούτε να τον υποχρεώσει να μιλήσει για συναισθήματα που δεν ήταν έτοιμος να μοιραστεί. Η συμμετοχή σε μια θεραπευτική διαδικασία ήταν δική του επιλογή και η ίδια δεν επιθυμούσε να μετατρέψει την προσωπική της προσπάθεια σε έναν έμμεσο τρόπο να τον οδηγήσει εκεί όπου είχε αρνηθεί να πάει.

Αυτό, ωστόσο, δεν σήμαινε πως έπρεπε να αναβάλει και τη δική της αναζήτηση. Μπορούσε να προσπαθήσει να κατανοήσει γιατί είχε αρχίσει να αποσύρεται από ορισμένες συζητήσεις, πότε σταμάτησε να εκφράζει κάποιες ανάγκες της και πώς είχε διαμορφωθεί ο δικός της τρόπος να ανταποκρίνεται στις δυσκολίες τους. Να αναγνωρίσει τις προσδοκίες που εξακολουθούσε να έχει, αλλά και εκείνες που είχε εγκαταλείψει χωρίς ποτέ να τις συζητήσει. Να αναρωτηθεί τι επιθυμούσε πραγματικά από τη σχέση τους, πέρα από την ανάγκη να αποφύγουν μια ακόμη διαφωνία ή να διατηρήσουν την ηρεμία της καθημερινότητας.

Δεν επρόκειτο για μια προσπάθεια να αναλάβει μόνη της την ευθύνη της σχέσης. Η κοινή ζωή διαμορφώνεται από δύο ανθρώπους και καμία ουσιαστική μεταβολή στον τρόπο που σχετίζονται δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τον έναν. Ούτε υπήρχε κάποια εγγύηση πως, αν εκείνη μάθαινε να εκφράζεται διαφορετικά, ο σύντροφός της θα ανταποκρινόταν όπως επιθυμούσε. Θα μπορούσε να αναζητήσει έναν διαφορετικό τρόπο να τον πλησιάσει, να μιλήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια για όσα αισθανόταν και να ακούσει όσα εκείνος θα ήθελε ενδεχομένως να της πει. Το αν αυτή η προσπάθεια θα έβρισκε ανταπόκριση παρέμενε άγνωστο.

Για τη Σόνια, όμως, είχε αρχίσει να αποκτά σημασία και κάτι ακόμη: να μη θεωρεί τη δική του ετοιμότητα απαραίτητη προϋπόθεση για να κατανοήσει τη δική της εμπειρία. Η προσωπική της αναζήτηση δεν χρειαζόταν να περιμένει μια κοινή απόφαση, ούτε να έχει ως μοναδικό σκοπό τη διατήρηση της σχέσης. Μπορούσε να αποτελέσει έναν τρόπο να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό της μέσα σε αυτήν, να αναγνωρίσει τη δική της συμμετοχή στη μεταξύ τους δυναμική και να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη επίγνωση όσα μέχρι τότε προσπερνούσε.

Άνοιξε ξανά το σημειωματάριο στην τελευταία σελίδα. Κράτησε για λίγο το στυλό στο χέρι, αναζητώντας μια φράση που θα μπορούσε να αποτυπώσει όσα είχε σκεφτεί εκείνο το απόγευμα. Τελικά έγραψε:

«Δεν μπορώ να αποφασίσω και για τους δυο μας. Μπορώ όμως να μη συνεχίσω να αγνοώ όσα αισθάνομαι.»

Διάβασε τη φράση μερικές φορές και άφησε το στυλό δίπλα της.

Σκέφτηκε πόσο παράξενο είναι να γνωρίζεις έναν άνθρωπο για χρόνια, να θυμάσαι με τόση ακρίβεια πώς ξεκίνησαν όλα και, παρ’ όλα αυτά, κάποια στιγμή να δυσκολεύεσαι να τον πλησιάσεις, χωρίς να μπορείς να προσδιορίσεις πότε άρχισε να δημιουργείται αυτή η απόσταση. Ίσως γιατί, καθώς περνούν τα χρόνια, οι άνθρωποι αλλάζουν με τρόπους που δεν γίνονται πάντοτε αντιληπτοί, ακόμη και από εκείνους που μοιράζονται την ίδια ζωή.

Και ίσως αυτό που κρατά μια σχέση ζωντανή να μην είναι μόνο η ανάμνηση όσων ένωσαν κάποτε δύο ανθρώπους, αλλά η διάθεσή τους να συνεχίζουν να γνωρίζονται, να ανακαλύπτουν ποιον έχουν σήμερα δίπλα τους και να βρίσκουν νέους λόγους να επιλέγουν ο ένας τον άλλον.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top