Από Το Σημειωματάριό Μου – Στη Σκιά

CATEGORY: Σχέσεις



Η Αντιγόνη κοίταξε το κινητό της.

«Πού εξαφανίστηκες;» της έγραφε.

Έμεινε να κοιτάζει την οθόνη, αναρωτώμενη πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνονταν οι δυο τους την απουσία. Εκείνος μπορούσε να την αναζητήσει όποτε του έλειπε. Εκείνη, αντίθετα, είχε μάθει να υπολογίζει πότε μπορούσε να του τηλεφωνήσει, ποιες ώρες ήταν κατάλληλες και ποιες στιγμές ανήκαν αποκλειστικά στην οικογένειά του.

Δεν είχε σταματήσει να ζει εξαιτίας αυτής της σχέσης. Εργαζόταν, συναντούσε φίλους, ταξίδευε, απολάμβανε τις μικρές χαρές της καθημερινότητας. Δεν περνούσε τις ημέρες της περιμένοντας ένα μήνυμα, ούτε είχε περιορίσει τη ζωή της στις ώρες που μπορούσαν να συναντηθούν. Είχε διατηρήσει τον δικό της κόσμο, τις συνήθειες και τις επιθυμίες της.

Υπήρχαν όμως στιγμές που η απουσία του αποκτούσε ένα ιδιαίτερο βάρος. Όχι επειδή δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει, αλλά επειδή δεν μπορούσε να μοιραστεί μαζί του όσα θα ήθελε.

Της έλειπαν πράγματα απλά. Ένα αυθόρμητο τηλεφώνημα αργά το βράδυ, μια Κυριακή χωρίς προκαθορισμένη ώρα αποχωρισμού, η δυνατότητα να τον αναζητήσει όταν ήταν στενοχωρημένη, χωρίς να αναρωτηθεί αν θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Όλα εκείνα τα μικρά, σχεδόν αυτονόητα πράγματα που δημιουργούν την αίσθηση ότι δύο άνθρωποι συμμετέχουν πραγματικά ο ένας στη ζωή του άλλου.

Υπήρχαν φορές που η Αντιγόνη αναρωτιόταν αν είχε το δικαίωμα να αισθάνεται απογοήτευση. Γνώριζε από την αρχή ότι εκείνος ήταν παντρεμένος. Δεν της είχε υποσχεθεί μια διαφορετική ζωή, ούτε είχε αποκρύψει τις υποχρεώσεις του. Είχε επιλέξει συνειδητά να βρίσκεται σε αυτή τη σχέση και δεν αναζητούσε τρόπους να αποποιηθεί τη δική της ευθύνη για αυτή την επιλογή.

Όμως άλλο είναι να γνωρίζεις τις συνθήκες μιας σχέσης και άλλο να ανακαλύπτεις, μέσα από την καθημερινότητα, τι σημαίνουν αυτές οι συνθήκες για σένα.

Στην αρχή δεν είχε φανταστεί πόση σημασία θα αποκτούσαν ορισμένα πράγματα. Μια γιορτή που δεν μπορούσαν να περάσουν μαζί, μια σημαντική προσωπική στιγμή στην οποία εκείνος θα συμμετείχε μόνο μέσα από ένα τηλεφώνημα, μια δύσκολη ημέρα που θα ήθελε να τον έχει κοντά της, αλλά δεν μπορούσε να του ζητήσει να έρθει. Μπορούσε να του διηγηθεί αργότερα όσα είχε ζήσει, να μοιραστεί τη χαρά ή τη στενοχώρια της, αλλά η αφήγηση μιας εμπειρίας δεν ήταν πάντοτε το ίδιο με την κοινή της βίωση.

Δεν ήταν οι μεγάλες υποσχέσεις που της έλειπαν. Ήταν η δυνατότητα να μοιράζεται μαζί του τη ζωή της χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να εξετάζει αν αυτό ήταν εφικτό.

Κάποιες φορές αισθανόταν θυμό. Όχι απαραίτητα απέναντί του, αλλά απέναντι σε μια πραγματικότητα που έμοιαζε να παραμένει αμετάβλητη, ανεξάρτητα από το πόσο είχαν δεθεί. Άλλες φορές θύμωνε με τον εαυτό της, αναρωτώμενη γιατί εξακολουθούσε να επιθυμεί κάτι που γνώριζε ότι εκείνος δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να της προσφέρει.

Κι έπειτα ερχόταν μια συνάντησή τους. Μια συζήτηση που κρατούσε ώρες, ένα βλέμμα γεμάτο τρυφερότητα, μια αγκαλιά στην οποία αισθανόταν πως δεν χρειαζόταν να εξηγήσει τίποτα. Εκείνες τις στιγμές δεν σκεφτόταν όσα έλειπαν. Απολάμβανε την παρουσία του, τη ζεστασιά, την οικειότητα που είχαν δημιουργήσει. Και θυμόταν γιατί είχε επιλέξει να βρίσκεται εκεί.

Δεν ήταν εύκολο να χωρέσει μέσα της αυτές τις δύο αλήθειες: ότι αγαπούσε τη σχέση τους για όσα της πρόσφερε και συγχρόνως πονούσε για όσα δεν μπορούσε να ζήσει μέσα σε αυτήν.

Το πιο δύσκολο, ίσως, ήταν πως δεν υπήρχε κάποιος καβγάς που θα μπορούσε να λύσει αυτή την αντίφαση. Δεν επρόκειτο για μια παρεξήγηση ούτε για μια ανάγκη που εκείνος δεν είχε καταλάβει. Είχαν μιλήσει πολλές φορές. Εκείνος γνώριζε τι της έλειπε και εκείνη γνώριζε τι δεν ήταν διατεθειμένος να αλλάξει. Μπορούσαν να εξηγήσουν ο ένας στον άλλον τα συναισθήματά τους, να δείξουν κατανόηση, να πλησιάσουν ακόμη περισσότερο μέσα από μια ειλικρινή συζήτηση. Όταν όμως η συζήτηση τελείωνε, η πραγματικότητα παρέμενε ίδια.

Έτσι, κάποιες από τις πιο ουσιαστικές συνομιλίες τους κατέληγαν στο ίδιο σημείο. Με περισσότερη κατανόηση ο ένας για τον άλλον, αλλά χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή.

Με τον καιρό, η Αντιγόνη είχε αρχίσει να παρατηρεί και κάτι ακόμη. Εκείνος μπορούσε να της μιλά για τις δυσκολίες του γάμου του, να βρίσκει κοντά της ανακούφιση, τρυφερότητα και χαρά και στη συνέχεια να επιστρέφει στην οικογενειακή του ζωή. Της περιέγραφε μια καθημερινότητα που συχνά τον δυσαρεστούσε, ενώ κοντά της έμοιαζε να ξαναβρίσκει τον ενθουσιασμό και την επιθυμία του.

Κάποιες φορές αναρωτιόταν μήπως η δική τους σχέση τον βοηθούσε να παραμένει σε έναν γάμο που, όπως της έλεγε, δεν τον έκανε ευτυχισμένο. Μήπως όλα εκείνα που έβρισκε κοντά της τού επέτρεπαν να αντέχει ευκολότερα όσα τον δυσαρεστούσαν στο σπίτι του; Μήπως η χαρά που αντλούσε από τη σχέση τους έκανε λιγότερο επιτακτική την ανάγκη να αντιμετωπίσει όσα δεν λειτουργούσαν στη συζυγική του ζωή;

Η σκέψη αυτή την αναστάτωνε. Δεν ήξερε αν ήταν αληθινή και δεν μπορούσε να γνωρίζει τι θα συνέβαινε στον γάμο του αν δεν υπήρχε εκείνη. Ήξερε όμως ότι εκείνος μπορούσε να αντλεί από τη σχέση τους κάτι πολύτιμο χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει ουσιαστικά την καθημερινότητά του.

Και όσο περισσότερο το σκεφτόταν, τόσο εντονότερα αντιλαμβανόταν μια ανισότητα που δεν αφορούσε απαραίτητα το βάθος των συναισθημάτων τους, αλλά τις δυνατότητες που είχε ο καθένας μέσα στη σχέση.

Γιατί η Αντιγόνη δεν ήθελε απλώς να είναι ο άνθρωπος με τον οποίο εκείνος περνούσε όμορφα. Ήθελε να μπορεί να μοιράζεται μαζί του και όσα δεν ήταν όμορφα. Τις συνηθισμένες ημέρες, τις δυσκολίες, τις μικρές απογοητεύσεις, τις στιγμές που η ζωή δεν προσφέρει τίποτε συναρπαστικό. Να υπάρχει η δυνατότητα μιας κοινής καθημερινότητας, όχι μόνο η προσμονή της επόμενης συνάντησης.

Ήθελε μια συντροφικότητα που να μην περιορίζεται στις ώρες που περίσσευαν από μια άλλη ζωή.

Γνώριζε, βέβαια, ότι εκείνος είχε δημιουργήσει μια οικογένεια, ότι υπήρχαν παιδιά, ευθύνες και δεσμοί πολλών χρόνων. Δεν υποτιμούσε τη σημασία τους. Όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσε να κατανοήσει τις δικές του υποχρεώσεις, τόσο συχνότερα αναρωτιόταν αν είχε αρχίσει να παραμερίζει τις δικές της επιθυμίες. Σαν οι ανάγκες του να είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα από τις δικές της, μόνο και μόνο επειδή εκείνος είχε περισσότερες υποχρεώσεις.

Και όσο πιο καθαρά αναγνώριζε όσα είχε ανάγκη, τόσο δυσκολότερο γινόταν να τα παραμερίζει.

Η σκέψη της άρχισε τότε να στρέφεται και προς τη δική της στάση απέναντι στη σχέση. Δεν ήταν εύκολο να παραδεχτεί ότι, ενώ επιθυμούσε μια διαφορετική συντροφικότητα, εξακολουθούσε να επιλέγει έναν άνθρωπο που δεν μπορούσε να της την προσφέρει.

Τι ήταν εκείνο που την κρατούσε;

Η αγάπη, ασφαλώς. Η οικειότητα που είχαν δημιουργήσει, οι στιγμές που αισθανόταν πραγματικά ευτυχισμένη κοντά του, η βαθιά επιθυμία να συνεχίσει να τον έχει στη ζωή της. Δεν ήταν λίγα όλα αυτά, ούτε θα μπορούσε να τα παραμερίσει σαν να μην είχαν σημασία.

Ήταν όμως μόνο αυτά;

Κάποιες φορές αναρωτιόταν μήπως είχε αρχίσει να συνηθίζει τους περιορισμούς της σχέσης τους τόσο πολύ, ώστε να μην εξετάζει πια αν εξακολουθούσαν να της ταιριάζουν. Μήπως, στην προσπάθειά της να διατηρήσει όσα αγαπούσε, είχε μάθει να δίνει μικρότερη σημασία σε όσα επιθυμούσε.

Δεν είχε πάψει να θέλει περισσότερα. Είχε όμως μάθει να χαίρεται όσα μπορούσαν να ζήσουν, χωρίς να μιλά πάντοτε για όσα έμεναν έξω από τη σχέση τους. Και ίσως αυτό να ήταν που την προβλημάτιζε περισσότερο. Όχι ότι έκανε υποχωρήσεις — κάθε σχέση απαιτεί κάποιες — αλλά ότι οι υποχωρήσεις δεν ήταν ίδιες και για τους δύο.

Εκείνος είχε διαμορφώσει τη ζωή του και προσπαθούσε να χωρέσει μέσα της την Αντιγόνη. Εκείνη είχε διατηρήσει τη δική της ζωή, αλλά καλούνταν να χωρέσει τη σχέση τους μέσα στα όρια που έθετε η δική του.

Δεν ήθελε να μετατρέψει την αγάπη τους σε μια διαρκή διαπραγμάτευση. Ούτε να μετρά ποιος πρόσφερε περισσότερα και ποιος στερήθηκε λιγότερα. Άρχιζε όμως να καταλαβαίνει ότι η κατανόηση για τον άλλον δεν θα έπρεπε να απαιτεί τη σιωπή απέναντι στις δικές της ανάγκες.

Για πολύ καιρό είχε θεωρήσει ότι το σημαντικότερο ήταν να είναι ειλικρινείς μεταξύ τους. Να μη δίνουν υποσχέσεις που δεν μπορούσαν να τηρήσουν, να μιλούν ανοιχτά για τα συναισθήματά τους, να σέβονται τις δυσκολίες που υπήρχαν. Και πράγματι, αυτή η ειλικρίνεια είχε αξία. Τους επέτρεπε να γνωρίζουν πού βρίσκονταν, να μην κρύβουν τις επιθυμίες ή τις αδυναμίες τους πίσω από λόγια που θα δημιουργούσαν ψεύτικες προσδοκίες.

Δεν μπορούσε όμως να αλλάξει την πραγματικότητα. Μπορούσαν να μιλούν με τις ώρες για όσα αισθάνονταν και την επόμενη ημέρα να επιστρέφουν στους ίδιους περιορισμούς.

Η Αντιγόνη είχε αρχίσει να σκέφτεται πως δύο άνθρωποι μπορεί να αγαπιούνται και παρ’ όλα αυτά να μην μπορούν να δημιουργήσουν τη σχέση που επιθυμεί ο ένας από τους δύο.

Η σκέψη αυτή την έθλιβε, γιατί δεν της επέτρεπε να αναζητήσει μια εύκολη εξήγηση. Δεν μπορούσε να αποδώσει όσα την πονούσαν στην έλλειψη αγάπης ή ενδιαφέροντος. Ούτε να περιμένει ότι μια ακόμη συζήτηση θα άλλαζε όσα είχαν ήδη συζητήσει τόσες φορές.

Κάποτε είχε πιστέψει ότι, όσο βαθύτερη γινόταν η σχέση τους, τόσο περισσότερο χώρο θα αποκτούσε στη ζωή του. Όχι απαραίτητα με μεγάλες αποφάσεις, αλλά με μικρές αλλαγές που θα έδειχναν ότι η κοινή τους ζωή μπορούσε να μεγαλώσει. Με τον καιρό, όμως, είχε διαπιστώσει ότι η συναισθηματική τους εγγύτητα μπορούσε να μεγαλώνει χωρίς να αλλάζει αντίστοιχα η θέση της στην καθημερινότητά του.

Γνώριζαν ο ένας τον άλλον καλύτερα, είχαν μοιραστεί περισσότερες εμπειρίες, είχαν γίνει πιο οικείοι. Κι όμως, οι δυνατότητές τους να βρίσκονται μαζί παρέμεναν σχεδόν ίδιες. Η σχέση τους αποκτούσε μεγαλύτερο βάθος, αλλά όχι απαραίτητα περισσότερο χώρο στη ζωή τους.

Αυτή η αντίφαση την έκανε να αναρωτιέται τι ακριβώς περίμενε από το μέλλον.

Δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα στο μυαλό της. Δεν μετρούσε μήνες ή χρόνια μέχρι να συμβεί μια αλλαγή. Υπήρχαν μάλιστα ημέρες που δεν σκεφτόταν καθόλου το μέλλον τους. Ζούσε τη σχέση τους όπως ήταν και αισθανόταν ευτυχισμένη. Άλλες φορές, όμως, σκεφτόταν τα χρόνια που περνούσαν.

Όχι με φόβο για την ηλικία της ή για τη μοναξιά, αλλά με την επίγνωση ότι ο χρόνος δημιουργούσε αναμνήσεις και για τους δύο, μόνο που πολλές από αυτές δεν ήταν κοινές.

Εκείνος είχε μια οικογενειακή ιστορία που συνεχιζόταν. Γιορτές, διακοπές, γενέθλια, μικρά και μεγάλα γεγονότα που πρόσθεταν καινούργιες σελίδες σε μια ζωή χτισμένη με άλλους ανθρώπους.

Η Αντιγόνη δημιουργούσε επίσης τις δικές της αναμνήσεις. Ζούσε όμορφες στιγμές, γνώριζε ανθρώπους, αποκτούσε εμπειρίες. Δεν της έλειπε η ζωή. Της έλειπε όμως η δυνατότητα να χτίσει περισσότερες κοινές αναμνήσεις με εκείνον.

Και κάποια βράδια αναρωτιόταν πώς θα θυμόταν αυτή τη σχέση ύστερα από χρόνια. Θα θυμόταν κυρίως την αγάπη που έζησε ή τις στιγμές που δεν μπόρεσαν να μοιραστούν;

Ίσως και τα δύο.

Γιατί δεν ήθελε να αδικήσει όσα είχαν ζήσει. Δεν ήθελε ο πόνος για όσα έλειπαν να ακυρώσει την ομορφιά όσων υπήρχαν. Αλλά δεν ήθελε ούτε το αντίθετο: να χρησιμοποιεί την ομορφιά αυτής της αγάπης για να πείθει τον εαυτό της ότι όσα της έλειπαν δεν είχαν σημασία.

Ίσως αυτή να ήταν η πιο δύσκολη πλευρά της σχέσης τους. Να μπορεί να αναγνωρίζει την αξία της χωρίς να αρνείται το τίμημά της. Να αποδέχεται ότι υπήρχαν αληθινά συναισθήματα, αλλά και ανάγκες που έμεναν ανικανοποίητες. Να μην αναγκάζεται να χαρακτηρίσει τη σχέση τους ούτε ευτυχισμένη ούτε δυστυχισμένη, επειδή μέσα της συνυπήρχαν και τα δύο.

Η Αντιγόνη πήρε ξανά το κινητό στα χέρια της και διάβασε το μήνυμά του.

«Πού εξαφανίστηκες;»

Έμεινε για λίγο σε αυτές τις δύο λέξεις.

Ποιος εξαφανιζόταν, τελικά, από τη σχέση τους; Ποιος απομακρυνόταν όταν οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας απαιτούσαν την παρουσία του αλλού; Ποιος επέστρεφε όταν όλα είχαν τακτοποιηθεί, όταν οι οικογενειακές ανάγκες είχαν καλυφθεί, όταν κάθε κομμάτι της ζωής του είχε μπει ξανά στο δικό του κουτάκι;

Και ποιος αποφάσιζε πότε υπήρχε χώρος για τους δυο τους;

Η Αντιγόνη δεν αμφισβητούσε την αγάπη του. Ούτε τις δυσκολίες της ζωής του. Αναρωτιόταν όμως πόσο χώρο μπορούσε να έχει μια σχέση όταν έπρεπε διαρκώς να προσαρμόζεται σε μια άλλη.

Κοίταξε ξανά την οθόνη.

«Πού εξαφανίστηκες;»

Ίσως, σκέφτηκε, η απουσία να μην ήταν τελικά εκεί που την αναζητούσε εκείνος.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top