Από Το Σημειωματάριό Μου – Αποχωρισμός

CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή



Όταν κλείνει ένας κύκλος


Ο μαστρο-Βασίλης είναι εβδομήντα ετών και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έχει περάσει μέσα σε ένα μηχανουργείο. Ξεκίνησε να εργάζεται πολύ νέος, σχεδόν παιδί, σε μια εποχή που το να μάθει κανείς μια τέχνη από μικρός ήταν κάτι συνηθισμένο. Στην αρχή έκανε τις πιο απλές δουλειές και στεκόταν δίπλα στους παλιότερους παρατηρώντας τα χέρια τους. Ρωτούσε, δοκίμαζε, έκανε λάθη και ξαναδοκίμαζε, μέχρι που σιγά σιγά η εργασία άρχισε να γίνεται δεύτερη φύση του.

Τα χρόνια πέρασαν και κάποια στιγμή, ο νεαρός Βασίλης που κάποτε ρωτούσε τους παλιούς έγινε ο μαστρο-Βασίλης που ρωτούσαν οι νεότεροι. Στο μηχανουργείο όλοι ήξεραν πως, όταν κάτι δύσκολο παρουσιαζόταν, άξιζε να ακούσουν τη γνώμη του. «Φώναξε τον μαστρο-Βασίλη να το δει»,  ή «ρώτα τον μαστρο-Βασίλη», «ο μαστρο-Βασίλης θα ξέρει», κι εκείνος πλησίαζε, έριχνε μια ματιά και συνήθως έβρισκε τη λύση.

Η ζωή του για δεκαετίες είχε έναν σταθερό ρυθμό. Ξυπνούσε νωρίς το πρωί, έπινε τον καφέ του και έφευγε για τη δουλειά σχεδόν την ίδια ώρα. Στο μηχανουργείο τον περίμεναν οι γνώριμοι ήχοι των μηχανών, η μυρωδιά του λαδιού και του μετάλλου, τα εργαλεία, οι κουβέντες με τους συναδέλφους και τα μικρά πειράγματα που είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητάς τους. Υπήρχαν άνθρωποι εκεί μέσα με τους οποίους είχε περάσει περισσότερες ώρες απ’ όσες είχε περάσει με πολλούς φίλους του.

Δεν ήταν βέβαια όλα όμορφα.Υπήρχαν μέρες που γύριζε στο σπίτι κουρασμένος, μέρες που εκνευριζόταν, που παραπονιόταν για τον όγκο των υποχρεώσεων και που έλεγε στη γυναίκα του ότι είχε κουραστεί πια και περίμενε πώς και πώς να έρθει η ώρα της σύνταξης. Τους τελευταίους μήνες μάλιστα είχε αρχίσει να μετρά τον χρόνο διαφορετικά. Όχι πόσα χρόνια δούλευε, αλλά πόσα του απέμεναν μέχρι να σταματήσει.

Στο μυαλό του η σύνταξη έμοιαζε με μια μεγάλη ελευθερία που τον περίμενε. Φανταζόταν πρωινά χωρίς βιασύνη, καφέδες που δεν θα χρειαζόταν να τους πίνει κοιτάζοντας την ώρα, περισσότερο χρόνο στο σπίτι και, επιτέλους, τη δυνατότητα να κάνει πράγματα που τόσα χρόνια ανέβαλλε. «Άντε να βγω στη σύνταξη να ησυχάσω κι εγώ», έλεγε συχνά. Και το εννοούσε πραγματικά.

Και τελικά, η μέρα που περίμενε έφτασε. Ο μαστρο-Βασίλης πήγε στο μηχανουργείο για τελευταία φορά ως εργαζόμενος. Οι συνάδελφοί του είχαν αποφασίσει να τον αποχαιρετήσουν όπως ταίριαζε σε έναν άνθρωπο με τον οποίο είχαν μοιραστεί τόσα χρόνια δουλειάς. Όταν τελείωσαν για εκείνη την ημέρα, έστησαν ένα τραπέζι έξω από το μηχανουργείο, άναψαν τα κάρβουνα και έψησαν όλοι μαζί. Άνοιξαν και λίγο κρασί, τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και η κουβέντα γρήγορα γέμισε ιστορίες από τα παλιά. Θυμήθηκαν δύσκολες επισκευές, αστεία περιστατικά και ανθρώπους που είχαν περάσει όλα αυτά τα χρόνια από εκεί. Κάποιος από τους νεότερους αστειεύτηκε πως τώρα που φεύγει ο μαστρο-Βασίλης, θα πρέπει επιτέλους να μάθουν να τα καταφέρνουν μόνοι τους. Εκείνος γέλασε μαζί τους. Ήταν ένα όμορφο απόγευμα, από εκείνα που θέλεις να κρατήσουν λίγο περισσότερο, ακόμη κι αν δεν το λες.

Όταν ήρθε η ώρα χαιρέτησε έναν έναν τους συναδέλφους του και, πριν φύγει, γύρισε προς τους νεότερους και τους είπε γελώντας να μην τον παίρνουν τηλέφωνο με το πρώτο πρόβλημα που θα παρουσιαστεί. Δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων αποχαιρετισμών και δεν ήθελε να δείξει πόσο τον είχε αγγίξει εκείνη η στιγμή. Έπειτα έκλεισε την πόρτα πίσω του και κατευθύνθηκε προς το σπίτι. Στη διαδρομή ένιωθε παράξενα. Ήταν χαρούμενος, συγκινημένος, ίσως και λίγο ανακουφισμένος. Εκείνη τη στιγμή, όμως, δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει πως μαζί με εκείνη την πόρτα έκλεινε και ένας ολόκληρος κύκλος της ζωής του.

Τις πρώτες ημέρες όλα ήταν περίπου όπως τα είχε φανταστεί. Δεν υπήρχε ξυπνητήρι, δεν υπήρχε βιασύνη και ο πρωινός καφές μπορούσε επιτέλους να κρατήσει όσο ήθελε. Έκανε κάποια μερεμέτια που είχε αφήσει πίσω, πήγε για ψώνια χωρίς να κοιτάζει συνεχώς την ώρα και τα πρώτα απογεύματα ερχόταν κι ένας παλιός του φίλος στο σπίτι. Έστηναν το τάβλι, έπιναν τον καφέ τους και περνούσαν την ώρα τους με πειράγματα και κουβέντες. Ο κύριος Βασίλης απολάμβανε αυτή την καινούργια ελευθερία και, όταν κάποιος τον ρωτούσε πώς του φαινόταν η σύνταξη, απαντούσε χαμογελώντας ότι ακόμη δεν την είχε συνηθίσει.

Στην αρχή αυτό ήταν αλήθεια. Έμοιαζε περισσότερο με άδεια παρά με μια καινούργια ζωή. Κάπου μέσα του υπήρχε ακόμη η αίσθηση ότι, ύστερα από μερικές ημέρες ξεκούρασης, θα φορούσε πάλι τα ρούχα της δουλειάς του και θα επέστρεφε στο μηχανουργείο.

Μόνο που ήρθε η πρώτη Δευτέρα. Ο κύριος Βασίλης άνοιξε τα μάτια του λίγο πριν από την ώρα που ξυπνούσε τόσα χρόνια. Για μερικά δευτερόλεπτα κοίταξε το ρολόι και σχεδόν μηχανικά σκέφτηκε ότι έπρεπε να σηκωθεί και τότε θυμήθηκε ότι δεν έπρεπε να πάει πουθενά.

Γύρισε από την άλλη πλευρά και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Αυτό δεν ήταν άλλωστε που περίμενε τόσα χρόνια; Να έρθει μια Δευτέρα και να μη χρειάζεται να σηκωθεί για να πάει στη δουλειά; Μόνο που εκείνο το πρωί, για πρώτη φορά, η ελευθερία που τόσο είχε περιμένει έμοιαζε λίγο και με κενό.

Σιγά σιγά, όμως, οι πρώτες ημέρες έγιναν εβδομάδες. Τα μαστορέματα που είχε αφήσει για «όταν θα βγει στη σύνταξη» τελείωσαν, τα απογεύματα με το τάβλι δεν μπορούσαν να γεμίσουν κάθε μέρα και η καινούργια καθημερινότητα άρχισε να χάνει κάτι από τον αρχικό της ενθουσιασμό. Ο κύριος Βασίλης είχε πλέον όλο τον χρόνο που τόσα χρόνια έλεγε ότι του έλειπε, μόνο που δεν ήξερε πάντα τι να τον κάνει.

Δεν είχε μάθει να περνά τις ημέρες του κλεισμένος μέσα σε ένα σπίτι. Από πολύ νέος ήταν διαρκώς σε κίνηση. Έφευγε το πρωί, συναντούσε ανθρώπους, δούλευε με τα χέρια του, κουραζόταν, επέστρεφε το απόγευμα και η ημέρα του είχε έναν συγκεκριμένο ρυθμό. Τώρα, για πρώτη φορά, οι ώρες περνούσαν διαφορετικά. Και αυτή η αλλαγή άρχισε να του δημιουργεί σκέψεις που μέχρι τότε δεν είχε ιδιαίτερο λόγο να κάνει.

Ίσως επειδή τόσα χρόνια μετρούσε τον χρόνο με διαφορετικό τρόπο. Με τις υποχρεώσεις, τις ημέρες της εβδομάδας, τις δουλειές που έπρεπε να τελειώσουν, τα χρόνια που απέμεναν μέχρι τη σύνταξη. Τώρα που η σύνταξη είχε έρθει, ο κύριος Βασίλης άρχισε ξαφνικά να συνειδητοποιεί πόσα χρόνια είχαν ήδη περάσει. Το παιδί που κάποτε μπήκε για πρώτη φορά σε ένα μηχανουργείο ήταν πλέον ένας άντρας εβδομήντα ετών. Και αυτή η σκέψη τον αναστάτωνε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Μήπως τελικά η σύνταξη δεν σήμαινε μόνο ότι σταμάτησε να εργάζεται; Μήπως ήταν εκείνη η στιγμή που η ζωή τού υπενθύμιζε ότι είχε μεγαλώσει; Μήπως από εδώ και πέρα άρχιζαν τα γεράματα; Αναρωτιόταν αν θα συνέχιζε να είναι δραστήριος, αν θα εξακολουθούσε να τον χρειάζεται κάποιος, αν υπήρχαν ακόμη πράγματα να περιμένει ή αν τα σημαντικότερα χρόνια της ζωής του βρίσκονταν πλέον πίσω του.

Δεν το έλεγε εύκολα στους άλλους. Όταν τον ρωτούσαν πώς περνούσε, χαμογελούσε και απαντούσε πως «μια χαρά είναι, σιγά σιγά συνηθίζει». Μέσα του, όμως, προσπαθούσε ακόμη να καταλάβει κάτι πολύ μεγαλύτερο από το πώς θα γεμίσει τις ώρες της ημέρας του. Προσπαθούσε να βρει ποιος ήταν τώρα που μια ολόκληρη εποχή της ζωής του είχε τελειώσει. Και ίσως αυτός να ήταν ο πραγματικός αποχωρισμός που δεν είχε υπολογίσει ποτέ: όχι μόνο από έναν χώρο και μια καθημερινότητα, αλλά και από την εικόνα που είχε για τόσα χρόνια για τον ίδιο του τον εαυτό.

Τις επόμενες ημέρες άρχισε να σκέφτεται περισσότερο όλα όσα είχε αφήσει πίσω του. Του έλειπαν πράγματα για τα οποία παλιότερα δεν θα πίστευε ποτέ ότι θα μπορούσε να νοσταλγήσει. Του έλειπε ακόμη και η πρωινή βιασύνη, ο καφές με τους συναδέλφους, οι φωνές μέσα στον θόρυβο των μηχανών και εκείνο το αίσθημα στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας ότι κάτι είχε καταφέρει. Περισσότερο απ’ όλα, όμως, του έλειπε η αίσθηση ότι κάπου τον περίμεναν και ότι αυτό που έκανε είχε σημασία για κάποιους άλλους.

Αυτό ήταν ίσως και το πιο δύσκολο να εξηγήσει. Γιατί ο κύριος Βασίλης δεν ήθελε να επιστρέψει πραγματικά στη εργασία του. Το σώμα του είχε κουραστεί και γνώριζε ότι είχε έρθει η ώρα να σταματήσει. Εξακολουθούσε να χαίρεται που δεν χρειαζόταν πια να δουλεύει τόσες ώρες και δεν μετάνιωνε που είχε βγει στη σύνταξη. Κι όμως, του έλειπε η ζωή που είχε αφήσει πίσω του. Για αρκετό καιρό αυτά τα δύο συναισθήματα τού φαίνονταν σχεδόν αντιφατικά. Πώς γίνεται να χαίρεσαι που κάτι τελείωσε και την ίδια στιγμή να στενοχωριέσαι επειδή τελείωσε;

Ίσως, λοιπόν, ο αποχωρισμός του κυρίου Βασίλη να μην είχε αρχίσει πραγματικά την ημέρα που έκλεισε για τελευταία φορά την πόρτα του μηχανουργείου. Ίσως να άρχισε αργότερα, όταν κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν απλώς να συνηθίσει πως δεν εργαζόταν πια. Χρειαζόταν να αποχαιρετήσει έναν τρόπο ζωής που τον συνόδευε από τότε που ήταν σχεδόν παιδί, για να μπορέσει κάποια στιγμή να ανακαλύψει τι θα μπορούσε να υπάρχει μετά από αυτόν.

Τις πρώτες εβδομάδες ο κύριος Βασίλης προσπάθησε να γεμίσει αυτόν τον καινούργιο χρόνο με ό,τι μπορούσε. Έβγαινε περισσότερο, έκανε μαστορέματα στο σπίτι, συναντούσε φίλους και κάποιες φορές έβρισκε αφορμές να περάσει από το μηχανουργείο. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν απλώς να γεμίσει τις ώρες της ημέρας του. Χρειαζόταν να δημιουργήσει μια καινούργια καθημερινότητα που να έχει νόημα για εκείνον. Και αυτό αποδείχθηκε δυσκολότερο απ’ όσο είχε φανταστεί.

Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια δεν υπήρχε κάποιος άλλος που να ορίζει το πρόγραμμά του. Κανείς δεν τον περίμενε στις επτά το πρωί, κανείς δεν του έλεγε τι έπρεπε να γίνει μέχρι το μεσημέρι και κανένα τηλέφωνο δεν θα χτυπούσε επειδή κάτι χάλασε και χρειαζόταν τη γνώμη του. Τώρα άρχιζε να καταλαβαίνει ότι μαζί με τη σύνταξη ερχόταν και μια ευθύνη που δεν είχε σκεφτεί ποτέ: έπρεπε ο ίδιος να αποφασίσει πώς ήθελε να είναι η ζωή του από εδώ και πέρα.

Δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Για ένα διάστημα συνέχισε να νοσταλγεί το χώρο που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και να συγκρίνει τη νέα του καθημερινότητα με την παλιά. Σιγά σιγά, όμως, άρχισε να στρέφει την προσοχή του σε πράγματα που τόσα χρόνια υπήρχαν στη ζωή του, αλλά έμεναν πάντα για «όταν θα υπάρχει χρόνος».

Κάποια στιγμή ένας γείτονας τού ζήτησε βοήθεια με ένα παλιό μηχάνημα που δεν μπορούσε να επισκευάσει. Ο κύριος Βασίλης πήγε να το δει και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε πάλι να εξηγεί, να δείχνει και να χρησιμοποιεί όλα όσα είχε μάθει μέσα σε τόσες δεκαετίες. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπήρχε ωράριο, αφεντικό ή υποχρέωση. Υπήρχε απλώς η χαρά τού να μπορεί ακόμη να προσφέρει κάτι που γνώριζε καλά.

Ίσως εκεί άρχισε να βλέπει διαφορετικά και τη σύνταξή του. Το ότι είχε φύγει από το μηχανουργείο δεν σήμαινε ότι έπρεπε να αφήσει εκεί όλα όσα είχε γίνει μέσα στα χρόνια. Η εμπειρία του, οι γνώσεις του, η εργατικότητα, η ανάγκη του να δημιουργεί και να αισθάνεται χρήσιμος δεν ανήκαν στο μηχανουργείο. Ανήκαν στον ίδιο. Αυτό που είχε τελειώσει ήταν ένας συγκεκριμένος τρόπος να τα εκφράζει.

Για τον κύριο Βασίλη αυτή η νοσταλγία έκρυβε και μια θλίψη για έναν κύκλο που είχε οριστικά κλείσει. Για μια εποχή της ζωής του που, όσο όμορφη ή δύσκολη κι αν ήταν, δεν μπορούσε να επιστρέψει. Ίσως αυτό ήταν που τον δυσκόλευε περισσότερο. Η σύνταξη είχε έρθει ως κάτι που περίμενε και επιθυμούσε, αλλά μαζί της είχε φέρει και μια αίσθηση απώλειας που δεν είχε προβλέψει. Ήταν σαν ένα μικρό πένθος για όλα όσα τελείωναν μαζί της. Για τα χρόνια που είχαν περάσει, για τον άνθρωπο που υπήρξε μέσα σε αυτά, για μια καθημερινότητα που κάποτε θεωρούσε δεδομένη και τώρα είχε γίνει ανάμνηση.

Υπήρχαν ημέρες που αυτή η σκέψη τον βάραινε περισσότερο. Δεν ήταν απαραίτητα δυστυχισμένος ούτε μετάνιωνε για την απόφασή του. Απλώς ένιωθε ότι χρειαζόταν χρόνο για να αποχαιρετήσει. Και ίσως αυτό να ήταν κάτι που δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του στην αρχή, γιατί πίστευε πως από τη στιγμή που περίμενε τόσα χρόνια τη σύνταξή του, όφειλε τώρα μόνο να τη χαίρεται. Σιγά σιγά κατάλαβε ότι μπορούσε να αισθάνεται και τα δύο. Να χαίρεται για όσα ανοίγονταν μπροστά του και ταυτόχρονα να λυπάται για όσα άφηνε πίσω. Η θλίψη του δεν σήμαινε ότι δεν ήθελε να προχωρήσει. Σήμαινε απλώς ότι αυτό που τελείωνε είχε υπάρξει σημαντικό.

Γιατί κάποιους κύκλους δεν τους κλείνουμε απλώς γυρίζοντας σελίδα. Χρειαζόμαστε λίγο χρόνο να σταθούμε μπροστά τους, να αναγνωρίσουμε όσα μας έδωσαν και να αποχαιρετήσουμε αυτό που υπήρξαμε μέσα σε αυτούς. Και μόνο τότε αρχίζει να δημιουργείται πραγματικός χώρος για ό,τι έρχεται μετά.

Ο κύριος Βασίλης χρειάστηκε χρόνο. Περισσότερο ίσως απ’ όσο περίμενε. Δεν ξύπνησε ένα πρωί έχοντας ξαφνικά συμφιλιωθεί με τη νέα του ζωή, ούτε εξαφανίστηκαν όλες εκείνες οι σκέψεις που τον είχαν απασχολήσει τους πρώτους μήνες. Σιγά σιγά, όμως, σταμάτησε να αντιμετωπίζει τη σύνταξη σαν μια υπενθύμιση ότι τα χρόνια πέρασαν και άρχισε να τη βλέπει ως μια περίοδο της ζωής του που μπορούσε ακόμη να γεμίσει με πράγματα που είχαν νόημα για εκείνον. Τα απογεύματα με το τάβλι έγιναν συχνότερα, οι βόλτες μεγαλύτερες και ο χρόνος με τη γυναίκα του απέκτησε μια διαφορετική ποιότητα. Ανακάλυψε ακόμη ότι του άρεσε να ασχολείται με μικρές κατασκευές και επισκευές, όχι επειδή έπρεπε να το κάνει, αλλά επειδή εξακολουθούσε να του δίνει χαρά να δημιουργεί με τα χέρια του.

Κυρίως, όμως, άρχισε να καταλαβαίνει ότι το γεγονός πως ένας σημαντικός ρόλος της ζωής του είχε τελειώσει δεν σήμαινε ότι είχε τελειώσει και η χρησιμότητα, η δημιουργικότητα ή η ανάγκη του να αισθάνεται ζωντανός. Ήταν ακόμη ο ίδιος άνθρωπος, με τις ίδιες γνώσεις, τις ίδιες εμπειρίες, το ίδιο χιούμορ και την ίδια διάθεση να προσφέρει. Απλώς τώρα χρειαζόταν να ανακαλύψει άλλους τρόπους για να τα εκφράζει.

Η νοσταλγία δεν εξαφανίστηκε. Ούτε χρειαζόταν να εξαφανιστεί. Υπήρχαν στιγμές που θυμόταν τα προηγούμενα χρόνια και συγκινούνταν. Μόνο που τώρα μπορούσε να τα θυμάται χωρίς να αισθάνεται ότι έπρεπε να επιστρέψει σε αυτά. Είχαν υπάρξει ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της ζωής του, αλλά δεν ήταν ολόκληρη η ζωή του. Ίσως τελικά αυτό να κατάφερε ο κύριος Βασίλης. Δεν προσπάθησε να κρατήσει ανοιχτό έναν κύκλο που είχε κλείσει, ούτε να τον διαγράψει για να προχωρήσει. Τον κράτησε μέσα του ως ένα κομμάτι της διαδρομής του και άρχισε, με τον δικό του ρυθμό, να κοιτάζει λίγο περισσότερο μπροστά.

Γιατί όταν ένας κύκλος κλείνει, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάτι τελειώνει μέσα μας. Μερικές φορές σημαίνει απλώς ότι ήρθε η ώρα να ανακαλύψουμε τι άλλο μπορεί να αρχίσει.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top