CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή
Οι βαλίτσες ήταν έτοιμες από το προηγούμενο βράδυ. Ο Φίλιππος είχε αφήσει πάνω στο γραφείο τα εισιτήρια, τα ακουστικά του, έναν φορτιστή και μια μικρή λίστα με όσα έπρεπε να θυμηθεί πριν φύγει. Το επόμενο πρωί, εκείνος και ο Μάριος θα πετούσαν για το Άμστερνταμ. Το σχεδίαζαν εδώ και μήνες και τώρα απέμεναν μόνο μερικές τελευταίες λεπτομέρειες.
Το κουδούνι χτύπησε λίγο μετά τις οκτώ. Ο Μάριος εμφανίστηκε στην πόρτα του σπιτιού κρατώντας στο ένα χέρι το κινητό του και στο άλλο ένα μεγάλο κουτί πίτσα. Ο Φίλιππος κοίταξε πρώτα εκείνον και μετά το κουτί.
«Πάλι πίτσα, ρε μεγάλε; Δεν έλεγες ότι από Δευτέρα ξεκινάς διατροφή;»
Ο Μάριος άφησε το κουτί πάνω στο γραφείο και γέλασε.
«Εγώ περιμένω εσένα. Άνοιξε επιτέλους εκείνο το γραφείο που λες τόσον καιρό και θα γίνω ο πρώτος σου πελάτης.»
Ο Φίλιππος δεν απάντησε. Άνοιξε το κουτί, πήρε ένα κομμάτι πίτσα και γύρισε την κουβέντα στην αυριανή αναχώρηση. Οι δυο τους συνέχισαν να συζητούν για το ταξίδι, τις διαδρομές που ήθελαν να κάνουν, τα μέρη που θα επισκέπτονταν και όλα όσα είχαν σκοπό να χωρέσουν μέσα στις επόμενες ημέρες.
Για τον Φίλιππο αυτό το ταξίδι ερχόταν στην κατάλληλη στιγμή. Στα είκοσι πέντε του είχε ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Διαιτολογία και Διατροφή, είχε πάρει το μεταπτυχιακό του και είχε αποκτήσει την πρώτη του εμπειρία μέσα από την πρακτική του σε νοσοκομείο. Μετά από αρκετά χρόνια συνεχούς εκπαίδευσης, θεωρούσε πως δικαιούταν ένα διάλειμμα πριν αποφασίσει τι θα έκανε στη συνέχεια.
Η αλήθεια ήταν πως οι επιλογές δεν του έλειπαν. Είχε σκεφτεί να στείλει το βιογραφικό του σε κάποια ιδιωτικά κέντρα, είχε συζητήσει ακόμη και το ενδεχόμενο να δημιουργήσει τον δικό του χώρο, ενώ κάποιες φορές φανταζόταν τον εαυτό του να συνεργάζεται με γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας. Όλα αυτά τον ενδιέφεραν και, όταν μιλούσε γι’ αυτά, έδειχνε πραγματικά ενθουσιασμένος.
Τελευταία είχε αρχίσει να φλερτάρει και με την ιδέα ενός διδακτορικού πάνω στο αντικείμενό του. Πάντα πίστευε ότι στη γνώση υπάρχει χώρος για κάτι ακόμη και η προοπτική να συνεχίσει να μαθαίνει τον ενθουσίαζε. Υπήρχαν τομείς στους οποίους θα μπορούσε να εξειδικευτεί περισσότερο, προγράμματα που είχε ήδη ξεχωρίσει και μετεκπαιδεύσεις που σκεφτόταν ότι κάποια στιγμή θα ήταν χρήσιμο να παρακολουθήσει. Ίσως γι’ αυτό και το ταξίδι στην Ολλανδία είχε αποκτήσει για εκείνον έναν δεύτερο σκοπό. Θα ξεκουραζόταν, θα περνούσε χρόνο με τον Μάριο, θα γνώριζαν καινούργια μέρη, αλλά είχε φροντίσει να συμπεριλάβει στο ταξίδι τους και το Μάαστριχτ. Ήθελε να δει από κοντά το πανεπιστήμιο και, κυρίως, το ερευνητικό περιβάλλον γύρω από τη διατροφή και τον μεταβολισμό που είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του.
Ο Μάριος, καθώς άπλωνε τα πράγματά του πάνω στο γραφείο, παρατήρησε μερικές εκτυπωμένες σελίδες ανάμεσα στα χαρτιά του Φίλιππου. Στην κορυφή μιας από αυτές ξεχώριζε το όνομα του Πανεπιστημίου του Μάαστριχτ.
«Τι είναι αυτά;» τον ρώτησε.
Ο Φίλιππος τού εξήγησε ότι εδώ και λίγο καιρό κοιτούσε ένα πρόγραμμα διδακτορικών σπουδών που τον ενδιέφερε και ότι, αφού θα βρίσκονταν στην Ολλανδία, σκεφτόταν να συμπεριλάβουν στο ταξίδι τους και μια επίσκεψη στο πανεπιστήμιο.
Ο Μάριος τον κοίταξε απορημένος.
«Και το γραφείο που θα ανοίξεις; Πώς θα τα κάνεις και τα δύο;»
Ο Φίλιππος δεν φάνηκε να προβληματίζεται ιδιαίτερα από την ερώτηση.
«Ε, τότε θα το ανοίξω μετά το διδακτορικό. Τι νόημα έχει να ξεκινήσω τώρα και να το αφήσω στη μέση;»
Η απάντηση βγήκε τόσο φυσικά, που για τον ίδιο δεν υπήρχε τίποτα παράξενο σε αυτή. Το γραφείο απλώς μετακινήθηκε μερικά χρόνια αργότερα. Όπως είχαν μετακινηθεί και άλλα πράγματα πριν από αυτό.
Η κουβέντα τελείωσε εκεί, όμως η ερώτηση του Μάριου έμεινε για λίγο στο μυαλό του. Πόσα πράγματα είχε άραγε αποφασίσει ότι έπρεπε να προηγηθούν πριν ξεκινήσει πραγματικά την επαγγελματική του ζωή;
Πρώτα ήταν το πτυχίο. Μετά το μεταπτυχιακό. Τώρα ένα πιθανό διδακτορικό και, ίσως αργότερα, κάποια ακόμη εξειδίκευση. Όλα είχαν ενδιαφέρον, όλα μπορούσαν να του προσφέρουν περισσότερες γνώσεις και για καθένα από αυτά υπήρχε ένας πολύ καλός λόγος για να το επιλέξει.
Μόνο που ο Φίλιππος είχε ήδη αρκετά εφόδια για να κάνει μια αρχή. Κι όμως, η αρχή αυτή μεταφερόταν συνεχώς λίγο πιο μακριά. Όχι επειδή είχε αποφασίσει ότι δεν ήθελε να εργαστεί. Αντίθετα, μιλούσε συχνά για το δικό του γραφείο, σκεφτόταν πώς θα ήθελε να είναι, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο θα εργαζόταν με τους ανθρώπους που θα τον εμπιστεύονταν. Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν ήταν πόσα ακόμη χρειαζόταν να μάθει. Ίσως ήταν γιατί ένιωθε ότι χρειαζόταν πάντα κάτι ακόμη πριν ξεκινήσει.
Η αναβλητικότητα δεν εμφανίζεται πάντα ως αδράνεια. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος δεν προσπαθεί, δεν ενδιαφέρεται ή δεν έχει στόχους. Μερικές φορές μπορεί να κρύβεται πίσω από μια συνεχή προετοιμασία. Διαβάζουμε λίγο ακόμη, οργανώνουμε καλύτερα το σχέδιό μας, περιμένουμε να αποκτήσουμε περισσότερη εμπειρία ή να αισθανθούμε περισσότερο έτοιμοι. Και όλα αυτά μπορεί να είναι πράγματι χρήσιμα. Μέχρι τη στιγμή που παύουν να μας προετοιμάζουν για το επόμενο βήμα και αρχίζουν να μας προστατεύουν από αυτό.
Ίσως αυτό συνέβαινε και στον Φίλιππο. Δεν απέφευγε την προσπάθεια. Απέφευγε, χωρίς ακόμη να το αντιλαμβάνεται, εκείνη τη στιγμή όπου η γνώση θα έπρεπε να αφήσει την ασφάλεια της θεωρίας και να δοκιμαστεί στην πράξη.
Η αναβολή είχε ένα πλεονέκτημα που ο Φίλιππος δεν είχε ακόμη αναγνωρίσει. Όσο το επαγγελματικό του ξεκίνημα βρισκόταν κάπου στο μέλλον, μπορούσε να το φαντάζεται ακριβώς όπως το ήθελε. Το γραφείο του μπορούσε να πετύχει, ο ίδιος μπορούσε να γίνει ένας εξαιρετικός επαγγελματίας και όλα όσα είχε ονειρευτεί παρέμεναν πιθανά.
Η πραγματικότητα, όμως, θα έφερνε μαζί της και κάτι διαφορετικό. Την πιθανότητα μιας αποτυχίας, μιας λανθασμένης επιλογής, ενός ανθρώπου που δεν θα έμενε ικανοποιημένος. Θα έφερνε ημέρες που ίσως το τηλέφωνο δεν θα χτυπούσε και άλλες που θα επέστρεφε σπίτι αναρωτώμενος αν είχε χειριστεί σωστά ένα περιστατικό.
Όσο δεν ξεκινούσε, τίποτε από αυτά δεν μπορούσε να συμβεί.
Υπήρχε όμως και κάτι ακόμη που άρχισε σιγά σιγά να γίνεται ορατό. Η αναβολή μπορεί να μας προστατεύει προσωρινά από αυτό που φοβόμαστε, αλλά ταυτόχρονα μας κρατά μακριά και από αυτό που επιθυμούμε. Ο Φίλιππος απέφευγε την πιθανότητα να αποτύχει. Μα μαζί της ανέβαλλε και την πιθανότητα να πετύχει.
Το πρόβλημα με την αναβολή είναι ότι στην αρχή μοιάζει σχεδόν ακίνδυνη. Μια εβδομάδα, ένας μήνας, ακόμη ένας κύκλος σπουδών. Πάντα υπάρχει χρόνος και πάντα μπορεί κανείς να ξεκινήσει λίγο αργότερα. Μόνο που ο χρόνος που περνά δεν μένει χωρίς συνέπειες.
Σιγά σιγά, αυτό που αναβάλλουμε αρχίζει να βαραίνει περισσότερο. Μια απόφαση που κάποτε έμοιαζε σχετικά απλή αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις, η σκέψη της επιστρέφει συχνότερα και μαζί της εμφανίζεται η απογοήτευση απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Ξέρουμε ότι θέλουμε να προχωρήσουμε, βλέπουμε ότι δεν το κάνουμε και αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε γιατί.
Κάπως έτσι είχε αρχίσει να συμβαίνει και στον Φίλιππο. Το γραφείο που κάποτε φανταζόταν με ενθουσιασμό είχε αρχίσει να γίνεται μια σκέψη που απέφευγε. Κάθε φορά που κάποιος τον ρωτούσε για τα επαγγελματικά του σχέδια, είχε μια έτοιμη απάντηση για το επόμενο βήμα του. Εκείνο που δεν είχε ήταν μια συγκεκριμένη απάντηση για το πότε θα ξεκινούσε.
Και ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες παγίδες της αναβλητικότητας. Δεν αναβάλλουμε μόνο μια πράξη. Μαζί της αναβάλλουμε εμπειρίες, ευκαιρίες, λάθη από τα οποία θα μπορούσαμε να μάθουμε, ακόμη και πλευρές του εαυτού μας που θα γνωρίζαμε μόνο αν δοκιμάζαμε. Γιατί κάποια πράγματα δεν μπορούμε να τα μάθουμε πριν ξεκινήσουμε. Τα μαθαίνουμε ξεκινώντας.
Υπάρχει μια πλευρά της αναβλητικότητας που συχνά δεν παρατηρούμε. Όταν κάτι μας προκαλεί άγχος, αβεβαιότητα ή απλώς μας δυσκολεύει, το να το αφήσουμε για αργότερα μπορεί εκείνη τη στιγμή να μας κάνει να αισθανθούμε καλύτερα. Η απόφαση απομακρύνεται, η πίεση μειώνεται και για λίγο δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε αυτό που μας δυσκολεύει. Το «θα το κάνω αύριο» γίνεται μια μικρή ανακούφιση. Μόνο που το αύριο κάποια στιγμή γίνεται σήμερα και τότε αυτό που αναβάλαμε εξακολουθεί να βρίσκεται μπροστά μας, μόνο που τώρα μπορεί να συνοδεύεται και από περισσότερο άγχος, ενοχές ή απογοήτευση επειδή, για ακόμη μία φορά, δεν κάναμε αυτό που είχαμε υποσχεθεί στον εαυτό μας.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είμαστε αναβλητικοί σε όλα. Μπορεί κάποιος να είναι συνεπής στην εργασία του, στις υποχρεώσεις του, στα ραντεβού του και σε όσα περιμένουν οι άλλοι από εκείνον, αλλά να αναβάλλει συστηματικά ένα συγκεκριμένο κομμάτι της δικής του ζωής. Ίσως λοιπόν έχει μεγαλύτερη σημασία να μη λέμε τόσο εύκολα «είμαι αναβλητικός», αλλά να αναρωτιόμαστε: «Τι είναι αυτό που αναβάλλω; Και τι είναι αυτό που με δυσκολεύει τόσο σε αυτό;» Γιατί μερικές φορές, πίσω από ένα απλό «θα το κάνω αργότερα», υπάρχει κάτι περισσότερο που αξίζει να ακούσουμε.
Όταν επέστρεψε από το ταξίδι, η καθημερινότητά του μπήκε γρήγορα στους γνώριμους ρυθμούς της. Μόνο που αυτή τη φορά μια σκέψη επέμενε περισσότερο από τις άλλες. «Γιατί κάθε φορά που έφτανε κοντά στην επαγγελματική του αρχή, εμφανιζόταν κάτι που έμοιαζε σημαντικότερο να προηγηθεί;»
Ένα βράδυ άνοιξε τον υπολογιστή του και, αντί να αναζητήσει ακόμη ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, άρχισε να ψάχνει πληροφορίες για την αναβλητικότητα. Όσο διάβαζε, άρχισε να καταλαβαίνει ότι δεν ήταν τόσο απλή όσο την είχε στο μυαλό του. Μέχρι τότε τη συνέδεε περισσότερο με την τεμπελιά, την αδράνεια ή την κακή οργάνωση. Ο ίδιος όμως δεν αναγνώριζε τον εαυτό του σε τίποτε από αυτά. Ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του, ολοκλήρωνε ό,τι αναλάμβανε και μπορούσε να εργαστεί με μεγάλη προσήλωση όταν είχε έναν συγκεκριμένο στόχο. Άρχισε τότε να καταλαβαίνει ότι κάποιος μπορεί να είναι συνεπής σε πολλούς τομείς της ζωής του και να αναβάλλει συστηματικά έναν συγκεκριμένο. Ίσως λοιπόν το «είμαι αναβλητικός» να μην εξηγούσε πολλά. Μεγαλύτερη σημασία είχε να αναρωτηθεί τι ακριβώς ανέβαλλε και γιατί. Καθώς συνέχισε να διαβάζει, ανακάλυψε ότι δεν είναι κάθε καθυστέρηση αναβλητικότητα. Υπάρχουν φορές που επιλέγουμε συνειδητά να αφήσουμε κάτι για αργότερα επειδή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή ή επειδή κάποια άλλη ανάγκη προηγείται. Στη δική του περίπτωση, όμως, άρχισε να δυσκολεύεται να βρει έναν πραγματικό λόγο. Είχε τις γνώσεις, τα απαραίτητα εφόδια και, κυρίως, την επιθυμία να ξεκινήσει. Παρ’ όλα αυτά, κάθε φορά μετέφερε την αρχή λίγο πιο μακριά. Κάπου εκεί συνάντησε και κάτι που τον έκανε να σταματήσει για λίγο την ανάγνωση. Η αναβολή μπορεί να μας προσφέρει προσωρινή ανακούφιση.
Σκέφτηκε πόσες φορές είχε πει στον εαυτό του «όχι ακόμη» και αμέσως είχε αισθανθεί καλύτερα. Δεν χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή να αποφασίσει για χώρο, έξοδα, πρώτους πελάτες ή ευθύνες. Όλα μπορούσαν να περιμένουν. Η δυσκολία δεν είχε εξαφανιστεί· απλώς είχε μεταφερθεί στον μελλοντικό του εαυτό. Μόνο που το μέλλον κάποια στιγμή γίνεται παρόν. Και τότε αυτό που έχουμε αναβάλει εξακολουθεί να μας περιμένει, συχνά μαζί με περισσότερο άγχος, ενοχές ή απογοήτευση επειδή για ακόμη μία φορά δεν κάναμε αυτό που είχαμε αποφασίσει.
Ο Φίλιππος συνέχισε να ψάχνει και άρχισε να αναγνωρίζει ακόμη ένα κομμάτι του εαυτού του. Δεν ήθελε απλώς να ξεκινήσει. Ήθελε να ξεκινήσει σωστά. Να γνωρίζει αρκετά, να είναι προετοιμασμένος για κάθε ενδεχόμενο, να μην κάνει λάθη και να αισθάνεται βέβαιος ότι θα τα καταφέρει. Μόνο που ίσως αυτή η ανάγκη να αισθανθεί απολύτως έτοιμος ήταν μέρος αυτού που τον κρατούσε πίσω. Γιατί άλλο είναι να θέλουμε να κάνουμε κάτι καλά και άλλο να πιστεύουμε ότι πρέπει να είμαστε απόλυτα προετοιμασμένοι πριν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να δοκιμάσει. Διάβασε ακόμη ότι η αναβλητικότητα μπορεί να δημιουργήσει έναν παράξενο κύκλο. Όσο περισσότερο πιεζόμαστε, τόσο δυσκολότερο μπορεί να γίνεται να ξεκινήσουμε κάτι που ήδη μας αγχώνει. Το αναβάλλουμε για να νιώσουμε προσωρινά καλύτερα, αλλά η ίδια η αναβολή δημιουργεί νέα πίεση. Και κάπως έτσι, αυτό που κάναμε για να αποφύγουμε το άγχος καταλήγει να το μεγαλώνει.
Για πρώτη φορά ο Φίλιππος δεν αναρωτήθηκε τι ακόμη χρειαζόταν να μάθει για να ανοίξει το γραφείο του. Αναρωτήθηκε κάτι διαφορετικό. Τι ακριβώς περίμενε να αισθανθεί για να επιτρέψει στον εαυτό του να ξεκινήσει; Και ίσως αυτή ήταν η πρώτη ερώτηση που δεν μπορούσε να απαντήσει με ένα ακόμη πτυχίο, μια εξειδίκευση ή ένα διδακτορικό. Όσο περισσότερο παρατηρούσε τον εαυτό του, τόσο περισσότερο άρχισε να καταλαβαίνει ότι δεν ανέβαλλε μόνο μια επαγγελματική απόφαση. Ανέβαλλε όλα όσα θα έρχονταν μαζί της.
Μέχρι τότε, ως φοιτητής, ήξερε καλά τον ρόλο του. Υπήρχαν μαθήματα, καθηγητές, εξετάσεις, εργασίες και συγκεκριμένοι στόχοι. Μπορούσε να προετοιμαστεί, να διαβάσει περισσότερο, να βελτιώσει μια εργασία πριν την παραδώσει. Υπήρχε σχεδόν πάντα κάποιος τρόπος να αισθανθεί περισσότερο έτοιμος. Το δικό του γραφείο δεν θα είχε αυτή την ασφάλεια. Εκεί κάποιος θα καθόταν απέναντί του περιμένοντας τη δική του καθοδήγηση. Θα υπήρχαν αποφάσεις για τις οποίες θα ήταν υπεύθυνος ο ίδιος, άνθρωποι που ίσως δεν θα ακολουθούσαν τις συμβουλές του, περιπτώσεις που θα τον δυσκόλευαν και ερωτήσεις στις οποίες πιθανόν να μην είχε αμέσως την απάντηση.
Και τότε άρχισε να αναγνωρίζει έναν φόβο που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρυβόταν πολύ καλά πίσω από την ανάγκη του για περισσότερη γνώση. Τον φόβο μήπως δεν ήταν αρκετά καλός. Ίσως γι’ αυτό η σκέψη μιας ακόμη εκπαίδευσης ήταν τόσο ελκυστική. Κάθε καινούργιος τίτλος τού έδινε κάτι περισσότερο από γνώσεις. Του έδινε λίγο ακόμη χρόνο πριν χρειαστεί να δοκιμάσει τον εαυτό του έξω από το γνώριμο περιβάλλον των σπουδών. Μόνο που τώρα μπορούσε να δει και την παγίδα. Αν περίμενε να εξαφανιστεί κάθε αμφιβολία πριν κάνει την αρχή, ίσως να περίμενε για πολύ καιρό ακόμη. Άρχισε λοιπόν να αναρωτιέται αν είχε θέσει στον εαυτό του έναν όρο που ήταν αδύνατον να εκπληρωθεί: να αισθανθεί πρώτα έτοιμος και μετά να ξεκινήσει. Κι αν συνέβαινε το αντίθετο; Αν ένα μέρος της σιγουριάς που περίμενε δεν μπορούσε να αποκτηθεί μέσα από άλλα βιβλία και άλλες σπουδές, αλλά μόνο μέσα από την εμπειρία;
Δεν χρειαζόταν να εγκαταλείψει την ιδέα του διδακτορικού, ούτε να σταματήσει να αγαπά τη γνώση. Χρειαζόταν να ξεχωρίσει κάτι πολύ πιο δύσκολο: τι επέλεγε επειδή πραγματικά το επιθυμούσε και τι επέλεγε επειδή τον βοηθούσε να καθυστερεί αυτό που φοβόταν. Και ίσως αυτή να ήταν η σημαντικότερη διαφορά. Δεν χρειαζόταν να σταματήσει να φοβάται για να προχωρήσει. Χρειαζόταν να αρχίσει να προχωρά, ακόμη κι αν ένα μέρος του εξακολουθούσε να φοβάται.
Ο Φίλιππος είχε περάσει πολύ καιρό σκεπτόμενος την αρχή σαν κάτι μεγάλο. Να βρει τον κατάλληλο χώρο, να οργανώσει το γραφείο, να αποκτήσει πελατολόγιο, να είναι οικονομικά έτοιμος, να γνωρίζει πώς θα αντιμετωπίσει κάθε πιθανό περιστατικό. Όταν όλα αυτά βρίσκονταν μαζί μέσα στο μυαλό του, η αρχή έμοιαζε βουνό. Ίσως όμως δεν χρειαζόταν να ξεκινήσει από το βουνό. Πήρε ένα φύλλο χαρτί και έγραψε στην κορυφή: «Τι μπορώ να κάνω αυτή την εβδομάδα;» Όχι σε έξι μήνες. Όχι όταν θα αισθανόταν περισσότερο έτοιμος. Αυτή την εβδομάδα.
Για πρώτη φορά προσπάθησε να χωρίσει αυτό που τόσο καιρό έβλεπε σαν μία τεράστια απόφαση σε μικρότερα βήματα. Να ενημερωθεί για όσα χρειάζονταν για την έναρξη του επαγγέλματός του. Να εξετάσει τις πραγματικές επιλογές του. Να υπολογίσει τα πρώτα έξοδα. Να δει χώρους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έπρεπε να νοικιάσει κάποιον την επόμενη ημέρα. Και κυρίως, να σταματήσει να ζητά από τον εαυτό του να λύσει σήμερα όλα τα προβλήματα που ίσως συναντούσε αύριο.
Αυτό ήταν καινούργιο για εκείνον. Μέχρι τότε περίμενε να νιώσει έτοιμος για ολόκληρη τη διαδρομή πριν κάνει το πρώτο βήμα. Τώρα άρχιζε να καταλαβαίνει ότι ίσως χρειαζόταν να είναι έτοιμος μόνο για το επόμενο. Και κάπως έτσι, η αρχή έπαψε να μοιάζει τόσο μεγάλη. Δεν είχε ανοίξει ακόμη το γραφείο του. Δεν είχε νικήσει την αναβλητικότητά του και δεν είχε ξαφνικά όλες τις απαντήσεις. Είχε όμως σταματήσει να περιμένει την τέλεια στιγμή για να κινηθεί.
Η αναβλητικότητα δεν εξαφανίζεται επειδή κάποια στιγμή αποφασίσαμε να γίνουμε πιο πειθαρχημένοι. Ούτε χρειάζεται κάθε φορά να περιμένουμε να αποκτήσουμε διάθεση, αυτοπεποίθηση ή σιγουριά για να κάνουμε αυτό που έχουμε μπροστά μας. Ίσως το πρώτο βήμα είναι πολύ πιο απλό: να αναγνωρίσουμε τη στιγμή που αρχίζουμε να διαπραγματευόμαστε με τον εαυτό μας.
«Θα το κάνω αύριο.»
«Δεν είμαι ακόμη έτοιμος.»
«Ας περάσει πρώτα αυτή η περίοδος.»
«Χρειάζομαι λίγο περισσότερο χρόνο.»
Κάποιες φορές αυτές οι σκέψεις είναι απολύτως λογικές. Κάποιες άλλες, όμως, είναι ο τρόπος μας να απομακρυνθούμε για λίγο από κάτι που μας δυσκολεύει. Εκεί ίσως αξίζει να μη ρωτήσουμε τον εαυτό μας «γιατί δεν το κάνω επιτέλους;», αλλά κάτι διαφορετικό: «Τι νιώθω όταν σκέφτομαι ότι πρέπει να το κάνω; Άγχος; Φόβο; Αβεβαιότητα; Πλήξη; Μήπως φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω; Μήπως περιμένω να αισθανθώ περισσότερο έτοιμος; Ή μήπως αυτό που έχω μπροστά μου μοιάζει τόσο μεγάλο, που δεν ξέρω καν από πού να αρχίσω;»
Η απάντηση δεν χρειάζεται πάντα να είναι μια μεγάλη απόφαση. Μπορεί να είναι ένα τηλεφώνημα, ένα email, μια αίτηση, δέκα λεπτά εργασίας, μια πρώτη πληροφορία. Κάτι αρκετά μικρό ώστε να μπορεί να γίνει σήμερα. Γιατί το πρώτο βήμα δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι θα καταφέρουμε ολόκληρη τη διαδρομή. Χρειάζεται μόνο να μας βγάλει από το σημείο στο οποίο στεκόμαστε.
Ο Φίλιππος δεν ήξερε ακόμη πού ακριβώς θα τον οδηγούσε η επαγγελματική του πορεία. Δεν ήξερε αν κάποια στιγμή θα έκανε το διδακτορικό που τόσο τον ενδιέφερε, ούτε αν το δικό του γραφείο θα εξελισσόταν όπως το είχε φανταστεί. Άρχισε όμως να καταλαβαίνει ότι δεν ήταν απαραίτητο να γνωρίζει από πριν όλες τις απαντήσεις. Κάποιες από αυτές θα τις έβρισκε μόνο προχωρώντας. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα δυσκολότερα μαθήματα για όσους αναβάλλουμε: ότι δεν χρειάζεται πάντα να αισθανθούμε έτοιμοι για να ξεκινήσουμε. Μερικές φορές χρειάζεται να ξεκινήσουμε για να αρχίσουμε να νιώθουμε έτοιμοι.
