Από Το Σημειωματάριό Μου – Ο μικρός Πρίγκιπας

CATEGORY: Ιστορίες Που Άφησαν Το Αποτύπωμά Τους



Αν και βρισκόμαστε προς το τέλος του καλοκαιριού, η σημερινή μέρα είναι συννεφιασμένη, μουντή και, με εξαίρεση τη ζέστη, θυμίζει ένα απομεσήμερο του φθινοπώρου.

Κάθομαι στο γραφείο μου και από το λάπτοπ ακούγεται η μουσική της αγαπημένης μου Ευανθίας Ρεμπούτσικα από τον Μικρό Πρίγκιπα. Την αφήνω να παίζει για λίγο, ώσπου, σχεδόν χωρίς να το σκεφτώ, σηκώνομαι και πηγαίνω στη βιβλιοθήκη μου.

Αρχίζω να ψάχνω ανάμεσα στα βιβλία. Περνάω αργά τα δάχτυλά μου από τις ράχες τους, μέχρι που το βλέμμα μου σταματά σ’ εκείνο που έψαχνα.

Τον Μικρό Πρίγκιπα.

Το παίρνω στα χέρια μου και μένω για λίγο να κοιτάζω το εξώφυλλο. Το μικρό αγόρι με τα ξανθά μαλλιά στέκεται στην άκρη ενός μικροσκοπικού πλανήτη και κοιτάζει με δέος το τοπίο γύρω του.

Κάθομαι στην πολυθρόνα μου και αρχίζω να ξεφυλλίζω τις σελίδες. Κάποιες είναι σχεδόν γεμάτες από προσωπικές μου σημειώσεις, λέξεις και φράσεις υπογραμμισμένες, μικρά σημάδια από προηγούμενες αναγνώσεις.

Ξαναγυρίζω στο εξώφυλλο.

Χαμογελάω καθώς κοιτάζω το αγοράκι. Είναι τόσο μικρό κι όμως, αν εξαιρέσεις το ύψος του, κάτι στη στάση του σώματός του θυμίζει ώριμο άντρα.

Κλείνω τα μάτια. Με τους απαλούς ήχους της μουσικής να συνεχίζουν να ακούγονται και το βιβλίο στην αγκαλιά μου, αφήνομαι σιγά σιγά σ’ ένα μαγικό ταξίδι.

Και τότε βλέπω τον εαυτό μου εκεί.

Καθισμένη δίπλα στο μικρό αγόρι, πάνω σ’ εκείνον τον παράξενο, μικροσκοπικό πλανήτη. Δεν μιλάμε. Καθόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον και κοιτάζουμε τον ήλιο, τ’ αστέρια, το ατέλειωτο σύμπαν γύρω μας.

Πόσο περίεργο μου φαίνεται να βλέπω τα πόδια μου να κρέμονται από την άκρη ενός πλανήτη. Είναι τόσο μικρός, που περισσότερο μοιάζει με έναν τεράστιο βράχο χαμένο κάπου μέσα στο σύμπαν. Σκέφτομαι πως, αν σηκωθώ και περπατήσω λίγο, ίσως σε λίγα λεπτά να έχω κάνει τον γύρο του.

Μα ακόμη πιο περίεργο μου φαίνεται που κάθομαι παρέα με ένα μικρό αγόρι και δεν κάνουμε τίποτα από εκείνα που θα περίμενε κανείς να κάνει ένα παιδί. Δεν τρέχουμε, δεν παίζουμε, δεν γελάμε με κάποια ανοησία.

Καθόμαστε απλώς δίπλα δίπλα.

Τα πόδια μας κρέμονται στο κενό και κοιτάζουμε τον ήλιο σαν να τον βλέπουμε για πρώτη φορά.

Για μια στιγμή γυρίζω και τον κοιτάζω. Δεν ξέρω αν πρέπει να του μιλήσω ή αν είναι καλύτερα να μείνω σιωπηλή. Έχει κάτι παράξενο αυτό το παιδί. Κάτι που με κάνει να ξεχνώ την ηλικία του.

Ίσως γιατί δεν κοιτάζει τον κόσμο όπως τον κοιτάζουν συνήθως τα παιδιά.

Ή μήπως εμείς οι μεγάλοι έχουμε ξεχάσει πώς κοιτάζουν πραγματικά τα παιδιά τον κόσμο;

Κάποια στιγμή γυρίζει και με κοιτάζει.

«Γιατί χαμογελάς;» με ρωτά.

«Δεν ξέρω… Μου φαίνεται λίγο αστείο όλο αυτό. Εγώ κι εσύ, καθισμένοι στην άκρη ενός πλανήτη.»

Με κοιτάζει απορημένος.

«Γιατί είναι αστείο;»

Ανοίγω το στόμα να του απαντήσω, αλλά τελικά δεν λέω τίποτα. Τι να του εξηγήσω τώρα; Ότι οι μεγάλοι έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσιολογικά τόσα παράλογα πράγματα, που όταν συμβαίνει κάτι όμορφο μας φαίνεται παράξενο;

«Δεν ξέρω», του λέω τελικά.

Συνοφρυώνεται.

«Οι μεγάλοι λέτε πολύ συχνά “δεν ξέρω”.»

«Όταν ήμουν μικρή δεν το έλεγα;»

«Εσύ να μου πεις.»

Γυρίζω πίσω, προσπαθώντας να θυμηθώ. Πώς ήμουν άραγε όταν ήμουν παιδί; Ρωτούσα συνέχεια; Απορούσα με τα πάντα; Και πότε σταμάτησα; Χωρίς να το καταλάβω, αρχίζω να παρατηρώ τη γυναίκα που είμαι σήμερα. Τώρα πια δεν ρωτάω πάντα. Πολλές φορές υποθέτω. Άλλες φορές βγάζω μόνη μου τα συμπεράσματά μου — με μεγάλη επιτυχία, ομολογουμένως, κυρίως όταν είναι λάθος. Κι υπάρχουν κι εκείνες οι φορές που κάτι δεν μου αρέσει, δεν το καταλαβαίνω, με ενοχλεί, κι όμως αντί να ρωτήσω ένα απλό «γιατί;», προτιμώ να το εξηγήσω μόνη μου. Οι μεγάλοι, σκέφτομαι, έχουμε ένα παράξενο ταλέντο: φτιάχνουμε ολόκληρες ιστορίες στο μυαλό μας και μετά στενοχωριόμαστε γι’ αυτές σαν να συνέβησαν στ’ αλήθεια.

«Μεγαλώνοντας», του λέω, «δεν είχα πια χρόνο να είμαι περίεργη».

Ο χρόνος μου γέμισε υποχρεώσεις. Πράγματα που έπρεπε να κάνω, πράγματα που έπρεπε να μάθω, άλλα που ήθελα να αποκτήσω. Καινούριες εμπειρίες, καινούριοι στόχοι, καινούριες ανάγκες. Πάντα κάτι υπήρχε να περιμένει στην επόμενη γωνία και, χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, κάπου στη διαδρομή έπαψα να ζω ανέμελα.

Κάθομαι τώρα σ’ αυτόν τον παράξενο πλανήτη, με τα πόδια μου να κρέμονται στο κενό, και αναρωτιέμαι.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που κοίταξα πραγματικά τ’ αστέρια; Που στάθηκα να κοιτάξω τον ήλιο χωρίς να με νοιάζει τι ώρα είναι; Πότε ήταν η τελευταία φορά που άφησα το μυαλό μου να ταξιδέψει χωρίς προορισμό;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ονειροπόλησα;

Το παράξενο είναι πως κανείς δεν μου είπε ποτέ να σταματήσω να ονειροπολώ. Δεν θυμάμαι κάποιον να με πήρε μια μέρα από το χέρι και να μου ανακοίνωσε πως αυτά τελείωσαν, τώρα μεγάλωσα. Έγινε μόνο του. Λίγο λίγο. Τα όνειρα έγιναν στόχοι, οι επιθυμίες έγιναν σχέδια και οι αυθόρμητες στιγμές άρχισαν να χρειάζονται χώρο στο ημερολόγιο. Ακόμη και η ξεκούραση απέκτησε πρόγραμμα. Χαμογελάω με τη σκέψη. Τελικά, εμείς οι μεγάλοι καταφέρνουμε κάτι πραγματικά αξιοθαύμαστο: να γεμίζουμε τόσο πολύ τη ζωή μας, που στο τέλος να μην περισσεύει χρόνος για να τη ζήσουμε.

Για λίγο μένουμε και οι δυο σιωπηλοί. Εκείνος κοιτάζει κάπου μακριά κι εγώ παίζω αφηρημένα με μια μικρή πετρούλα δίπλα μου.

«Ξέρεις», του λέω κάποια στιγμή, «τελικά δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί εμείς οι δυο».

Γυρίζει και με κοιτάζει.

«Εγώ ταξίδεψα πολύ», συνεχίζω. «Όχι από πλανήτη σε πλανήτη όπως εσύ. Τα δικά μου ταξίδια έγιναν εδώ, στη Γη. Μόνο που τώρα που το σκέφτομαι, συνάντησα κι εγώ ανθρώπους σαν εκείνους που συνάντησες εσύ».

«Παράξενους;»

Γελάω.

«Πολύ. Μόνο που τότε δεν μου φαίνονταν καθόλου παράξενοι».

Σκύβω και πετάω την πετρούλα στο κενό. Την παρακολουθώ για λίγο μέχρι που χάνεται από τα μάτια μου.

Δεν ζούσαν σε μακρινούς πλανήτες και δεν φορούσαν βασιλικούς μανδύες. Ήταν άνθρωποι της καθημερινότητάς μου. Άνθρωποι που ήθελαν να έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο, που μετρούσαν την αξία τους μέσα από τη θέση, τα χρήματα, την αναγνώριση ή το βλέμμα των άλλων. Συνάντησα εκείνους που ήθελαν να τους θαυμάζουν περισσότερο απ’ όσο ήθελαν να αγαπούν, κι εκείνους που μάζευαν πράγματα, τίτλους και επιτυχίες σαν να μπορούσαν κάποτε όλα αυτά να τους εξασφαλίσουν ότι δεν θα νιώσουν ποτέ μικροί.

Κι όσο το σκέφτομαι, τόσο λιγότερο εύκολο μου είναι να τους κοιτάξω από απόσταση. Γιατί κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους τούς θαύμασα, κάποιους τους ακολούθησα, κάποιους τους αγάπησα. Και, αν θέλω να είμαι πραγματικά ειλικρινής, υπήρξαν στιγμές που κι εγώ μέτρησα τη ζωή μου με λάθος πράγματα· με όσα κατάφερα, με όσα απέκτησα, με όσα πρόλαβα, με το αν ήμουν αρκετά καλή στα μάτια των άλλων.

Με κοιτάζει σοβαρός.

«Και ήταν ευτυχισμένοι;»

Αργώ να απαντήσω.

«Δεν ξέρω… Ίσως κάποιοι να πίστευαν πως ήταν».

Μένει για λίγο σιωπηλός, κοιτάζοντας τ’ αστέρια.

«Εγώ πάντως εμπιστεύομαι περισσότερο όλα εκείνα που οι άνθρωποι δεν κατάφεραν ακόμη να εξηγήσουν, να μετρήσουν ή να ελέγξουν», μου λέει. «Και φοβάμαι λίγο όλα εκείνα που φτιάχνουν μόνοι τους και μετά αποφασίζουν πως πρέπει να τα αποκτήσουν για να είναι ευτυχισμένοι».

Τον κοιτάζω χωρίς να μιλήσω.

Για μικρό παιδί, σκέφτομαι, έχει έναν ενοχλητικό τρόπο να λέει πολύ απλά πράγματα που εμείς οι μεγάλοι χρειαστήκαμε μισή ζωή για να καταλάβουμε.

Και τότε γυρίζει προς το μέρος μου.

«Έμαθες ποτέ να αποχαιρετάς;» με ρωτά. «Να φεύγεις όταν πρέπει, να αφήνεις και τους άλλους να φύγουν… χωρίς να πιστεύεις πως κάθε αποχωρισμός σημαίνει ότι θα μείνεις μόνη;»

Τον κοιτάζω ξαφνιασμένη. Μέχρι πριν από λίγο μιλούσαμε για τους ανθρώπους, για όσα κυνηγούν, για όλα εκείνα που πασχίζουν να αποκτήσουν. Κι όμως, τώρα σκέφτομαι πως ίσως το δυσκολότερο πράγμα στη ζωή δεν είναι να αποκτάς. Είναι να ξέρεις πότε να αφήνεις.

Ανθρώπους. Σχέσεις. Όνειρα που κάποτε ήταν δικά σου αλλά δεν σου ταιριάζουν πια. Ακόμη και παλιές εκδοχές του εαυτού σου που επιμένεις να κουβαλάς, μόνο και μόνο επειδή τις γνωρίζεις καλά.

Οι ερωτήσεις του με αιφνιδιάζουν. Ξαφνικά ο παράξενος πλανήτης κάτω από τα πόδια μου μοιάζει να μικραίνει, να γίνεται μια κουκίδα μέσα στο ατέλειωτο σύμπαν, κι εγώ νιώθω σαν να αιωρούμαι στο αέναο σκοτάδι.

Κοιτάζω γύρω μου και για πρώτη φορά τ’ αστέρια δεν μου φαίνονται όμορφα. Μου φαίνονται μακρινά. Απρόσιτα. Τα πόδια μου κρέμονται στο κενό και, χωρίς να το καταλάβω, πιάνω με τα δυο μου χέρια τον βράχο δίπλα μου, σαν να φοβάμαι πως κάτι θα με τραβήξει μακριά.

Ένα παράξενο σφίξιμο ανεβαίνει στο στήθος μου. Σκέφτομαι όλους εκείνους που έφυγαν. Εκείνους που άφησα εγώ να φύγουν και εκείνους που κράτησα περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, μόνο και μόνο επειδή φοβήθηκα το κενό που θα άφηναν πίσω τους.

Κλείνω για λίγο τα μάτια.

Τελικά, σκέφτομαι, ίσως δεν φοβόμαστε τόσο να χάσουμε τους ανθρώπους. Ίσως φοβόμαστε περισσότερο ποιοι θα είμαστε εμείς όταν εκείνοι δεν θα είναι πια εκεί.

Δεν έχω προλάβει καλά καλά να συνέλθω από την προηγούμενη ερώτησή του, όταν έρχεται η επόμενη, προφανώς αποφασισμένη να με αποτελειώσει.

«Είσαι ελεύθερη;»

Τον κοιτάζω.

Αρχίζω να υποψιάζομαι ότι αυτό το μικρό αγόρι, με το αθώο βλέμμα και τα ξανθά μαλλιά, είναι πολύ πιο επικίνδυνο απ’ όσο δείχνει.

«Φυσικά και είμαι», απαντώ σχεδόν αυτόματα.

Δεν λέει τίποτα. Και αυτή η σιωπή του αρχίζει ήδη να μου τη δίνει στα νεύρα.

Γιατί ξέρω πως δεν με ρώτησε αν μπορώ να ανοίξω μια πόρτα και να φύγω. Με ρώτησε αν μπορώ να φύγω χωρίς να πάρω μαζί μου όλες εκείνες τις αόρατες αλυσίδες που έφτιαξα μόνη μου με τα χρόνια. Υποχρεώσεις, πρέπει, φόβους, προσδοκίες, ανθρώπους που δεν θέλω να απογοητεύσω, πράγματα που κάποτε επέλεξα και τώρα φοβάμαι να αφήσω.

Κοιτάζω εκείνον. Μπορεί να σηκωθεί οποιαδήποτε στιγμή και να ταξιδέψει στον επόμενο πλανήτη. Δεν θέλησε ούτε το πρόβατό του αλυσοδεμένο.

Κι εγώ, που πριν από λίγο απάντησα με τόση σιγουριά πως είμαι ελεύθερη, αρχίζω να αναρωτιέμαι πόσες αλυσίδες μπορεί να κουβαλά ένας άνθρωπος χωρίς να φαίνεται ούτε μία.

Αρχίζω να τρέμω στην ιδέα της επόμενης ερώτησής του. Κοιτάζω γύρω μου μήπως μπορώ, έστω διακριτικά, να απομακρυνθώ λίγο. Μάταιος κόπος. Αυτός ο πλανήτης είναι μια σταλιά. Και στην άλλη άκρη να πάω, πάλι δίπλα του θα είμαι.

Αναστενάζω και κοιτάζω το ατέλειωτο διάστημα μπροστά μου.

«Μήπως ξέρεις πότε περνάει το επόμενο ΚΤΕΛ για Σιβηρία;» τον ρωτάω.

Με κοιτάζει απορημένος.

«Τι είναι ΚΤΕΛ;»

«Άσ’ το. Μακάριοι οι άσχετοι».

Χαμογελάω μόνη μου και ξανακοιτάζω τ’ αστέρια. Εκείνος δεν λέει τίποτα. Κάθεται ήσυχος δίπλα μου, κουνώντας ελαφρά τα πόδια του στο κενό.

Για λίγες στιγμές επικρατεί σιωπή.

Και, προς μεγάλη μου ανακούφιση, δεν με ρωτάει τίποτα.

Κι εκεί, μέσα στην ησυχία, συνειδητοποιώ κάτι που τόσα χρόνια δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου. Ο Μικρός Πρίγκιπας είναι ελεύθερος, ναι. Είναι όμως και μόνος. Ίσως γι’ αυτό περιπλανιέται από πλανήτη σε πλανήτη. Ψάχνει ανθρώπους, ψάχνει φίλους, ψάχνει κάποιον να μοιραστεί μαζί του όλα εκείνα που βλέπει και νιώθει. Μόνο που δεν θέλει να αλυσοδεθεί μαζί τους. Ούτε να τους αλυσοδέσει. Θέλει, σκέφτομαι, κάτι πολύ πιο δύσκολο: να συναντηθούν ελεύθεροι και να γιορτάσουν μαζί την ελευθερία τους.

Μμμμ… Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι.

Ίσως τελικά ελευθερία να μη σημαίνει πως δεν ανήκω πουθενά και σε κανέναν. Ίσως σημαίνει πως έχω πάντα το δικαίωμα να επιλέγω πού θέλω να ανήκω, ποιον θέλω δίπλα μου και ποιες δεσμεύσεις αξίζει να κάνω δικές μου.

Στρέφω ελαφρά το βλέμμα και τον κρυφοκοιτάζω.

Ευτυχώς, ακόμη κοιτάζει τ’ αστέρια.

Δεν είμαι καθόλου έτοιμη για άλλη ερώτηση.

Κάτι μοιάζει να τον έχει συναρπάσει πάλι. Δεν ξέρω τι κοιτάζει, αλλά φαίνεται τόσο ήρεμος, τόσο απορροφημένος, που για μια στιγμή ζηλεύω.

Και τι δεν θα έδινα να μπορούσα να μπω για λίγο στο κεφάλι του. Να δω τι βλέπει. Να ακούσω τι σκέφτεται.

Και τότε συνειδητοποιώ τι μόλις είπα.

Να δω τι βλέπει…

Αυτό είναι.

Τα παιδιά έχουν έναν σχεδόν μαγικό τρόπο να κοιτάζουν τον κόσμο. Μπορούν να ανακαλύψουν κάτι σπουδαίο σ’ ένα σύννεφο, να σταθούν μπροστά σ’ ένα μυρμήγκι σαν να παρακολουθούν το σημαντικότερο γεγονός της ημέρας, να χαζέψουν το φεγγάρι χωρίς να αναρωτηθούν αν χάνουν τον χρόνο τους. Διακρίνουν μια σπάνια ομορφιά γύρω μας που εμείς οι μεγάλοι μάθαμε να προσπερνάμε, καθώς τρέχουμε να βάλουμε σε τάξη αυτή την παράξενα χαοτική ζωή που δημιουργήσαμε.

Τον κοιτάζω ξανά.

Ζηλεύω την αταραξία του. Μα περισσότερο ζηλεύω τον τρόπο που μπορεί ακόμη να κοιτάζει κάτι χωρίς να χρειάζεται να του χρησιμεύει σε τίποτα.

Ξαφνικά θυμάμαι ένα μικρό αναμνηστικό που είχα φέρει κάποτε από διακοπές σ’ ένα νησί. Δεν ξέρω γιατί μου έρχεται τώρα στο μυαλό. Είχε πάνω του μια φράση: «Άνοιξε τα φτερά σου».

Μήπως ήρθε η ώρα να γυρίσω σελίδα στη ζωή μου;

Να λοιπόν άλλη μια μορφή ελευθερίας που είχα ξεχάσει. Η ελευθερία να γυρίζεις σελίδα. Να μπορείς να κοιτάξεις όσα έζησες, να μην τα αρνηθείς, να μην τα πετάξεις, αλλά να αποφασίσεις πως δεν είσαι υποχρεωμένος να μείνεις για πάντα εκεί.

Πόσο εύκολο είναι άραγε;

Καθόλου, υποθέτω.

Ακατόρθωτο όμως; Όχι.

Κρυφοκοιτάζω πάλι τον μικρούλη δίπλα μου. Αν τον ρωτούσα πώς γυρίζει κανείς σελίδα στη ζωή του, πάω στοίχημα πως δεν θα άρχιζε να απαριθμεί όλα όσα μπορεί να πάνε στραβά. Θα άνοιγε διάπλατα εκείνα τα μάτια του και θα σκεφτόταν όλα όσα μπορεί να πάνε σωστά. Καινούριους τόπους, καινούριους ανθρώπους, καινούριες χαρές που ακόμη δεν ξέρει πως υπάρχουν.

Χαμογελάω.

Αν το παιδί μέσα μου δεν έχει πεθάνει από την ανία τόσων χρόνων ενηλικίωσης, ίσως έχω ακόμη μια ευκαιρία να το σώσω.

Ή, ποιος ξέρει;

Ίσως τελικά να είναι εκείνο που θα σώσει εμένα.

Γυρίζω προς το μέρος του και, χωρίς να ξέρω γιατί, νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί του όλους αυτούς τους συλλογισμούς.

«Ξέρεις κάτι, μικρέ μου Πρίγκιπα; Στη διαδρομή που θα επιλέξω να ανοίξω τα φτερά μου, θα συναντήσω ανθρώπους που θα κρίνουν την απόφασή μου. Κάποιοι ίσως γελάσουν μαζί της, άλλοι θα προσπαθήσουν να με αποθαρρύνουν κι ίσως υπάρξουν κι εκείνοι που θα θελήσουν να με κάνουν να αμφιβάλλω για μένα. Να αναρωτηθώ αν μπορώ, αν πρέπει, αν είναι αργά, αν αξίζει τον κόπο».

Παίρνω μια βαθιά ανάσα.

«Όμως το αποφάσισα. Αυτή τη φορά δεν θα τους αφήσω να με αγγίξουν. Και ξέρεις γιατί; Γιατί αυτό το όνειρο είναι δικό μου. Είναι ένας μικρός θησαυρός που κουβαλάω μέσα μου από παιδί και που για χρόνια δεν τόλμησα να ακολουθήσω. Τον έκρυψα κάτω από φόβους, υποχρεώσεις και όλα εκείνα τα “κάποια μέρα” που λέμε όταν δεν έχουμε ακόμη το κουράγιο να πούμε “σήμερα”».

Σηκώνω το βλέμμα μου στον ουρανό.

Ανάμεσα σε τόσα αστέρια, ένα μοιάζει ξαφνικά λίγο πιο φωτεινό.

Χαμογελάω.

«Αυτό είναι το δικό μου φωτεινό αστέρι. Και αυτή τη φορά, θα το ακολουθήσω».

«Να το ακολουθήσεις», μου λέει ήσυχα. «Μόνο να κοιτάξεις καλά πριν φύγεις τι αφήνεις πίσω σου».

Τον κοιτάζω απορημένη.

Εκείνος χαμηλώνει για λίγο τα μάτια.

«Μερικές φορές πρέπει να φύγεις πολύ μακριά για να καταλάβεις πόσο σημαντικό ήταν αυτό που είχες δίπλα σου».

Τα λόγια του με κάνουν να γυρίσω και να τον κοιτάξω. Για μια στιγμή κάτι αλλάζει στο πρόσωπό του. Εκείνη η ανέμελη ηρεμία χάνεται και στη θέση της εμφανίζεται μια σκιά που δεν ταιριάζει καθόλου σ’ ένα τόσο μικρό αγόρι.

«Για το τριαντάφυλλό σου μιλάς;» τον ρωτάω διστακτικά.

Δεν απαντά αμέσως. Κατεβάζει το βλέμμα και αρχίζει να σκαλίζει αφηρημένα με το δάχτυλό του το χώμα δίπλα του.

Και τότε καταλαβαίνω πως μάλλον υπάρχει κάτι που δεν αλλάζει, είτε είσαι παιδί είτε μεγάλος.

Όταν η κουβέντα φτάνει στην αγάπη, όλοι χρειαζόμαστε λίγο χρόνο πριν απαντήσουμε.

Απλώνω το χέρι μου και του χαϊδεύω απαλά τα ξανθά μαλλιά.

«Ήσουν πολύ νέος για να ξέρεις πόσο θα το αγαπήσεις», του λέω. «Ίσως, βέβαια, κανείς μας να μην ξέρει στην αρχή. Η αγάπη δεν έρχεται με οδηγίες χρήσης».

Χαμογελάει κι εγώ συνεχίζω.

«Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως δεν αρκεί να λες “σ’ αγαπώ”. Πρέπει να μάθεις και να ακούς. Να δίνεις χωρίς κάθε φορά να κρατάς λογαριασμό για όσα θα πάρεις πίσω. Να ζητάς συγγνώμη όταν πληγώνεις, ακόμη κι αν δεν το έκανες επίτηδες. Να συγχωρείς, όταν μπορείς. Να είσαι καλός όχι μόνο όταν όλα πηγαίνουν όπως θέλεις, αλλά κυρίως όταν δεν πηγαίνουν».

Σταματάω για λίγο.

«Και ίσως το δυσκολότερο απ’ όλα είναι να μάθεις να αγαπάς έναν άνθρωπο χωρίς να προσπαθείς συνεχώς να τον αλλάξεις. Να τον ακούς όταν σου μιλά, αντί να περιμένεις απλώς τη σειρά σου για να απαντήσεις. Να τον αφήνεις να είναι διαφορετικός από εσένα. Να του δίνεις χώρο να ανθίσει με τον δικό του τρόπο».

Το βλέμμα μου πέφτει πάνω του.

«Μάλλον τελικά, μικρέ μου Πρίγκιπα, την αγάπη δεν τη μαθαίνουμε όταν τη βρίσκουμε. Τη μαθαίνουμε όσο προσπαθούμε να μην τη χάσουμε».

Τον κοιτάζω στα μάτια και για μια στιγμή είναι σαν να καθρεφτίζεται μέσα τους ο δικός μου Μικρός Πρίγκιπας. Εκείνο το παιδί που κάποτε ήμουν και που, μέσα στη βιασύνη να μεγαλώσω, πίστεψα πως είχα αφήσει κάπου πίσω μου.

Μα είναι ακόμη εδώ.

Ίσως λίγο ξεχασμένο, λίγο παραπονεμένο, ίσως και τρομερά βαριεστημένο από όλα αυτά τα χρόνια σοβαρής ενηλικίωσης. Όμως είναι εδώ. Ακόμη κοιτάζει τ’ αστέρια. Ακόμη θέλει να ρωτά «γιατί;», να αγαπά χωρίς να μετρά, να συγχωρεί, να ονειρεύεται, να ανοίγει τα φτερά του και να πιστεύει πως κάπου εκεί έξω υπάρχει πάντα ένας καινούριος κόσμος που αξίζει να ανακαλύψει.

Χαμογελάω και κλείνω τα μάτια.

Κι όταν τα ανοίγω ξανά, βρίσκομαι στην πολυθρόνα μου. Η μουσική εξακολουθεί να παίζει χαμηλά από το λάπτοπ και το βιβλίο είναι ακόμη στην αγκαλιά μου.

Κοιτάζω πάλι το μικρό ξανθό αγόρι στο εξώφυλλο.

Μόνο που τώρα δεν βλέπω πια εκείνον.

Βλέπω εμένα.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top