Από Το Σημειωματάριό Μου – Το Αποτύπωμα 3

CATEGORY: Σχέσεις



Η επιστροφή


Μέρος 3


Το Σαββατοκύριακο έμοιαζε ατελείωτο. Ο Άλκης το πέρασε ανάμεσα σε ώρες που κυλούσαν βασανιστικά αργά και σε στιγμές που έχανε εντελώς την αίσθηση του χρόνου. Κοιμόταν λίγο, ξυπνούσε κουρασμένος, περιφερόταν μέσα στο σπίτι και προσπαθούσε να απασχολήσει το μυαλό του με οτιδήποτε δεν είχε το όνομα της Ειρήνης.

Δεν τα κατάφερνε.

Μόνο που αυτή τη φορά, μαζί με την αγωνία και τη θλίψη, υπήρχε και κάτι καινούριο.

Η ερώτηση του Αλέξανδρου.

«Αλλά εσύ, Άλκη; Εσύ είσαι διαφορετικός αυτή τη φορά;»

Την είχε διώξει από το μυαλό του δεκάδες φορές. Κι εκείνη επέστρεφε. Όχι τόσο επίμονα όσο η σκέψη της Ειρήνης, αλλά αρκετά ώστε να τον ενοχλεί.

Το πρωί της Δευτέρας πήγε στη δουλειά εξαντλημένος. Λίγο μετά το μεσημέρι, το κινητό του χτύπησε.

Ειρήνη.

Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε να κοιτάζει το όνομά της στην οθόνη. Τόσες ημέρες περίμενε αυτή τη στιγμή. Την είχε φανταστεί δεκάδες φορές. Είχε σκεφτεί τι θα της έλεγε, πώς θα ένιωθε, πόσο γρήγορα θα εξαφανιζόταν εκείνο το βάρος που κουβαλούσε μέσα του μόλις άκουγε ξανά τη φωνή της. Κι όμως, τώρα που το όνομά της βρισκόταν μπροστά του, δεν ένιωσε τίποτε από όσα περίμενε. Ή μάλλον ένιωσε αλλά ήταν διαφορετικό. Μια ανακούφιση υπήρχε ακόμη, σχεδόν αντανακλαστική, μα χαρά δεν υπήρχε. Έλλειπε εκείνο το γνώριμο σκίρτημα που τον έκανε να αρπάζει το κινητό πριν προλάβει να χτυπήσει δεύτερη φορά.

Το άφησε να χτυπήσει.

Μία φορά.

Δύο.

Τρεις.

Και μόνο τότε απάντησε.

Η Ειρήνη τού μίλησε σαν να επέστρεφε από μια μικρή απουσία που δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη εξήγηση. Του είπε ότι οι τελευταίες ημέρες ήταν δύσκολες, ότι είχε νιώσει μεγάλη πίεση, ότι είχε ανάγκη να απομακρυνθεί λίγο από όλους και από όλα. Να μείνει μόνη της. Να καθαρίσει το μυαλό της.

Ο Άλκης την άκουγε.

Κάποτε θα είχε αρπαχτεί από κάθε λέξη της. Θα είχε αρχίσει ήδη να συμπληρώνει τα κενά. Να εξηγεί μόνος του όσα εκείνη δεν εξηγούσε. Να μετατρέπει την πίεσή της σε δικαιολογία, την ανάγκη της για χρόνο σε λόγο αρκετό για να ξεχάσει τις ημέρες που είχε περάσει περιμένοντας. Τώρα απλώς την άκουγε και παρατηρούσε κάτι παράξενο μέσα του. Δεν προσπαθούσε να τη δικαιολογήσει. Όχι αμέσως, τουλάχιστον.

Η Ειρήνη πρέπει να ένιωσε την απόστασή του. Ίσως από τις σύντομες απαντήσεις του. Ίσως από τις σιωπές που αυτή τη φορά δεν έσπευδε εκείνος να γεμίσει. Ίσως απλώς επειδή είχε μάθει έναν Άλκη που ανακουφιζόταν τόσο φανερά κάθε φορά που εκείνη επέστρεφε.

Του πρότεινε να συναντηθούν το ίδιο βράδυ.

Και τότε κάτι μέσα του μετακινήθηκε.

Όχι επειδή δεν ήθελε να τη δει.

Ήθελε.

Αλλά για πρώτη φορά η πρότασή της δεν έσβησε όσα είχαν προηγηθεί.

Ο Άλκης έμεινε με το κινητό στο αυτί και ένιωσε μια σκέψη να σχηματίζεται μέσα του αργά, σχεδόν καθαρά.

Η Ειρήνη πραγματικά δεν είχε αντιληφθεί την αγωνία του, τον θυμό του, τις νύχτες που εκείνος δεν είχε κοιμηθεί. Τις ώρες που κοιτούσε μια άδεια οθόνη. Το «μου έλειψες» που είχε στείλει καταπίνοντας όλα όσα πραγματικά ήθελε να της πει. Δεν είχε καταλάβει πόσο τον είχε πληγώσει. Ή, ακόμη χειρότερα, ίσως δεν είχε αναρωτηθεί ποτέ.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Άλκης είχε περάσει μέρες ολόκληρες προσπαθώντας να καταλάβει την Ειρήνη. Τώρα, για πρώτη φορά, αναρωτήθηκε αν η Ειρήνη είχε προσπαθήσει έστω και για μία στιγμή να νιώσει εκείνον. Η σκέψη τον ξύπνησε απότομα από κάτι που έμοιαζε με λήθαργο. Δέχτηκε να τη συναντήσει. Έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινε για λίγο ακίνητος.

Παλιά, από εκείνη τη στιγμή και μετά, η ημέρα του θα είχε αλλάξει. Θα κοιτούσε την ώρα. Θα σκεφτόταν πού θα πήγαιναν, τι θα φορούσε, τη στιγμή που θα την έβλεπε να πλησιάζει. Η προσμονή θα είχε ήδη αρχίσει να καταλαμβάνει όλο τον χώρο που μέχρι πριν από λίγο κρατούσε η αγωνία.

Αυτή τη φορά δεν συνέβη τίποτε από αυτά, συνέχισε τη δουλειά του και όταν αργότερα κοίταξε την ώρα, ξαφνιάστηκε που είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες χωρίς να σκεφτεί τη συνάντησή τους.

Έφτασε πρώτος στο μπαράκι και όταν η Ειρήνη εμφανίστηκε, ο Άλκης την παρατήρησε να πλησιάζει. Ήταν η ίδια γυναίκα. Το ίδιο πρόσωπο που λίγους μήνες πριν είχε δει να μπαίνει σε ένα μικρό μαγαζί και είχε αισθανθεί τον χρόνο να σταματά. Το ίδιο χαμόγελο. Οι ίδιες κινήσεις. Ο ίδιος τρόπος που έφερνε τα μαλλιά της πίσω από τον ώμο.

Μόνο που ο χρόνος αυτή τη φορά δεν σταμάτησε.

Και αυτό τον στενοχώρησε περισσότερο απ’ όσο περίμενε.

Την Τρίτη το απόγευμα, ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε στον Άλκη. Δεν είχε κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Ήθελε απλώς να τον δει. Οι τελευταίες ημέρες τον είχαν ανησυχήσει περισσότερο απ’ όσο του είχε δείξει και, παρόλο που είχε αποφασίσει να μην τον πιέσει άλλο, δεν ήθελε και να τον αφήσει να κλειστεί πάλι στο σπίτι.

«Πάμε για καμιά μπίρα το βράδυ;»

«Ναι. Πάμε.»

Ο Αλέξανδρος απομάκρυνε για μια στιγμή το τηλέφωνο από το αυτί και κοίταξε την οθόνη, λες και ήθελε να βεβαιωθεί ότι είχε καλέσει τον σωστό άνθρωπο.

«Ωραία», είπε μόνο.

Δεν ρώτησε αν ήταν σίγουρος. Δεν του έδωσε χρόνο να αλλάξει γνώμη.

Το βράδυ, όταν συναντήθηκαν, ο Αλέξανδρος κατάλαβε σχεδόν αμέσως ότι κάτι είχε αλλάξει.

Ο Άλκης ήταν ήρεμος.

Όχι χαρούμενος. Ούτε ανέμελος. Ήταν μια παράξενη ηρεμία, βαριά και σκεπτική, που δεν είχε καμία σχέση με τον άνθρωπο των προηγούμενων ημερών. Δεν κοίταζε κάθε τόσο το κινητό του. Δεν πεταγόταν στον παραμικρό ήχο. Δεν άρχισε να μιλά για την Ειρήνη πριν καλά καλά καθίσουν.

Ήταν λιγομίλητος.

Έπινε αργά την μπίρα του και κάποιες στιγμές το βλέμμα του χανόταν στους ανθρώπους γύρω τους.

Ο Αλέξανδρος τον παρατηρούσε χωρίς να ρωτά.

Ήξερε ότι είχε συναντήσει την Ειρήνη το προηγούμενο βράδυ. Περίμενε πως αργά ή γρήγορα ο Άλκης θα άρχιζε να του διηγείται τι είχε συμβεί. Αν τα είχαν βρει. Τι του είχε πει. Τι είχε απαντήσει εκείνος.

Δεν είπε τίποτα.

Και ο Αλέξανδρος δεν τον πίεσε.

Για αρκετή ώρα έπιναν σχεδόν σιωπηλοί. Αντάλλαξαν δυο κουβέντες για τη δουλειά, σχολίασαν κάτι που συνέβαινε στο διπλανό τραπέζι, γέλασαν για λίγο με μια παλιά ιστορία τους και ύστερα η σιωπή επέστρεψε.

Μόνο που ο Άλκης δεν φαινόταν να δυσφορεί μέσα της.

Έμοιαζε να σκέφτεται.

Κάποια στιγμή έπιασε το μπουκάλι του, το γύρισε αργά ανάμεσα στα δάχτυλά του και κοίταξε τον Αλέξανδρο.

«Να σε ρωτήσω κάτι;»

«Ρώτα.»

Ο Άλκης δίστασε για λίγο.

«Τι ακριβώς κάνετε σ’ αυτά τα σεμινάρια αυτογνωσίας που παρακολουθείς;»

Ο Αλέξανδρος είχε μόλις πιει μια γουλιά.

Παραλίγο να πνιγεί.

Έβηξε, έφερε το χέρι μπροστά στο στόμα του και άφησε βιαστικά το μπουκάλι στο τραπέζι.

«Καλά είσαι;» τον ρώτησε ο Άλκης.

«Μια χαρά.»

Ο Αλέξανδρος καθάρισε τον λαιμό του και προσπάθησε να διατηρήσει το πρόσωπό του όσο πιο αδιάφορο γινόταν. Μέσα του, όμως, είχε σημάνει συναγερμός. Γνώριζε πολύ καλά τον φίλο του. Και αν υπήρχε ένας άνθρωπος που μέχρι πριν από λίγες ημέρες θα προτιμούσε πιθανότατα να κάνει απογραφή στην εφορία παρά να περάσει το βράδυ του σε σεμινάριο αυτογνωσίας, αυτός ήταν ο Άλκης.

Δεν χαμογέλασε.

Δεν τον πείραξε.

Κυρίως δεν έκανε το λάθος να δείξει πόσο πολύ τον είχε ξαφνιάσει η ερώτηση. Γιατί κάτι στον τρόπο που την είχε κάνει ο Άλκης τού έλεγε πως δεν ήταν μια κουβέντα της στιγμής. Η ερώτηση είχε αρχίσει να δουλεύει μέσα του από κάπου αλλού, ίσως από εκείνο το βράδυ στο σπίτι. Ίσως από τη συνάντηση με την Ειρήνη. Ίσως από εκείνη τη φράση που ο ίδιος του είχε αφήσει πριν κλείσει την πόρτα.

«Αλλά εσύ, Άλκη; Εσύ είσαι διαφορετικός αυτή τη φορά;»

Ο Αλέξανδρος δεν ήξερε τι από όλα αυτά είχε συμβεί. Ήξερε μόνο ότι, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ο φίλος του δεν τον ρωτούσε κάτι για την Ειρήνη. Τον ρωτούσε για έναν δρόμο που ίσως, χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, μπορούσε να τον οδηγήσει στον ίδιο.

Την Πέμπτη το πρωί, λίγο μετά τις εννέα, εμφανίστηκε στην οθόνη του το γνώριμο μήνυμα.

«Καλημέρα ❤️»

Και αμέσως μετά:

«Σινεμά απόψε στο κέντρο και μετά ένα ποτό;»

Ο Άλκης κοίταξε τα δύο μηνύματα. Πριν από λίγες ημέρες, μια τέτοια πρόταση θα ήταν αρκετή για να αλλάξει ολόκληρη τη διάθεσή του.

Τώρα απλώς απάντησε:

«Δεν μπορώ απόψε. Θα πάω με τον Αλέξανδρο σε ένα σεμινάριο αυτογνωσίας.»

Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως.

«Σεμινάριο αυτογνωσίας; Εσύ; Πλάκα μου κάνεις;»

Και πριν προλάβει να απαντήσει:

«Ο Αλέξανδρος σε παρέσυρε πάλι; Σε λίγο θα αρχίσετε να ψάχνετε μαζί και το νόημα της ζωής.»

Ο Άλκης έμεινε να κοιτάζει την οθόνη. Κάποτε θα γελούσε. Ίσως να της απαντούσε με κάποιο αστείο, ίσως ακόμη και να ακύρωνε τον Αλέξανδρο για να πάει μαζί της σινεμά. Αυτή τη φορά δεν γέλασε. Κάτι στην ευκολία με την οποία ειρωνεύτηκε μια επιλογή του —και μαζί έναν άνθρωπο που ήταν στη ζωή του σχεδόν από τότε που θυμόταν τον εαυτό του— τον ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο περίμενε.

Δεν μπήκε στη διαδικασία να εξηγήσει.

Έγραψε μόνο:

«Μπορεί. Θα σου πω όταν το βρω.»

Πέταξε νευριασμένος το κινητό πάνω στο γραφείο του.

Είναι δυνατόν να ερωτεύτηκα αυτή τη γυναίκα;

Κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε πικρά.

Μα καλά… ηλίθιος είμαι;

Και σχεδόν αμέσως του ήρθε στο μυαλό η φωνή του Αλέξανδρου.

«Αλλά εσύ, Άλκη; Εσύ είσαι διαφορετικός αυτή τη φορά;»

«Άντε γαμήσου κι εσύ, Αλέξανδρε», μουρμούρισε.

Και επέστρεψε στη δουλειά του.

Το απόγευμα, στις 19:00, έφτασε στο γραφείο της ψυχολόγου, όπου γίνονταν τα σεμινάρια. Χαιρέτησε τον κολλητό του, κάθισε δίπλα του και κοίταξε διακριτικά γύρω του. Άγνωστοι άνθρωποι, καρέκλες τοποθετημένες σε κύκλο, σημειωματάρια, χαμηλές συζητήσεις. Ένιωθε αμήχανα. Σχεδόν μετάνιωνε που είχε έρθει.

Και τι ακριβώς κάνω εγώ εδώ;

Μια ακόμη σκέψη τον έκανε να σφιχτεί περισσότερο.

Δηλαδή μετά από όλο αυτό θα πρέπει να αποφασίσω αν θα μείνω με την Ειρήνη;

Δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι ήθελε να ακούσει την απάντηση.

Λίγα λεπτά αργότερα, η ψυχολόγος πήρε τη θέση της στον κύκλο και άφησε το βλέμμα της να περάσει για λίγο από όλους. Τους καλωσόρισε, συστήθηκε και τους εξήγησε με λίγα λόγια πώς θα κυλούσε η συνάντηση. Ύστερα άφησε τον καθένα να πει δυο λόγια για τον εαυτό του.

Ο Άλκης άκουγε τους υπόλοιπους χωρίς να συγκρατεί σχεδόν τίποτα. Όσο πλησίαζε η σειρά του, τόσο περισσότερο σκεφτόταν τι ακριβώς έπρεπε να πει.

Όταν έφτασαν σε εκείνον, ίσιωσε αμήχανα στην καρέκλα.

«Άλκης.»

Σταμάτησε για λίγο.

«Ήρθα επειδή με έφερε αυτός», είπε, δείχνοντας με το κεφάλι τον Αλέξανδρο.

Κάποιοι γέλασαν και ο Αλέξανδρος χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτα.

«Και… δεν ξέρω ακριβώς τι κάνω εδώ.»

Η ψυχολόγος χαμογέλασε.

«Εύχομαι στην πορεία να το ανακαλύψεις.»

Και έστρεψε το βλέμμα της στον επόμενο.

Ο Άλκης έγειρε πίσω στην καρέκλα του.

Κι εγώ, σκέφτηκε.

Τουλάχιστον, δεν του είχε ζητήσει κανείς ακόμη να ανακαλύψει τον εαυτό του.

Υπήρχαν βράδια που έφευγε από το σεμινάριο με την αίσθηση ότι δεν είχε συμβεί τίποτα ιδιαίτερο. Και άλλα που μια ερώτηση, μια άσκηση ή ακόμη και κάτι που είχε ακούσει από κάποιον άλλον τον ακολουθούσε μέχρι το σπίτι.

Στην αρχή παρατηρούσε περισσότερο τους υπόλοιπους παρά τον εαυτό του. Άκουγε τις ιστορίες τους, τις δυσκολίες τους, τους φόβους τους και κάποιες φορές αναρωτιόταν τι ακριβώς είχε κοινό μαζί τους.

Κάθε εβδομάδα ήταν συνεπής στις ομαδικές συναντήσεις αυτογνωσίας. Και όσο περνούσε ο καιρός, ένιωθε πως κάτι μέσα του άρχιζε σιγά σιγά να ξεκλειδώνει.

Δεν συνέβη απότομα. Δεν υπήρξε μια μεγάλη αποκάλυψη που ξαφνικά έβαλε τα πάντα στη θέση τους. Ήταν περισσότερο μικρές συνειδητοποιήσεις που έρχονταν η μία μετά την άλλη και τον ανάγκαζαν να κοιτάξει τη σχέση του με την Ειρήνη από σημεία που μέχρι τότε απέφευγε.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που παρατήρησε ήταν πόσο εύκολα έχανε την επαφή με τον εαυτό του όταν κάτι συνέβαινε ανάμεσά τους. Αντί να αναρωτιέται πώς ένιωθε ο ίδιος μέσα στη σχέση, προσπαθούσε συνεχώς να καταλάβει εκείνη. Γιατί απομακρύνθηκε. Τι μπορεί να φοβήθηκε. Τι είχε συμβεί στο παρελθόν της. Αν είχε πιεστεί. Αν χρειαζόταν περισσότερο χρόνο. Είχε μια εξήγηση σχεδόν για όλα, μόνο που τις περισσότερες από αυτές τις εξηγήσεις δεν του τις είχε δώσει ποτέ η Ειρήνη, τις είχε κατασκευάσει ο ίδιος. Και κάθε φορά που η πραγματικότητα τον δυσκόλευε, επέστρεφε στις καλές τους στιγμές. Στην τρυφερότητά της, στα πρωινά μηνύματα, στα γέλια τους, στις νύχτες που την κρατούσε στην αγκαλιά του και όλα έμοιαζαν τόσο απλά.

Σαν να συγκέντρωνε αποδείξεις.

Να. Αυτή είναι η πραγματική Ειρήνη.

Η άλλη, εκείνη που εξαφανιζόταν, που τον άφηνε να περιμένει, που τον έκανε να αμφιβάλλει για όσα αισθανόταν, ήταν πάντα μια προσωρινή εκδοχή της. Μια παρένθεση που κάποια στιγμή θα έκλεινε.

Και ο Άλκης περίμενε.

Περίμενε να επιστρέψει η γυναίκα που είχε γνωρίσει στην αρχή.

Μόνο που κάποια στιγμή αναγκάστηκε να αναρωτηθεί κάτι που μέχρι τότε δεν ήθελε να σκεφτεί.

Κι αν ήταν και οι δύο η Ειρήνη;

Η τρυφερή και η απόμακρη. Εκείνη που τον αναζητούσε και εκείνη που εξαφανιζόταν. Εκείνη που τον έκανε να αισθάνεται πως είχε βρει αυτό που έψαχνε και εκείνη που λίγες ημέρες αργότερα τον άφηνε να αναρωτιέται αν υπήρχε καν θέση γι’ αυτόν στη ζωή της.

Ίσως το μεγαλύτερο λάθος του δεν ήταν ότι δεν είχε δει τα σημάδια. Ίσως ήταν ότι είχε επιλέξει ποια από τις δύο ήθελε να πιστέψει.

Ο Άλκης είχε ερωτευτεί την Ειρήνη. Είχε όμως ερωτευτεί και κάτι ακόμη: τη σχέση που πίστευε ότι μπορούσαν να έχουν. Την είχε φανταστεί ολόκληρη. Μόνο που για να υπάρξει αυτή η σχέση χρειάζονταν δύο άνθρωποι που να τη θέλουν και να μπορούν να σταθούν μέσα της. Δεν μπορούσε να τη δημιουργήσει μόνος του. Και κυρίως δεν μπορούσε να τη δημιουργήσει προδίδοντας συνεχώς τον εαυτό του για να την κρατήσει ζωντανή.

Αυτό ήταν ίσως το δυσκολότερο κομμάτι να παραδεχτεί.

Γιατί άρχισε να βλέπει πόσες φορές είχε σωπάσει ενώ ήθελε να μιλήσει. Πόσες φορές είχε ζητήσει συγγνώμη μόνο και μόνο για να τελειώσει ένας καβγάς. Πόσες φορές είχε αναλάβει την ευθύνη για την ένταση ανάμεσά τους, ακόμη κι όταν μέσα του ήξερε ότι κάτι τον είχε πληγώσει.

Και τότε ήρθε μια ακόμη πιο δύσκολη συνειδητοποίηση.

Ίσως αυτό που τον κρατούσε πια στη σχέση να μην ήταν μόνο η αγάπη.

Ήταν και η ανάγκη για μια εξήγηση.

Περίμενε από την Ειρήνη να απαντήσει σε όλα εκείνα τα «γιατί» που είχαν στοιβαχτεί μέσα του. Να του εξηγήσει. Να αναγνωρίσει όσα είχαν συμβεί. Να καταλάβει πόσο τον είχε πληγώσει. Ίσως ακόμη και να του ζητήσει μια συγγνώμη που θα έβαζε επιτέλους τα πράγματα στη θέση τους.

Ήθελε ένα τέλος που να βγάζει νόημα. Μόνο που άρχιζε να καταλαβαίνει ότι μπορεί να μην το έπαιρνε ποτέ. Και μαζί με όλα αυτά άρχισαν να αλλάζουν και κάποια πράγματα που μέχρι τότε θεωρούσε αυτονόητα.

Η αγάπη χωρίς γαλήνη δεν του αρκούσε πια.

Η οικειότητα χωρίς σεβασμό τον έκανε να μικραίνει.

Και η έλξη χωρίς ασφάλεια είχε πάψει εδώ και καιρό να του δίνει χαρά.

Οι συνειδητοποιήσεις αυτές άλλοτε τον ηρεμούσαν και άλλοτε τον τρόμαζαν. Κάποιες φορές τον θύμωναν. Κυρίως με τον εαυτό του.

Γιατί τα έκανα όλα αυτά;

Γιατί έδωσα τόση αξία σε αυτή τη σχέση;

Γιατί έμεινα τόσο καιρό;

Δεν είχε ακόμη τις απαντήσεις. Για πρώτη φορά, όμως, είχε αρχίσει να κάνει τις ερωτήσεις στον σωστό άνθρωπο.

Στον εαυτό του.

Για όσο καιρό ο Άλκης περίμενε από την Ειρήνη να του δώσει τις απαντήσεις, χωρίς να το καταλαβαίνει, είχε αφήσει στα χέρια της και κάτι πολύ πιο σημαντικό.

Την ελευθερία του.

Περίμενε μια εξήγηση για να ηρεμήσει. Μια συγγνώμη για να δικαιωθεί. Μια παραδοχή ότι τον είχε πληγώσει για να μπορέσει επιτέλους να προχωρήσει. Μόνο που, όσο περίμενε όλα αυτά από εκείνη, παρέμενε δεμένος μαζί της.

Η αλλαγή άρχισε όταν σταμάτησε σιγά σιγά να κοιτάζει προς τα εκεί.

Άρχισε να επιστρέφει σε όσα είχαν συμβεί, όχι πια για να αναλύσει την Ειρήνη, αλλά για να δει τον εαυτό του. Τα σημάδια που είχε προσέξει και αγνοήσει. Τις φορές που κάτι μέσα του τού έλεγε ότι πληγωνόταν κι εκείνος το έπειθε να σωπάσει. Τις λέξεις που είχε πιστέψει περισσότερο από τις πράξεις. Τα όρια που είχε μετακινήσει λίγο λίγο μέχρι που σχεδόν ξέχασε πού βρίσκονταν.

Δεν χρειαζόταν να τιμωρεί τον εαυτό του επειδή αγάπησε. Ούτε επειδή ήλπισε. Ούτε επειδή άργησε να δει κάτι που σήμερα του φαινόταν τόσο καθαρό. Άρχισε να συγχωρεί εκείνον τον Άλκη. Εκείνον που έμεινε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Εκείνον που παρακάλεσε. Εκείνον που πίστεψε λόγια και αγνόησε πράξεις. Εκείνον που κάθε φορά που φοβόταν ότι θα χάσει την Ειρήνη, εγκατέλειπε λίγο λίγο τον εαυτό του. Και όσο λιγότερο τον κατηγορούσε, τόσο περισσότερο άρχισε να τον προστατεύει.

Κάπου εκεί συνέβη κάτι που δεν είχε σχεδιάσει.

Σταμάτησε να χρειάζεται να καταλάβει την Ειρήνη.

Δεν είχε πια την ίδια ανάγκη να ανακαλύψει γιατί συμπεριφερόταν έτσι. Δεν ήθελε να την πείσει ότι οι προθέσεις του ήταν καλές. Δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι την είχε αγαπήσει σωστά.

Για πρώτη φορά, εκείνο που τον ενδιέφερε περισσότερο ήταν να καταλάβει τον εαυτό του.

Όχι από εγωισμό.

Από αγάπη.

Και τότε άρχισαν να ενώνονται κομμάτια πολύ παλαιότερα από την Ειρήνη.

Η Θάλεια.

Η Τερέζα.

Άλλες γυναίκες. Άλλες εποχές. Άλλες ιστορίες.

Κι όμως, το συναίσθημα ήταν παράξενα γνώριμο.

Η αναμονή.

Η αβεβαιότητα.

Η ανάγκη να προσπαθήσει λίγο περισσότερο.

Η πεποίθηση ότι, αν αυτή τη φορά αγαπούσε αρκετά, άντεχε αρκετά, καταλάβαινε αρκετά, το τέλος θα μπορούσε να αλλάξει.

Τότε κατάλαβε τι προσπαθούσε να του πει εκείνο το βράδυ ο Αλέξανδρος.

Δεν ήταν οι γυναίκες ίδιες. Ήταν εκείνος που επέστρεφε, χωρίς να το γνωρίζει, σε κάτι γνώριμο. Σε σχέσεις και εμπειρίες που άγγιζαν παλιά σημεία μέσα του. Σημεία που είχαν αφήσει το δικό τους βαθύ ψυχικό αποτύπωμα. Και κάθε φορά πίστευε ότι αυτή η ιστορία θα ήταν διαφορετική. Ότι αυτή τη φορά θα κατάφερνε να αλλάξει το τέλος. Μόνο που τώρα άρχιζε να καταλαβαίνει κάτι άλλο. Δεν χρειαζόταν να αλλάξει το τέλος της ίδιας ιστορίας. Μπορούσε να σταματήσει να την επαναλαμβάνει. Και ίσως αυτή να ήταν η σημαντικότερη αλλαγή από όλες.

Σιγά σιγά, ο Άλκης άρχισε να επιλέγει διαφορετικά.

Λίγο περισσότερο τον εαυτό του.

Λίγο περισσότερο τη γαλήνη.

Λίγο λιγότερο το χάος που κάποτε είχε μάθει να μπερδεύει με την αγάπη.

Στο μεταξύ, όσο η Ειρήνη αντιλαμβανόταν την απομάκρυνσή του, τόσο περισσότερο επέστρεφε. Με καινούρια σχέδια. Με προτάσεις για ταξίδια. Με βραδιές που θύμιζαν εκείνες τις πρώτες, τις όμορφες. Με όλη εκείνη την τρυφερότητα που κάποτε ήταν αρκετή για να κάνει τον Άλκη να ξεχνά όσα είχαν προηγηθεί.

Μόνο που τώρα κάτι είχε αλλάξει.

Ο Άλκης δεν είχε πια ανάγκη τα ψίχουλα της Ειρήνης.

Κάποτε περίμενε από εκείνη να του δώσει την ασφάλεια που του έλειπε. Ένα μήνυμα, μια επιστροφή, μια αγκαλιά ήταν αρκετά για να τον κάνουν να νιώσει ξανά καλά.

Τώρα η ασφάλεια είχε αρχίσει να έρχεται από αλλού.

Από τον ίδιο.

Και ίσως γι’ αυτό, όταν τελικά έκλεισε την πόρτα πίσω του, δεν το έκανε με θυμό. Δεν χρειαζόταν να την τιμωρήσει, ούτε να την κάνει να καταλάβει τι είχε χάσει. Δεν χρειαζόταν καν να πάρει τις απαντήσεις που κάποτε πίστευε πως του ήταν απαραίτητες για να προχωρήσει.

Έφυγε με αξιοπρέπεια. Και, παράξενο, με αγάπη. Όχι μόνο για εκείνη, κυρίως για τον εαυτό του. Δεν πήρε ποτέ όλες τις απαντήσεις που είχε ζητήσει από την Ειρήνη. Μόνο που τώρα πια οι ερωτήσεις του είχαν αλλάξει.

Δεν ήταν πια:

Γιατί μου το έκανε;

Γιατί απομακρύνεται;

Γιατί δεν μπορεί να με αγαπήσει όπως την αγαπώ;

Ήταν άλλες.

Ποια μορφή αγάπης γεννιέται μέσα από τη γαλήνη;

Ποιος έγινα μέσα από αυτή τη σχέση;

Πού θέλω να ταξιδέψω;

Τι θέλω ακόμη να γνωρίσω, να ζήσω, να δημιουργήσω;

Για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό, οι ερωτήσεις του δεν είχαν στο κέντρο τους μια γυναίκα. Είχαν τον ίδιο. Και η ζωή που άρχιζε να φαντάζεται δεν ήταν πια μια ζωή στην οποία κάποιος θα ερχόταν να τον ολοκληρώσει. Υπήρχε ήδη ολόκληρος μέσα σε αυτή.

Ίσως κάποτε να ερχόταν ξανά η αγάπη. Ίσως να υπήρχε μια γυναίκα δίπλα του, ταξίδια για δύο, βράδια στον ίδιο καναπέ, ένα χέρι που θα αναζητούσε το δικό του. Αλλά τώρα ήξερε κάτι που πριν δεν γνώριζε.

Η συντροφικότητα είναι όμορφη όταν μέσα από αυτή ανθίζεις.


Τέλος

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top