Από Το Σημειωματάριό Μου – Το Αποτύπωμα 2


CATEGORY: Σχέσεις



Μέρος 2


«Αφού με πληγώνει, γιατί συνεχίζω να τη θέλω;»


Σάββατο απόγευμα. Ο Άλκης περπατούσε νευρικά μέσα στο σπίτι. Από το σαλόνι στην κουζίνα και πάλι πίσω, χωρίς πραγματικά να έχει κάποιον λόγο να πηγαίνει από το ένα δωμάτιο στο άλλο.

Κάθε τόσο πλησίαζε τον καναπέ, όπου είχε αφήσει επίτηδες το κινητό του, και κοίταζε την οθόνη.

Τίποτα.

Κανένα μήνυμα. Καμία απάντηση από την Ειρήνη.

Το άφηνε πάλι κάτω και απομακρυνόταν, αποφασισμένος κάθε φορά ότι δεν θα το ξανακοιτούσε.

Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόταν πάλι μπροστά του.

Είχαν περάσει σχεδόν δύο ημέρες από την τελευταία φορά που είχαν μιλήσει και ο Άλκης είχε ήδη εξαντλήσει κάθε πιθανή εξήγηση μέσα στο μυαλό του.

Αναμασούσε συνεχώς την τελευταία τους συζήτηση. Προσπαθούσε να θυμηθεί με λεπτομέρεια κάθε της λέξη, τον τόνο της φωνής της, το βλέμμα της, ακόμη και τις μικρές παύσεις ανάμεσα στις φράσεις τους. Γύριζε ξανά και ξανά στα ίδια σημεία, σαν να είχε κολλήσει μέσα στο μυαλό του μια ταινία που έπαιζε ασταμάτητα την ίδια σκηνή. Στεκόταν σε μια κουβέντα της, την εξέταζε από όλες τις πλευρές, της έδινε μια ερμηνεία και λίγα λεπτά αργότερα την αναιρούσε για να τη δει από την αρχή. Ύστερα περνούσε σε κάτι που είχε πει ο ίδιος. Μήπως ο τόνος του ήταν λάθος; Μήπως εκείνη είχε ενοχληθεί και δεν του το έδειξε; Μήπως υπήρχε κάτι στο βλέμμα της που δεν είχε προσέξει;

Και κάθε φορά κατέληγε στο ίδιο σημείο.

Δεν μπορούσε να καταλάβει και αυτό τον έκανε να πατά ξανά, μέσα στο μυαλό του, το play.

Ξανά.

Και ξανά.

Μέχρι που ο ήχος του κινητού διέκοψε απότομα την ίδια σκηνή που έπαιζε για πολλοστή φορά στο κεφάλι του.

Ο Άλκης πετάχτηκε.

Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου δεν σκέφτηκε τίποτε άλλο.

Η Ειρήνη.

Όρμησε προς τον καναπέ. Σκόνταψε πάνω στο σκαμπό του σαλονιού, παραπάτησε και, στην προσπάθειά του να κρατήσει την ισορροπία του, χτύπησε το γόνατό του στη γωνία του χαμηλού τραπεζιού.

«Αχ, γαμώτο!»

Δεν πρόλαβε καν να νιώσει τον πόνο.

Καθώς το σώμα του έπεφτε άτσαλα στο κενό ανάμεσα στο τραπεζάκι και τον καναπέ, τέντωσε το χέρι του, άρπαξε το κινητό και απάντησε χωρίς καν να κοιτάξει την οθόνη.

«Ναι;»

Για μια στιγμή κράτησε σχεδόν την αναπνοή του.

«Τι “ναι”, ρε κολλητέ; Πού είσαι;»

Ο Άλκης έκλεισε τα μάτια.

Ο Αλέξανδρος.

Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα πεσμένος στο πάτωμα, με την πλάτη ακουμπισμένη στον καναπέ, το ένα χέρι στο γόνατό του και το κινητό κολλημένο στο αυτί.

Η απογοήτευση ήρθε τόσο απότομα, που σχεδόν τον πόνεσε περισσότερο από το χτύπημα.

Δεν ήταν εκείνη.

«Έλα, ρε Αλέξανδρε…»

Κάτι στον τρόπο που είπε το όνομά του έκανε τον φίλο του να σωπάσει.

«Καλά… τι έπαθες εσύ;»

Ο Άλκης κοίταξε το γόνατό του που είχε ήδη αρχίσει να κοκκινίζει.

«Τίποτα.»

Στην άλλη άκρη της γραμμής ακολούθησε μια μικρή σιωπή.

«Κατάλαβα. Σε έστησε πάλι η Ειρήνη;»

Ο Άλκης ανασηκώθηκε απότομα.

«Δεν με έστησε. Απλώς…»

Σταμάτησε.

Έψαχνε ήδη τις λέξεις που θα έκαναν τη συμπεριφορά της να ακούγεται πιο λογική. Μια εξήγηση που δεν είχε δώσει εκείνη, αλλά που για ακόμη μία φορά ήταν έτοιμος να δώσει ο ίδιος για λογαριασμό της.

«Απλώς τι;»

«Δεν ξέρω, ρε Αλέξανδρε. Μπορεί να της συνέβη κάτι. Μπορεί να θέλει λίγο χρόνο. Έχει και αρκετή πίεση στη δουλειά της τελευταία…»

«Μάλιστα.»

Ο Άλκης ήξερε πολύ καλά αυτό το «μάλιστα».

«Μη μου αρχίσεις τώρα.»

«Δεν είπα τίποτα.»

«Αυτό είναι το πρόβλημα. Σε ακούω που δεν λες τίποτα.»

Ο Αλέξανδρος γέλασε από την άλλη άκρη της γραμμής.

Ήταν δύσκολο να κρυφτείς από έναν άνθρωπο που σε γνώριζε από το νηπιαγωγείο. Ο Αλέξανδρος είχε δει τον Άλκη ερωτευμένο, θυμωμένο, πληγωμένο, ενθουσιασμένο, απογοητευμένο. Ήξερε τις σιωπές του σχεδόν όσο καλά ήξερε και τις λέξεις του.

Και τους τελευταίους μήνες είχε καταλάβει πολλά περισσότερα για τη σχέση του με την Ειρήνη απ’ όσα ο Άλκης πίστευε ότι του είχε πει.

«Έρχομαι από εκεί.»

«Όχι, ρε Αλέξανδρε, δεν χρειάζεται. Είμαι…»

Η γραμμή έκλεισε.

Ο Άλκης κατέβασε αργά το κινητό και κοίταξε την οθόνη.

«…μια χαρά», ολοκλήρωσε μόνος του.

Έπειτα κοίταξε το πονεμένο του γόνατο.

Ούτε αυτό τον πίστευε.

Τρεις ώρες αργότερα, το τραπεζάκι του σαλονιού είχε γεμίσει άδεια κουτιά από σούσι, τσαλακωμένες χαρτοπετσέτες και μπουκάλια γιαπωνέζικης μπίρας.

Ο Άλκης καθόταν βυθισμένος στον καναπέ, με το ένα πόδι τεντωμένο μπροστά του και το χτυπημένο γόνατο να έχει αρχίσει να μελανιάζει. Ο Αλέξανδρος είχε καθίσει απέναντί του και τον άκουγε.

Τον άκουγε εδώ και τρεις ώρες.

«Δεν ήταν έτσι στην αρχή», είπε ο Άλκης για πολλοστή φορά.

Ο Αλέξανδρος δεν απάντησε.

«Ήταν… δεν ξέρω πώς να σου το εξηγήσω. Ήταν διαφορετική.»

Ο Άλκης χαμογέλασε αχνά, σαν να είχε μόλις εμφανιστεί μπροστά του μια εικόνα που μπορούσε να δει μόνο εκείνος.

Άρχισε να του μιλά για την πρώτη τους γνωριμία. Για εκείνο το βράδυ στις αρχές του φθινοπώρου. Για το χαμόγελό της. Για τον τρόπο που τον είχε κοιτάξει μέσα από την παρέα. Για το πρώτο τους ραντεβού δίπλα στη θάλασσα και τις ώρες που είχαν περάσει μιλώντας σαν να γνωρίζονταν από πάντα.

Ύστερα θυμήθηκε το πρώτο τους φιλί.

Τα πρωινά μηνύματα.

Τα βράδια που εκείνη κουλουριαζόταν στην αγκαλιά του.

Τα σχέδια για ταξίδια που είχαν κάνει ξαπλωμένοι στον καναπέ.

Τα γέλια τους.

Εκείνες τις φορές που η Ειρήνη τον είχε πάρει τηλέφωνο μόνο και μόνο για να ακούσει τη φωνή του.

Και όσο μιλούσε, κάτι άλλαζε στο πρόσωπό του.

Η αγωνία των τελευταίων δύο ημερών υποχωρούσε και στη θέση της ερχόταν μια γλυκιά νοσταλγία. Σαν να μην περιέγραφε τη γυναίκα που εδώ και δύο ημέρες δεν του απαντούσε, αλλά κάποια άλλη Ειρήνη. Εκείνη των πρώτων μηνών. Εκείνη που είχε φυλάξει μέσα του σχεδόν ανέγγιχτη από όλα όσα είχαν ακολουθήσει.

«Δεν μπορεί να ήταν όλα ψέμα, ρε Αλέξανδρε.»

Ο Αλέξανδρος τον κοίταξε.

«Δεν είπα ότι ήταν.»

«Τότε κάτι έγινε.»

Να το πάλι.

Ο Αλέξανδρος δεν μίλησε.

«Κάτι πρέπει να έγινε», συνέχισε ο Άλκης. «Δεν γίνεται ένας άνθρωπος να είναι έτσι μαζί σου και ξαφνικά να αλλάζει χωρίς λόγο.»

Και άρχισε πάλι να ψάχνει.

Μήπως είχε βιαστεί;

Μήπως την είχε πιέσει;

Μήπως εκείνη φοβόταν να δεθεί;

Μήπως είχε πληγωθεί στο παρελθόν;

Μήπως το ενδιαφέρον του την είχε τρομάξει;

Μήπως έπρεπε να της είχε δώσει περισσότερο χώρο;

Ο Αλέξανδρος τον παρατηρούσε σιωπηλός.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγε τον φίλο του να μιλά έτσι για μια γυναίκα.

Αυτό ήταν που τον ανησυχούσε περισσότερο.

Τα πρόσωπα άλλαζαν. Οι ιστορίες είχαν διαφορετικές λεπτομέρειες. Άλλο όνομα, άλλη γνωριμία, άλλες υποσχέσεις, άλλοι καβγάδες.

Κι όμως, κάποια στιγμή ο Άλκης κατέληγε πάντα στο ίδιο σημείο.

Να κάθεται απέναντί του και να προσπαθεί να καταλάβει έναν άνθρωπο που τον είχε πληγώσει.

Να θυμάται με εκπληκτική ακρίβεια κάθε όμορφη στιγμή και να βρίσκει μια εξήγηση για καθετί που τον είχε κάνει να υποφέρει.

Να αναρωτιέται τι θα μπορούσε να είχε κάνει ο ίδιος διαφορετικά.

Ο Αλέξανδρος πήρε το μπουκάλι από το τραπέζι και ήπιε μια γουλιά.

Για μια στιγμή σκέφτηκε να του το πει.

Να του θυμίσει.

Τη Θάλεια.

Τη Τερέζα.

Εκείνο το καλοκαίρι πριν από χρόνια που ο Άλκης είχε περάσει σχεδόν με το κινητό στο χέρι περιμένοντας μια άλλη γυναίκα να αποφασίσει αν τον ήθελε ή όχι.

Δεν το έκανε.

Όχι ακόμη.

Γιατί ήξερε τον φίλο του.

Και ήξερε πως αυτή τη στιγμή ο Άλκης δεν ήταν έτοιμος να ακούσει ότι είχε ξαναβρεθεί εδώ.

Ο Άλκης δεν έβλεπε ένα μοτίβο.

Έβλεπε την Ειρήνη.

Και προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξαναβρεί μέσα στη γυναίκα που τον πλήγωνε εκείνη τη γυναίκα που τον είχε κάνει κάποτε να πιστέψει ότι αυτή τη φορά η ιστορία θα ήταν διαφορετική.

Όταν ο Αλέξανδρος έφυγε, το σπίτι βυθίστηκε ξανά στη σιωπή.

Ο Άλκης έκλεισε την πόρτα πίσω του και έμεινε για λίγο ακίνητος στο χολ. Όσο ήταν εκεί ο φίλος του, υπήρχαν κουβέντες, γέλια, μπίρες, ακόμη και εκείνα τα λίγα λεπτά που κατάφερνε να ξεχαστεί. Τώρα δεν υπήρχε τίποτα να τον προστατεύει από τις σκέψεις του.

Γύρισε στο σαλόνι.

Τα άδεια κουτιά του σούσι ήταν ακόμη πάνω στο τραπεζάκι. Τα μπουκάλια, τα ποτήρια, οι χαρτοπετσέτες. Στον καναπέ, ακριβώς εκεί όπου το είχε αφήσει, βρισκόταν το κινητό του.

Το κοίταξε από μακριά.

Για μια στιγμή δεν θέλησε να το αγγίξει.

Ήξερε ήδη.

Παρόλα αυτά πλησίασε.

Άναψε την οθόνη.

Τίποτα.

Η Ειρήνη δεν είχε απαντήσει.

Κάθισε στον καναπέ και άφησε το κινητό δίπλα του.

Γιατί;

Η ίδια ερώτηση ξανά.

Γιατί άλλαξε;

Γιατί δεν του μιλούσε;

Γιατί τον είχε αφήσει να πιστέψει ότι ήθελε αυτή τη σχέση, αν τελικά δεν την ήθελε;

Γιατί έκανε σχέδια μαζί του;

Γιατί του έλεγε ότι της έλειπε;

Γιατί κάθε φορά που απομακρυνόταν επέστρεφε ακόμη πιο τρυφερή;

Και ύστερα ήρθε το πιο βασανιστικό «γιατί» απ’ όλα.

Γιατί, ενώ του τα έκανε όλα αυτά, εκείνος εξακολουθούσε να τη θέλει;

Σηκώθηκε από τον καναπέ και έσυρε τα βήματά του ως το παράθυρο. Η ζωή εκεί έξω είχε τον συνηθισμένο της ρυθμό. Αυτοκίνητα περνούσαν στον δρόμο, φώτα άναβαν και έσβηναν στα απέναντι διαμερίσματα, άνθρωποι γύριζαν στα σπίτια τους.

Κι εκείνος στεκόταν μπροστά σε ένα παράθυρο προσπαθώντας να καταλάβει πώς ένας άνθρωπος που πριν από λίγους μήνες δεν υπήρχε καν στη ζωή του είχε αποκτήσει τόση δύναμη πάνω στο πώς ένιωθε.

Ακούμπησε το μέτωπό του στο τζάμι.

Του έλειπε η Ειρήνη.

Όχι όπως λείπει απλώς ένας άνθρωπος που δεν βρίσκεται κοντά σου. Η απουσία της είχε αποκτήσει βάρος. Την ένιωθε στο σώμα του, στο στήθος του, στους ώμους του, σαν κάτι βαρύ που είχε καθίσει πάνω του και δεν τον άφηνε να ανασάνει ελεύθερα.

Και τι δεν θα έδινε εκείνη τη στιγμή για να χτυπήσει το τηλέφωνο.

Να δει το όνομά της στην οθόνη.

Να ακούσει εκείνο το γνώριμο «έλα» στην άλλη άκρη της γραμμής και, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, να τελειώσουν όλα. Ο θυμός. Η αγωνία. Τα αμέτρητα γιατί. Να του πει ότι της έλειψε. Να του ζητήσει να τη δει. Να γίνει ξανά η Ειρήνη που ήξερε.

Έκλεισε τα μάτια.

Η βραδιά τού φαινόταν απέραντα θλιβερή χωρίς εκείνη.

Γύρισε και κοίταξε το σαλόνι.

Το σπίτι δεν είχε αλλάξει. Τα ίδια έπιπλα, τα ίδια πράγματα, το ίδιο χαμηλό φως που άφηνε συνήθως αναμμένο τα βράδια. Κι όμως, όλα έμοιαζαν διαφορετικά.

Άδεια.

Ο καναπές όπου καθόταν η Ειρήνη με τα πόδια μαζεμένα κάτω από το σώμα της. Η γωνιά όπου άφηνε την τσάντα της. Το ποτήρι που συνήθως ακουμπούσε δίπλα στο δικό του. Η κουζίνα όπου κάποτε είχε σταθεί ξυπόλυτη, φορώντας ένα δικό του μπλουζάκι, και γελούσε επειδή είχε καταφέρει να κάψει ακόμη και το τοστ.

Παντού υπήρχαν μικρές εικόνες της.

Κι εκείνη δεν ήταν πουθενά.

Ο Άλκης ένιωσε τα μάτια του να καίνε.

Του έλειπε το γέλιο της. Η μυρωδιά της. Ο τρόπος που έμπαινε στο σπίτι και, χωρίς να το καταλαβαίνει, γέμιζε τον χώρο. Του έλειπε να αισθάνεται το σώμα της δίπλα του στον καναπέ. Να απλώνει το χέρι του και να τη βρίσκει εκεί.

Του έλειπε ακόμη και εκείνη η μικρή στιγμή πριν χτυπήσει το κουδούνι, όταν ήξερε ότι ερχόταν και την περίμενε.

Τώρα περίμενε πάλι.

Μόνο που δεν ήξερε αν θα ερχόταν.

Και αυτή η διαφορά τον διέλυε.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο.

Για πρώτη φορά ένιωσε πόσο πολύ είχε συνδέσει την παρουσία της με τη δική του ευτυχία. Όταν ήταν εκεί, το σπίτι είχε ζωή. Η μέρα είχε προσμονή. Το αύριο είχε σχέδια.

Τώρα το σπίτι ήταν άδειο.

Και το χειρότερο ήταν πως άδειος ένιωθε και ο ίδιος.

Ένα μήνυμα.

Δύο λέξεις.

«Μου έλειψες.»

Και ήξερε πως αν τις έβλεπε στην οθόνη του, θα έτρεχε ξανά προς εκείνη.

Όλα τα γιατί θα μπορούσαν να περιμένουν.

Αρκεί να επέστρεφε.

Και όσο τα σκεφτόταν όλα αυτά, τόσο πιο δύσκολο γινόταν να αντισταθεί στην ανάγκη να κάνει κάτι.

Οτιδήποτε.

Να σπάσει αυτή τη σιωπή που τον έπνιγε.

Πήρε το κινητό στα χέρια του.

Άνοιξε τη συνομιλία τους και έμεινε για λίγο να κοιτάζει το κενό πλαίσιο του μηνύματος.

Είχε τόσα να της πει.

Ήθελε να τη ρωτήσει γιατί του το έκανε αυτό. Γιατί εξαφανιζόταν. Γιατί τον άφηνε να αναρωτιέται. Ήθελε να της πει ότι ήταν θυμωμένος, ότι είχε κουραστεί, ότι δεν άντεχε άλλο να βρίσκεται κάθε τόσο στο ίδιο σημείο.

Τα δάχτυλά του έμειναν ακίνητα πάνω από την οθόνη.

Τελικά δεν έγραψε τίποτε από όλα αυτά.

Έγραψε μόνο:

«Μου έλειψες.»

Το κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα.

Ήξερε ότι ίσως δεν έπρεπε να το στείλει. Ήξερε τι θα του έλεγε ο Αλέξανδρος αν ήταν ακόμη εκεί.

Για μια στιγμή σκέφτηκε να το σβήσει.

Δεν το έκανε.

Πάτησε αποστολή.

Και μόλις το μήνυμα έφυγε, ένιωσε κάτι ανάμεσα σε ανακούφιση και ντροπή.

Ανακούφιση γιατί, έστω και με δύο λέξεις, είχε καταφέρει να φτάσει μέχρι εκείνη.

Ντροπή γιατί για ακόμη μία φορά εκείνη είχε απομακρυνθεί κι εκείνος ήταν αυτός που είχε απλώσει πρώτος το χέρι.

Άφησε το κινητό δίπλα του.

Πέρασε ένα λεπτό.

Μετά άλλο ένα.

Μπήκε να τσεκάρει ότι το μήνυμα είχε παραδοθεί.

Το είχε διαβάσει.

Άρα ήταν καλά.

Η πρώτη ανακούφιση κράτησε ελάχιστα. Για λίγα μόνο δευτερόλεπτα ένιωσε το σώμα του να χαλαρώνει. Τουλάχιστον δεν της είχε συμβεί κάτι.

Ύστερα ήρθε η επόμενη σκέψη.

Αφού το είδε, γιατί δεν μου απαντά;

Η ανησυχία άρχισε να δίνει τη θέση της στον θυμό.

Ήξερε ότι περίμενε. Ήξερε ότι θα ανησυχούσε. Πόσο δύσκολο ήταν να γράψει δυο λέξεις; Ένα «είμαι καλά». Οτιδήποτε.

Ένιωσε τον θυμό να ανεβαίνει μέσα του. Για πρώτη φορά δεν έψαχνε αμέσως μια δικαιολογία για εκείνη. Δεν ήταν δουλειά, κούραση ή μια δύσκολη μέρα. Είχε δει το μήνυμά του και είχε επιλέξει να μην απαντήσει.

Γιατί μου το κάνεις αυτό;

Σχεδόν αμέσως όμως ο θυμός άρχισε να υποχωρεί.

Γιατί πίσω του κρυβόταν κάτι πολύ πιο δύσκολο να αντέξει.

Ο φόβος.

Κι αν δεν θέλει να μου απαντήσει;

Κι αν δεν ήταν θυμωμένη; Κι αν δεν χρειαζόταν απλώς λίγο χρόνο; Κι αν αυτή τη φορά η σιωπή της δεν ήταν ακόμη μία από εκείνες τις απομακρύνσεις που θα τελείωναν με μια επιστροφή;

Κι αν είχε αποφασίσει να φύγει;

Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.

Και τότε ο θυμός εξαφανίστηκε σχεδόν εντελώς.

Δεν ήθελε πια να της ζητήσει εξηγήσεις. Δεν ήθελε να της πει πόσο άδικο ήταν αυτό που έκανε. Δεν τον ένοιαζε καν ποιος είχε δίκιο.

Ήθελε μόνο να απαντήσει.

Να του δώσει ένα σημάδι ότι ήταν ακόμη εκεί.

Και μέσα σε λίγα λεπτά, ο Άλκης είχε περάσει από την ανακούφιση στον θυμό, από τον θυμό στον φόβο και από τον φόβο σε εκείνη τη γνώριμη πια ανάγκη:

να επιστρέψει η Ειρήνη και να κάνει όλα τα υπόλοιπα να σωπάσουν.

Οι επόμενες ημέρες πέρασαν αργά.

Ο Άλκης συνέχιζε να πηγαίνει στη δουλειά, να απαντά στα τηλέφωνα, να μιλά με ανθρώπους, να κάνει όλα όσα έκανε πάντα. Μόνο που τα έκανε σχεδόν μηχανικά. Ένα κομμάτι του βρισκόταν διαρκώς αλλού.

Στο κινητό του.

Στην Ειρήνη.

Στην απάντηση που δεν ερχόταν.

Τα πρωινά ήταν ίσως τα δυσκολότερα. Για λίγα δευτερόλεπτα, αμέσως μόλις ξυπνούσε, ξεχνούσε. Ύστερα θυμόταν.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να απλώσει το χέρι προς το κινητό.

Καμία ειδοποίηση.

Και μαζί με την άδεια οθόνη επέστρεφε εκείνο το βάρος στο στήθος.

Όσο περνούσαν οι μέρες, η αγωνία άρχισε να μπλέκεται με τη θλίψη. Του έλειπε. Του έλειπε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί. Έπιανε τον εαυτό του να θυμάται άσχετες στιγμές τους. Ένα βράδυ που είχαν γελάσει μέχρι δακρύων. Ένα πρωινό που είχε ξυπνήσει και τη βρήκε να κοιμάται δίπλα του. Μια φράση της. Ένα άγγιγμα. Ένα βλέμμα.

Και οι αναμνήσεις είχαν μια παράξενη επιλεκτικότητα.

Του έφερναν μπροστά του κυρίως την Ειρήνη που αγαπούσε.

Όχι εκείνη που εξαφανιζόταν.

Κάποιες ώρες θύμωνε.

Τότε τα πράγματα μέσα του γίνονταν για λίγο πιο καθαρά.

Δεν του άξιζε αυτό.

Δεν είχε κάνει τίποτα που να δικαιολογεί τέτοια συμπεριφορά. Δεν μπορούσε ένας άνθρωπος να μπαίνει τόσο βαθιά στη ζωή κάποιου και ύστερα να εξαφανίζεται χωρίς μια λέξη.

Εκείνες τις στιγμές αποφάσιζε ότι τελείωσε.

Αν του έστελνε, δεν θα απαντούσε.

Αν τηλεφωνούσε, θα την άφηνε να περιμένει.

Αυτή τη φορά θα καταλάβαινε.

Και ύστερα περνούσαν μερικές ώρες.

Ο θυμός ξεθύμαινε.

Και από κάτω έμενε πάλι η θλίψη.

Και ο φόβος.

Μήπως πράγματι τελείωσε;

Άρχισε να αποφεύγει τους φίλους του. Αρνήθηκε δύο προσκλήσεις για έξοδο με πρόχειρες δικαιολογίες. Δεν είχε διάθεση να καθίσει σε ένα τραπέζι και να προσποιείται ότι περνούσε καλά. Δεν ήθελε να απαντά στην ίδια ερώτηση.

«Τι έχεις;»

Κυρίως όμως δεν ήθελε να ακούσει αυτά που ήξερε ότι κάποιοι θα του έλεγαν.

Να την ξεχάσει.

Να προχωρήσει.

Να σταματήσει να περιμένει.

Σαν να ήταν τόσο απλό.

Ο μόνος που δεν κατάφερε να αποφύγει ήταν ο Αλέξανδρος.

Εκείνος δεν ρωτούσε κάθε μέρα τι είχε συμβεί με την Ειρήνη. Δεν του έλεγε «στα έλεγα». Δεν προσπαθούσε να τον πείσει να τη διαγράψει από τη ζωή του.

Απλώς ήταν εκεί.

Περνούσε από το σπίτι του χωρίς ιδιαίτερη αφορμή. Τον έπαιρνε τηλέφωνο για έναν καφέ. Του έστελνε κάποιο ανόητο βίντεο στη μέση της ημέρας. Κάποιες φορές μιλούσαν για την Ειρήνη. Άλλες φορές δεν ανέφεραν καν το όνομά της.

Και παρατηρούσε.

Παρατηρούσε τον φίλο του να κοιτάζει το κινητό κάθε φορά που ακουγόταν ένας ήχος.

Να χάνει για λίγα δευτερόλεπτα το βλέμμα του μέσα σε μια συζήτηση.

Να λέει ότι δεν πεινάει.

Να αρνείται εξόδους που παλιότερα θα ήταν ο πρώτος που θα πρότεινε.

Να προσπαθεί τη μία μέρα να πείσει τον Αλέξανδρο ότι είχε τελειώσει με την Ειρήνη και την επόμενη να του μιλά για εκείνη σαν να περίμενε ακόμη να επιστρέψει.

Ο Αλέξανδρος τα έβλεπε όλα.

Και όσο τα έβλεπε, τόσο περισσότερο τον ανησυχούσε κάτι που ο Άλκης δεν μπορούσε ακόμη να δει.

Δεν ήταν μόνο ότι υπέφερε για μια γυναίκα.

Ήταν ο τρόπος που υπέφερε.

Αυτή η αγωνία τού ήταν γνώριμη.

Αυτή η αναμονή τού ήταν γνώριμη.

Ακόμη και ο τρόπος που ο Άλκης απομονωνόταν από όλους τους άλλους, ενώ περίμενε έναν άνθρωπο να επιστρέψει, του ήταν γνώριμος.

Ο Αλέξανδρος είχε ξαναδεί τον φίλο του έτσι.

Με άλλη γυναίκα.

Σε άλλη εποχή.

Μέσα σε μια διαφορετική ιστορία.

Κι όμως, κάτι στην ιστορία έμοιαζε παράξενα ίδιο.

Δεν του είπε τίποτα.

Όχι ακόμη.

Έμεινε απλώς κοντά του.

Γιατί γνώριζε τον Άλκη αρκετά καλά ώστε να ξέρει πως, όσο εκείνος περίμενε ακόμη την Ειρήνη, δεν υπήρχε χώρος μέσα του για καμία άλλη εξήγηση.

Κάπου όμως ο κόμπος έφτασε στο χτένι.

Ήταν Παρασκευή βράδυ όταν ο Αλέξανδρος πέρασε από το σπίτι του Άλκη. Είχαν κανονίσει να βγουν. Τίποτα ιδιαίτερο. Ένα ποτό, λίγη μουσική, να συναντήσουν δυο φίλους που είχαν καιρό να δουν.

Ο Άλκης το είχε υποσχεθεί.

Όταν όμως ο Αλέξανδρος μπήκε στο σπίτι, τον βρήκε με το μποξεράκι, αξύριστο και καθισμένο στην άκρη του καναπέ. Τα ρούχα που υποτίθεται ότι θα φορούσε εκείνο το βράδυ βρίσκονταν ακόμη πεταμένα στην πολυθρόνα.

«Δεν είσαι έτοιμος;»

«Δεν έχω πολλή διάθεση.»

Ο Αλέξανδρος τον κοίταξε.

«Πριν από μία ώρα είχες.»

«Ναι… απλώς τώρα δεν έχω.»

Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει.

Το κινητό, όπως πάντα τις τελευταίες ημέρες, ήταν κολλημένο στα χέρια του.

«Της έστειλες πάλι;»

Ο Άλκης δεν απάντησε.

«Άλκη.»

«Ένα μήνυμα έστειλα.»

Ο Αλέξανδρος πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Και;»

«Τίποτα.»

«Δηλαδή;»

«Το είδε.»

«Και δεν απάντησε.»

Ο Άλκης χαμήλωσε το βλέμμα.

«Όχι.»

Ο Αλέξανδρος έμεινε για λίγο όρθιος απέναντί του.

Ύστερα κοίταξε τον φίλο του πραγματικά.

Τα κουρασμένα μάτια. Τα γένια που είχε αφήσει να μεγαλώσουν. Τη σκυφτή στάση του σώματός του. Κάτι από τον Άλκη που γνώριζε έμοιαζε να έχει υποχωρήσει, αφήνοντας στη θέση του έναν άνθρωπο κουρασμένο από μια αναμονή που δεν ήξερε πια πότε θα τελείωνε.

Και κάτι μέσα του έσπασε.

«Σήκω.»

Ο Άλκης τον κοίταξε.

«Τι;»

«Σήκω από τον καναπέ.»

«Ρε Αλέξανδρε, σου είπα, δεν έχω διάθεση.»

«Το ξέρω. Εδώ και μέρες δεν έχεις διάθεση για τίποτα εκτός από το να κάθεσαι και να περιμένεις μια γυναίκα που δεν σου απαντάει.»

Ο Άλκης συνοφρυώθηκε.

«Μη μου αρχίζεις κι εσύ.»

«Όχι. Θα σου αρχίσω.»

Ο Άλκης τον κοίταξε ξαφνιασμένος.

Ο Αλέξανδρος σπάνια του μιλούσε έτσι.

«Σε βλέπω τόσες μέρες και δεν λέω τίποτα. Σε ακούω να μου εξηγείς τι μπορεί να σκέφτεται, τι μπορεί να φοβάται, γιατί μπορεί να απομακρύνεται. Έχω μάθει περισσότερα για το τι υποθέτεις ότι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι της Ειρήνης απ’ όσα ξέρεις εσύ για το τι συμβαίνει μέσα στο δικό σου.»

Ο Άλκης σηκώθηκε.

«Τι θέλεις να κάνω; Να πατήσω ένα κουμπί και να μη με νοιάζει;»

«Όχι.»

«Τότε τι;»

Ο Αλέξανδρος τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα.

«Να σταματήσεις να ψάχνεις συνέχεια εκείνη και να κοιτάξεις λίγο εσένα.»

Ο Άλκης γέλασε πικρά.

«Ωραία. Το λύσαμε.»

«Δεν σου είπα ότι το λύσαμε.»

Ο Αλέξανδρος κάθισε απέναντί του.

«Σου λέω ότι σε ξέρω σαράντα χρόνια. Και σε έχω ξαναδεί εδώ.»

Ο Άλκης σταμάτησε.

«Πού εδώ;»

«Εδώ ακριβώς. Με άλλο όνομα στην οθόνη του κινητού.»

Στο δωμάτιο απλώθηκε μια βαριά σιωπή.

Ο Άλκης δεν απάντησε. Για μια στιγμή ένιωσε σαν να είχε δεχτεί ένα χτύπημα που δεν περίμενε. Ήξερε πολύ καλά για ποιες ιστορίες μιλούσε ο Αλέξανδρος. Ήξερε και τα ονόματα που δεν χρειάστηκε να αναφέρει.

«Δεν είναι το ίδιο», είπε τελικά.

Ο Αλέξανδρος τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

«Η Ειρήνη είναι διαφορετική.»

Το είπε γρήγορα, σχεδόν αμυντικά. Σαν να χρειαζόταν να το ακούσει περισσότερο ο ίδιος παρά ο φίλος του.

«Μπορεί», απάντησε ήρεμα ο Αλέξανδρος. «Αλλά εγώ δεν σου μιλάω για την Ειρήνη.»

Ο Άλκης σήκωσε το βλέμμα του.

«Σου μιλάω για σένα.»

Κάτι μέσα του αναδεύτηκε.

Για μια στιγμή πέρασαν από το μυαλό του πρόσωπα, στιγμές, παλιές αναμονές. Βράδια που είχε περάσει προσπαθώντας να καταλάβει. Συζητήσεις που είχε αναλύσει μέχρι εξάντλησης. Εκείνη τη γνώριμη αίσθηση ότι, αν έκανε λίγη ακόμη υπομονή, αν έδινε λίγο περισσότερο, αν έβρισκε επιτέλους τον σωστό τρόπο, αυτή τη φορά τα πράγματα θα κατέληγαν διαφορετικά.

Τα έδιωξε σχεδόν αμέσως.

«Δεν ξέρεις τι λες.»

Ο Αλέξανδρος δεν αντέδρασε.

Σηκώθηκε, πήρε το μπουφάν του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Πριν φύγει, γύρισε και τον κοίταξε.

«Μπορεί να έχεις δίκιο. Μπορεί πράγματι η Ειρήνη να είναι διαφορετική.»

Έκανε μια μικρή παύση.

«Αλλά εσύ, Άλκη; Εσύ είσαι διαφορετικός αυτή τη φορά;»

Η πόρτα έκλεισε.

Ο Άλκης έμεινε μόνος.

Για πρώτη φορά εδώ και ημέρες, το βλέμμα του δεν πήγε στο κινητό.

Έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας το κενό μπροστά του.

Η Ειρήνη εξακολουθούσε να μην έχει απαντήσει.

Μόνο που τώρα, ανάμεσα στα αμέτρητα ερωτήματα που είχε για εκείνη, ο Αλέξανδρος είχε αφήσει πίσω του ένα καινούριο.

Ένα ερώτημα που αφορούσε μόνο τον ίδιο.

Και αυτό ήταν ίσως το μοναδικό ερώτημα που ο Άλκης δεν ήθελε ακόμη να απαντήσει.


Συνεχίζεται…

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top