CATEGORY: Σχέσεις
Πρόλογος
Υπάρχουν ερωτήματα που γεννιούνται μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και δύσκολα βρίσκουν μια απλή απάντηση.
Ένα από αυτά έγινε η αφορμή για την ιστορία που θα σας διηγηθώ.
«Αφού με πληγώνει, γιατί συνεχίζω να τη θέλω;»
Είναι ένα πραγματικό θεραπευτικό ερώτημα. ”Ξέρω ότι αυτή η σχέση με πληγώνει. Ξέρω ότι έχω κλάψει περισσότερο απ’ όσο έχω χαμογελάσει. Ξέρω ότι έχω δώσει περισσότερα απ’ όσα έχω λάβει. Και όμως… ένα κομμάτι μου θέλει να επιστρέψει.” Όταν η λογική γνωρίζει τους λόγους που πρέπει να φύγεις, αλλά ένα κομμάτι σου εξακολουθεί να μένει πίσω.
Από αυτό το σημείο, όμως, αρχίζει η μυθοπλασία.
Η ιστορία που ακολουθεί θα ξεδιπλωθεί σε μορφή μυθιστορήματος. Τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες, οι διάλογοι και τα γεγονότα που θα συναντήσετε στις επόμενες παραγράφους που ακολουθούν, αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας, δημιουργημένο γύρω από αυτό το πραγματικό ανθρώπινο και θεραπευτικό ερώτημα.
Άλκης & Ειρήνη
Μέρος 1
Ήταν ένα από εκείνα τα γλυκά βράδια στις αρχές του φθινοπώρου που το καλοκαίρι μοιάζει να αρνείται ακόμη να φύγει. Η παρέα είχε μαζευτεί σε ένα μικρό μαγαζί με χαμηλό φωτισμό και μεγάλα ανοιχτά παράθυρα. Από μέσα ακουγόταν απαλή μουσική, παλιά ξένα τραγούδια που χάνονταν ανάμεσα στις κουβέντες, στα γέλια και στον ήχο των ποτηριών.
Ο Άλκης είχε φτάσει νωρίτερα και συζητούσε με έναν φίλο του όταν την είδε να μπαίνει.
Η Ειρήνη.
Δεν γνώριζε ακόμη το όνομά της.
Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα που κινούνταν ανάλαφρα γύρω της καθώς περπατούσε και τα μαλλιά της έπεφταν χαλαρά στους ώμους. Χαιρέτησε κάποιους από την παρέα και, σχεδόν αμέσως, χαμογέλασε σε κάτι που της είπε μια φίλη της.
Ο Άλκης σταμάτησε για μια στιγμή να παρακολουθεί τη συζήτηση δίπλα του.
Την παρατηρούσε.
Υπήρχε κάτι στο χαμόγελό της που τον είχε αιχμαλωτίσει. Και όταν λίγο αργότερα την άκουσε να γελά, ένα καθαρό, αυθόρμητο γέλιο που ξεχώρισε μέσα στη μουσική και στις φωνές, χαμογέλασε κι εκείνος χωρίς να ξέρει γιατί.
Τα μάτια του επέστρεφαν συνεχώς πάνω της.
Στον τρόπο που μιλούσε με τα χέρια της. Στην κίνηση με την οποία έφερνε τα μαλλιά πίσω από τον ώμο της. Στον τρόπο που έγερνε προς τους άλλους όταν τους άκουγε και ύστερα ξεσπούσε πάλι σε εκείνο το γέλιο.
Την κοιτούσε μαγεμένος.
Και τότε, σαν να αισθάνθηκε το βλέμμα του, η Ειρήνη γύρισε.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν και για μια στιγμή ο χρόνος έμοιαζε να σταμάτησε.
Οι φωνές γύρω τους απομακρύνθηκαν, η μουσική χαμήλωσε σαν να ερχόταν ξαφνικά από κάπου μακριά και, για λίγα δευτερόλεπτα, ο Άλκης δεν έβλεπε κανέναν άλλον μέσα στο δωμάτιο. Μόνο εκείνη.
Η Ειρήνη δεν απέστρεψε το βλέμμα. Τον κοίταξε και χαμογέλασε.
Κι εκείνος ένιωσε εκείνο το γλυκό, σχεδόν ανεπαίσθητο σκίρτημα να τον διαπερνά. Της χαμογέλασε κι εκείνος. Κάτι είχε μόλις συμβεί ανάμεσά τους.
Πριν χωρίσουν εκείνο το βράδυ, αντάλλαξαν τηλέφωνα. Ο Άλκης έφυγε έχοντας ακόμη στο μυαλό του το χαμόγελό της και εκείνη την ανεξήγητη θλίψη πως η βραδιά είχε τελειώσει λίγο νωρίτερα απ’ όσο θα ήθελε.
Την επόμενη μέρα, το όνομά της εμφανίστηκε στην οθόνη του κινητού του. Ένα απλό μήνυμα. Λίγες μόνο λέξεις. Ήταν αρκετές, όμως, για να τον κάνουν να χαμογελάσει. Και κάπως έτσι, σχεδόν αθόρυβα, η Ειρήνη άρχισε να μπαίνει στη ζωή του.
Το πρώτο τους ραντεβού ήρθε λίγες ημέρες αργότερα.
Συναντήθηκαν ένα απόγευμα μετά τη δουλειά, σε ένα μικρό καφέ κοντά στη θάλασσα. Όταν την είδε να πλησιάζει, ένιωσε την καρδιά του να χτυπά λίγο πιο γρήγορα.
Για μερικές στιγμές έμεινε απλώς να την κοιτάζει. Τον τρόπο που περπατούσε προς το μέρος του, τα μαλλιά της που κινούνταν απαλά στους ώμους της, το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της μόλις τον είδε.
Και τότε συνέβη ξανά εκείνο το γνώριμο σκίρτημα της πρώτης τους βραδιάς.
Μόνο που αυτή τη φορά ήταν πιο δυνατό.
Και καθώς την έβλεπε να πλησιάζει, ο Άλκης δεν έβλεπε μόνο την Ειρήνη. Έβλεπε ήδη κάτι από τη γυναίκα που θα μπορούσε να γίνει για εκείνον. Τη ζεστασιά που είχε αναζητήσει, τη συντροφικότητα που του είχε λείψει, εκείνη την αίσθηση του «μαζί» που πάντα πίστευε πως κάποτε θα συναντούσε. Κι αυτή η σκέψη, όσο απλή κι αν ήταν, τον γέμισε με μια χαρά σχεδόν παιδική.
Δεν τη γνώριζε ακόμη αρκετά για να ξέρει αν όλα αυτά υπήρχαν πραγματικά μέσα της.
Αλλά ο Άλκης είχε πάντοτε την τάση να ερωτεύεται και αυτό που έβλεπε και αυτό που ήλπιζε να δει.
Η Ειρήνη κάθισε απέναντί του και πολύ γρήγορα η αμηχανία των πρώτων λεπτών χάθηκε. Μίλησαν για τη δουλειά τους, για ταξίδια που είχαν κάνει και για εκείνα που ήθελαν κάποτε να κάνουν, για μουσικές, ταινίες, μικρές καθημερινές συνήθειες. Γέλασαν αρκετά. Ανακάλυψαν πράγματα που τους ένωναν και διαφώνησαν για άλλα με εκείνη την παιχνιδιάρικη διάθεση που έχουν δύο άνθρωποι όταν ακόμη ανακαλύπτουν ο ένας τον άλλον.
Κάποια στιγμή η Ειρήνη άρχισε να του κάνει πιο προσωπικές ερωτήσεις.
Τον ρώτησε για τις προηγούμενες σχέσεις του, για τους ανθρώπους που είχαν περάσει από τη ζωή του, για όσα τον είχαν πληγώσει. Ήθελε να μάθει τι αναζητούσε από μια σχέση, τι μπορούσε να τον κάνει να μείνει και τι θα τον έκανε να φύγει.
Ο Άλκης στην αρχή ξαφνιάστηκε. Δεν είχε συνηθίσει τέτοιες συζητήσεις σε ένα πρώτο ραντεβού. Πολύ γρήγορα όμως η έκπληξή του έδωσε τη θέση της σε κάτι άλλο.
Θέλει να με γνωρίσει πραγματικά, σκέφτηκε.
Κάθε καινούρια ερώτησή της τού φαινόταν σαν ακόμη μία μικρή απόδειξη ότι το ενδιαφέρον της δεν ήταν επιφανειακό. Ότι δεν βρισκόταν εκεί απλώς επειδή της είχε αρέσει ένας άντρας που γνώρισε ένα βράδυ. Ήθελε να μάθει ποιος ήταν. Τι κουβαλούσε. Τι φοβόταν. Τι είχε ανάγκη.
Και όσο περισσότερο τον ρωτούσε, τόσο περισσότερο ο Άλκης ένιωθε ότι κάτι ιδιαίτερο γεννιόταν ανάμεσά τους.
Δεν του πέρασε από το μυαλό ότι δύο άνθρωποι μπορούν να μοιραστούν πολλά μέσα σε λίγες ώρες και παρ’ όλα αυτά να παραμένουν σχεδόν άγνωστοι.
Εκείνο το βράδυ, ο Άλκης δεν αισθανόταν ότι η Ειρήνη απλώς μάθαινε πράγματα για εκείνον.
Αισθανόταν ότι τον πλησίαζε.
Όταν σηκώθηκαν να φύγουν, είχε ήδη σκοτεινιάσει. Περπάτησαν για λίγο δίπλα στη θάλασσα, χωρίς κανένας από τους δύο να δείχνει ιδιαίτερη βιασύνη να τελειώσει η βραδιά.
Λίγο πριν αποχαιρετιστούν, η Ειρήνη τον κοίταξε και χαμογέλασε.
«Πέρασα όμορφα.»
«Κι εγώ»
Δεν φιλήθηκαν εκείνο το βράδυ.
Κι όμως, όταν ο Άλκης γύρισε σπίτι, είχε την αίσθηση ότι κάτι είχε ήδη αρχίσει.
Τις επόμενες ημέρες άρχισαν να μιλούν όλο και περισσότερο. Ένα μήνυμα το πρωί, ένα τηλεφώνημα το βράδυ, μια φωτογραφία από κάτι ασήμαντο μέσα στη μέρα που, για κάποιον λόγο, ήθελαν να μοιραστούν ο ένας με τον άλλον.
Το δεύτερο ραντεβού δεν άργησε να έρθει.
Αυτή τη φορά συναντήθηκαν βράδυ. Έφαγαν σε ένα μικρό εστιατόριο και μετά περπάτησαν χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Η κουβέντα τους είχε ήδη αρχίσει να αποκτά εκείνη την οικειότητα που συνήθως χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να δημιουργηθεί.
Ο Άλκης της μιλούσε και η Ειρήνη γελούσε συχνά, ακουμπώντας κάποιες στιγμές το χέρι της στο δικό του. Μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις που εκείνος παρατηρούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να δείξει.
Όταν ήρθε η ώρα να αποχαιρετιστούν, στάθηκαν για λίγο ο ένας απέναντι στον άλλον.
Αυτή τη φορά δεν υπήρξε το «κι εγώ πέρασα όμορφα».
Ο Άλκης πλησίασε και τη φίλησε.
Η Ειρήνη δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, έμεινε για λίγες στιγμές κοντά του και, όταν τελικά τραβήχτηκε, τον κοίταξε χαμογελώντας.
Από εκείνο το βράδυ, τα πράγματα άρχισαν να κυλούν γρήγορα.
Οι συναντήσεις έγιναν συχνότερες. Τα τηλεφωνήματα μεγαλύτερα. Άρχισαν να γνωρίζουν τις μικρές συνήθειες ο ένας του άλλου, να δημιουργούν τα δικά τους αστεία, τις δικές τους λέξεις, εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που σιγά σιγά μετατρέπουν δύο ξεχωριστές καθημερινότητες σε ένα «εμείς». Ο Άλκης είχε αρχίσει να συνηθίζει την παρουσία της Ειρήνης στη ζωή του.
Η Ειρήνη ήταν τρυφερή και εκδηλωτική. Του έστελνε μήνυμα όταν της έλειπε, τον αναζητούσε μέσα στη μέρα, του έλεγε πόσο όμορφα ένιωθε μαζί του.
Και ο Άλκης αφέθηκε.
Δεν υπήρχε ακόμη κανένας λόγος να μην το κάνει.
Για ένα διάστημα, η σχέση τους ήταν ακριβώς αυτό που είχε αρχίσει να ελπίζει πως θα μπορούσε να γίνει.
Μέχρι που, ένα βράδυ, κάτι άλλαξε.
Όχι αρκετά ώστε να το ονομάσει.
Αρκετά όμως ώστε να το αισθανθεί.
Είχαν περάσει σχεδόν τρεις μήνες από την πρώτη τους συνάντηση.
Εκείνο το βράδυ είχαν βγει για φαγητό. Ήταν από εκείνες τις βραδιές που όλα μοιάζουν να βρίσκονται στη σωστή θέση. Γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον και έκαναν σχέδια για ένα μικρό ταξίδι που ήθελαν να κάνουν μαζί.
Κάποια στιγμή ο Άλκης άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και έπιασε το δικό της.
«Μου αρέσει πολύ αυτό που έχουμε», της είπε.
Η Ειρήνη χαμογέλασε, αλλά αυτή τη φορά το χαμόγελό της δεν έφτασε μέχρι τα μάτια.
Τράβηξε απαλά το χέρι της και έπιασε το ποτήρι της.
Ο Άλκης την κοίταξε.
«Όλα καλά;»
«Ναι. Γιατί;»
«Δεν ξέρω. Σαν να άλλαξες ξαφνικά»
Η Ειρήνη χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα.
«Δεν ξέρω γιατί πρέπει πάντα να βάζουμε τα πράγματα σε κουτάκια. Εγώ περνάω όμορφα μαζί σου. Δεν σου αρκεί αυτό;»
Μόλις λίγες ημέρες πριν, εκείνη του είχε πει πόσο της έλειπε όταν δεν τον έβλεπε. Είχαν μιλήσει για το ταξίδι τους, είχαν κάνει σχέδια για τις γιορτές, του είχε εκμυστηρευτεί πράγματα που, όπως του έλεγε, δεν μοιραζόταν εύκολα.
«Δεν σου ζήτησα καμία υπόσχεση», της είπε.
«Το ξέρω»
Η Ειρήνη χαμογέλασε ξανά και άλλαξε κουβέντα.
Ο Άλκης δεν επέμεινε.
Στον δρόμο της επιστροφής, όμως, κάτι τον ενοχλούσε. Προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε πει λάθος.
Την επόμενη ημέρα η Ειρήνη δεν του έστειλε το συνηθισμένο πρωινό μήνυμα.
Ούτε τη μεθεπόμενη.
Όταν της έγραψε εκείνος, η απάντησή της ήρθε αρκετές ώρες αργότερα.
«Συγγνώμη, δύσκολη μέρα. Θα μιλήσουμε.»
Ο Άλκης διάβασε το μήνυμα δύο και τρεις φορές.
Δεν αναγνώριζε την Ειρήνη σε αυτές τις λίγες λέξεις. Μέχρι πριν από δύο ημέρες ήταν η γυναίκα που τον αναζητούσε μέσα στη μέρα, που του έλεγε ότι της έλειπε, που έκανε μαζί του σχέδια για ένα ταξίδι. Και τώρα, ξαφνικά, ένιωθε σαν να είχε υψωθεί ένας τοίχος ανάμεσά τους.
Η πρώτη του σκέψη ήταν ότι κάτι είχε συμβεί.
Η δεύτερη ήταν πολύ πιο επώδυνη.
Μήπως είχε κάνει εκείνος κάτι;
Πήρε το τηλέφωνο στα χέρια του για να την καλέσει. Το άφησε πάλι κάτω.
«Θα μιλήσουμε», του είχε γράψει.
Προσπάθησε να σεβαστεί τον χώρο της.
Εκείνο το βράδυ, όμως, για πρώτη φορά από τότε που γνώρισε την Ειρήνη, ο Άλκης κοιμήθηκε με το κινητό δίπλα του και ξύπνησε αρκετές φορές μέσα στη νύχτα για να κοιτάξει την οθόνη.
Το επόμενο απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνό του.
Ήταν η Ειρήνη.
Ο Άλκης κοίταξε το όνομά της στην οθόνη για λίγα δευτερόλεπτα πριν απαντήσει. Όλη την ημέρα περίμενε αυτό το τηλεφώνημα. Είχε σκεφτεί ξανά και ξανά τι θα τη ρωτούσε. Ήθελε να καταλάβει τι είχε συμβεί, τι είχε αλλάξει τόσο ξαφνικά μέσα σε λίγες μόνο ημέρες.
«Τι κάνεις;» τον ρώτησε εκείνη.
Η φωνή της ήταν γνώριμη. Ζεστή. Σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα.
«Καλά… Εσύ;»
«Καλά. Κουρασμένη»
Ο Άλκης περίμενε για λίγο. Ίσως να συνέχιζε. Ίσως να του εξηγούσε.
Δεν το έκανε.
«Ειρήνη, τι έγινε αυτές τις μέρες;»
«Τι εννοείς;»
Η ερώτησή της τον ξάφνιασε.
«Εξαφανίστηκες»
«Δεν εξαφανίστηκα, Άλκη. Απλώς είχα πολλά πράγματα στο κεφάλι μου.»
«Μέχρι προχθές ήμασταν καλά»
«Και τώρα καλά είμαστε»
Ο Άλκης έμεινε σιωπηλός.
«Δεν ξέρω… Ένιωσα ότι ξαφνικά απομακρύνθηκες»
Ακολούθησε μια μικρή παύση.
«Νομίζω ότι μερικές φορές σκέφτεσαι πάρα πολύ τα πράγματα»
Η φράση της τον μπέρδεψε ακόμη περισσότερο.
Για μια στιγμή αναρωτήθηκε μήπως πράγματι είχε δώσει μεγαλύτερη σημασία απ’ όση χρειαζόταν. Ίσως ήταν απλώς πιεσμένη. Ίσως είχε ανάγκη λίγο χρόνο. Ίσως εκείνος είχε βιαστεί να θεωρήσει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Και τότε η φωνή της μαλάκωσε.
«Μου έλειψες»
Όλη η ένταση που κουβαλούσε από το προηγούμενο βράδυ υποχώρησε σχεδόν αμέσως.
«Κι εσύ μου έλειψες»
«Θέλω να σε δω»
Συναντήθηκαν το ίδιο βράδυ.
Όταν ο Άλκης την είδε να πλησιάζει, προσπάθησε να κρατήσει μέσα του όλα εκείνα που ήθελε να συζητήσουν. Όμως η Ειρήνη χαμογέλασε, τον αγκάλιασε και έμεινε για λίγο πάνω του.
Ήταν ξανά η Ειρήνη που γνώριζε.
Τρυφερή. Ζεστή. Κοντά του.
Ο Άλκης δεν ξαναρώτησε τι είχε συμβεί.
Ίσως επειδή δεν ήθελε να χαλάσει τη στιγμή. Ίσως επειδή η επιστροφή της έμοιαζε εκείνη την ώρα πιο σημαντική από την εξήγηση.
Τις επόμενες ημέρες όλα επέστρεψαν στο γνώριμο μεταξύ τους μοτίβο. Η Ειρήνη τον αναζητούσε, του έστελνε μηνύματα, ήθελε να τον βλέπει. Γελούσαν ξανά. Έκαναν σχέδια. Και ο Άλκης άρχισε να πιστεύει ότι εκείνες οι δύο παράξενες ημέρες δεν σήμαιναν τελικά τίποτα.
Μόνο που ένα μικρό ερωτηματικό είχε μείνει μέσα του.
Δεν ήξερε ακόμη ότι αυτό θα ήταν το πρώτο από πολλά.
Ούτε ότι, κάθε φορά που η Ειρήνη θα επέστρεφε, το ερωτηματικό δεν θα έβρισκε απάντηση.
Απλώς θα ξεχνιόταν για λίγο.
Για ένα διάστημα όλα έμοιαζαν να έχουν επιστρέψει όπως πριν.
Μόνο που δεν ήταν ακριβώς όπως πριν.
Η Ειρήνη μπορούσε να περάσει ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο στην αγκαλιά του, να μιλά για πράγματα που θα έκαναν μαζί, να τον αναζητά διαρκώς και να του λέει πόσο όμορφα ένιωθε κοντά του.
Και ύστερα, χωρίς κάτι εμφανές να έχει συμβεί, άλλαζε.
Τα μηνύματα λιγόστευαν. Οι απαντήσεις γίνονταν σύντομες. Η ζεστασιά στη φωνή της έδινε τη θέση της σε μια απόσταση που ο Άλκης δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Στην αρχή ρωτούσε.
«Έγινε κάτι;»
«Όχι»
«Σε νιώθω κάπως μακριά»
«Μια χαρά είμαι»
«Μήπως σε πείραξε κάτι που είπα;»
«Άλκη, δεν συμβαίνει πάντα κάτι.»
Και κάπου εκεί η συζήτηση τελείωνε.
Μόνο που για τον Άλκη δεν τελείωνε.
Συνεχιζόταν μέσα στο κεφάλι του.
Γύριζε πίσω στις τελευταίες τους συζητήσεις και προσπαθούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες. Κάποια φράση που ίσως την είχε ενοχλήσει. Ένα αστείο που μπορεί να παρεξήγησε. Μια στιγμή που ίσως εκείνος δεν είχε καταλάβει σωστά.
Δεν έβρισκε τίποτα.
Κι όσο δεν έβρισκε, τόσο περισσότερο έψαχνε.
Μέχρι που, λίγες ημέρες αργότερα, η Ειρήνη επέστρεφε.
«Τι κάνεις; Μου έλειψες.»
Και ήταν σαν κάποιος να άνοιγε ξανά το φως.
Ο Άλκης ξεχνούσε τις ώρες που είχε περάσει αναρωτώμενος. Ξεχνούσε τον θυμό του, τις ερωτήσεις που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του ότι αυτή τη φορά θα της έκανε.
Η ανακούφιση ήταν μεγαλύτερη από την ανάγκη του να πάρει απαντήσεις.
Και κάπως έτσι πέρασαν οι μήνες. Χωρίς να το καταλάβει, ο Άλκης άρχισε να μαθαίνει τη σχέση τους διαφορετικά. Όταν η Ειρήνη ήταν κοντά, ήταν ευτυχισμένος. Όταν απομακρυνόταν, περίμενε.
Στην αρχή περίμενε ένα μήνυμα.
Ύστερα περίμενε μια διάθεση.
Έπειτα άρχισε να περιμένει εκείνη την Ειρήνη που είχε γνωρίσει.
Και σιγά σιγά συνέβη κάτι ακόμη πιο ανεπαίσθητο.
Άρχισε να προσέχει τον εαυτό του.
Δεν της έλεγε πάντα όταν κάτι τον ενοχλούσε. Αν ήθελε να τη ρωτήσει πότε θα συναντηθούν, κάποιες φορές περίμενε μήπως το προτείνει εκείνη. Αν ένιωθε ότι απομακρυνόταν, προσπαθούσε να μη δείξει την ανησυχία του.
Δεν ήθελε να την «πιέσει».
Αυτή ήταν η λέξη που χρησιμοποιούσε πλέον και μέσα στο μυαλό του.
Κάποτε, μάλιστα, έγραψε ένα μήνυμα:
«Δεν μου κάνει καλό όλο αυτό. Δεν μπορώ τη μια μέρα να νιώθω ότι είμαστε μαζί και την άλλη να μην ξέρω καν πού βρίσκομαι στη ζωή σου.»
Το διάβασε.
Το έσβησε.
Έγραψε μόνο:
«Ελπίζω να είσαι καλά»
Και πάτησε αποστολή.
Ίσως εκείνη να ήταν μία από τις πρώτες φορές που ο Άλκης κατάπιε όσα πραγματικά ήθελε να πει. Όχι γιατί δεν ήταν σημαντικά. Αλλά γιατί είχε αρχίσει να φοβάται τι θα συνέβαινε αν τα έλεγε. Προσπαθούσε να προστατέψει τη σχέση τους.
Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση ήρθε ένα βράδυ, αρκετούς μήνες μετά.
Είχαν κανονίσει να συναντηθούν. Ο Άλκης είχε αφήσει ελεύθερο το βράδυ του και την περίμενε.
Λίγο πριν από την ώρα που είχαν συμφωνήσει, ήρθε ένα μήνυμα.
«Δεν θα μπορέσω τελικά. Θα σου εξηγήσω»
Τίποτε άλλο.
Ο Άλκης κοίταξε την οθόνη και ένιωσε εκείνο το γνώριμο πλέον σφίξιμο στο στομάχι.
Της τηλεφώνησε.
Δεν απάντησε.
Πέρασε μία ώρα. Μετά δύο.
Αυτή τη φορά δεν κατάφερε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν συνέβαινε τίποτα.
Της έγραψε.
«Ειρήνη, δεν είναι η ακύρωση που με ενοχλεί. Είναι ότι για ακόμη μία φορά με αφήνεις να αναρωτιέμαι τι συμβαίνει.»
Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό τώρα»
«Ποιο πράγμα;»
«Αυτή την πίεση»
Έμεινε να κοιτάζει τη λέξη.
Πίεση.
Δεν της είχε ζητήσει να έρθει. Δεν είχε θυμώσει επειδή ακύρωσε. Της είχε ζητήσει μόνο να του πει τι συνέβαινε.
Την επόμενη ημέρα συναντήθηκαν.
Ο Άλκης είχε αποφασίσει ότι αυτή τη φορά θα μιλούσε.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι, Ειρήνη.»
Εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστη.
«Έτσι πώς;»
«Να μη γνωρίζω ποτέ πού βρίσκομαι μαζί σου»
«Είσαι μαζί μου. Τι άλλο θέλεις;»
«Δεν ξέρω αν είμαι μαζί σου. Αυτό προσπαθώ να σου πω»
Η Ειρήνη αναστέναξε.
«Πάντα πρέπει να αναλύουμε κάτι; Δεν μπορούμε απλώς να είμαστε καλά;»
«Μα δεν είμαστε πάντα καλά»
«Εσύ δεν είσαι»
Η φράση τον σταμάτησε.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι εγώ δεν έχω όλο αυτό το άγχος που έχεις εσύ. Εσύ ψάχνεις συνέχεια να βρεις τι δεν πάει καλά.»
Ο Άλκης ένιωσε τον θυμό να ανεβαίνει.
«Γιατί κάθε φορά που έρχεσαι κοντά μου, μετά εξαφανίζεσαι.»
«Δεν εξαφανίζομαι»
«Το κάνεις»
«Όχι, Άλκη. Έχω ζωή. Έχω δουλειά. Έχω φίλους. Δεν μπορώ να δίνω αναφορά κάθε φορά που θέλω λίγο χρόνο για τον εαυτό μου.»
«Δεν σου ζήτησα ποτέ να μου δίνεις αναφορά»
«Αυτό ακριβώς κάνεις τώρα»
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς.
Ο Άλκης είχε έρθει αποφασισμένος να της πει ότι πληγωνόταν.
Και ξαφνικά βρισκόταν να προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν ήταν ελεγκτικός.
«Δεν θέλω να σε περιορίσω»
«Τότε μη με κάνεις να νιώθω ότι πρέπει να απολογούμαι»
«Δεν είπα αυτό»
«Μπορεί να μην το λες. Αλλά έτσι με κάνεις να αισθάνομαι»
Κάπου εκεί ο Άλκης έχασε το νήμα.
Δεν θυμόταν πια πώς είχαν φτάσει από το «με πληγώνει όταν εξαφανίζεσαι» στο «δεν θέλω να σε περιορίσω».
Θυμόταν μόνο ότι, λίγη ώρα αργότερα, άκουσε τον εαυτό του να λέει:
«Εντάξει. Ίσως το πίεσα περισσότερο απ’ όσο έπρεπε»
Η Ειρήνη μαλάκωσε αμέσως.
Πλησίασε, ακούμπησε το χέρι της στο πρόσωπό του και τον φίλησε.
«Δεν θέλω να μαλώνουμε», του ψιθύρισε.
Και ο Άλκης την αγκάλιασε.
Όμως, όταν έμεινε μόνος, δεν ένιωθε καλά.
Για πρώτη φορά δεν αναρωτήθηκε μόνο τι συνέβαινε με την Ειρήνη.
Αναρωτήθηκε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο.
Μήπως τελικά το πρόβλημα ήταν ο ίδιος;
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να εμπιστεύεται λίγο λιγότερο αυτό που αισθανόταν.
Και κάθε φορά που κάτι τον πλήγωνε, πριν αναρωτηθεί αν η συμπεριφορά της Ειρήνης ήταν δίκαιη απέναντί του, άρχισε να αναρωτιέται:
«Μήπως υπερβάλλω;»
Από εκείνο το βράδυ κάτι άρχισε να αλλάζει στον Άλκη.
Όχι απότομα. Αν τον ρωτούσε κάποιος, πιθανότατα θα έλεγε ότι ήταν καλά. Ότι περνούσαν απλώς μια δύσκολη φάση. Ότι η Ειρήνη ήταν ένας άνθρωπος που χρειαζόταν περισσότερο χώρο και εκείνος προσπαθούσε να το σεβαστεί.
Στην πραγματικότητα, όμως, είχε αρχίσει να ζει διαφορετικά.
Το κινητό του βρισκόταν συνεχώς κοντά του. Ένας ήχος ήταν αρκετός για να στρέψει αμέσως το βλέμμα του στην οθόνη. Κι όταν δεν ήταν εκείνη, ένιωθε μια μικρή απογοήτευση που δεν παραδεχόταν ούτε στον εαυτό του.
Τα πρωινά που έβλεπε το όνομά της στην οθόνη, η μέρα ξεκινούσε διαφορετικά.
«Καλημέρα ❤️»
Δύο λέξεις μπορούσαν να τον κάνουν να χαμογελάσει.
Τις ημέρες που δεν υπήρχε μήνυμα, προσπαθούσε να μην το σκέφτεται.
Θα έχει δουλειά.
Θα κοιμήθηκε περισσότερο.
Δεν σημαίνει κάτι.
Κι όμως, όσο περνούσαν οι ώρες, το μυαλό του επέστρεφε εκεί.
Άρχισε να μετρά πράγματα που παλιότερα δεν θα είχε προσέξει ποτέ. Πόση ώρα είχε περάσει από το τελευταίο της μήνυμα. Αν η απάντησή της ήταν πιο σύντομη από το συνηθισμένο. Αν είχε βάλει μια καρδιά ή αν αυτή τη φορά δεν είχε βάλει. Αν το «καληνύχτα» της ακουγόταν ζεστό ή κάπως βιαστικό.
Μερικές φορές θύμωνε με τον εαυτό του.
Τι κάνεις; σκεφτόταν. Πότε έγιναν όλα αυτά τόσο σημαντικά;
Και τότε η Ειρήνη επέστρεφε.
Ένα τηλεφώνημα. Μια τρυφερή κουβέντα. Ένα «θέλω να σε δω».
Και όλα μέσα του ηρεμούσαν.
Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή που δεν είχε ακόμη καταλάβει.
Δεν ήταν μόνο ότι του έλειπε όταν απομακρυνόταν.
Ήταν ότι είχε αρχίσει να χρειάζεται την επιστροφή της για να νιώσει ξανά καλά.
Άρχισε να αφήνει βράδια ελεύθερα μήπως του πρότεινε να συναντηθούν. Να αποφεύγει να κανονίσει κάτι για το Σαββατοκύριακο πριν μάθει τι θα έκανε εκείνη. Μερικές φορές οι φίλοι του τον πείραζαν.
«Θα έρθεις τελικά ή περιμένουμε έγκριση;»
Ο Άλκης γελούσε.
«Όχι, ρε. Απλώς δεν ξέρω ακόμη τι θα κάνω.»
Αλλά ήξερε.
Περίμενε την Ειρήνη.
Και όταν τελικά συναντιόντουσαν, όλα αυτά έχαναν τη σημασία τους. Υπήρχαν ακόμη βράδια που ήταν όπως στην αρχή. Εκείνη γελούσε μαζί του, κουλουριαζόταν δίπλα του, τον φιλούσε και του μιλούσε για πράγματα που ήθελε να κάνουν μαζί.
Εκείνες τις στιγμές ο Άλκης κοιτούσε τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί και σκεφτόταν ότι άξιζε να κάνει λίγη υπομονή.
Αυτή ήταν η Ειρήνη που περίμενε κάθε φορά να επιστρέψει.
Μέχρι που ένα βράδυ, για πρώτη φορά, δεν επέστρεψε όπως περίμενε.
Συνεχίζεται…
