Από Το Σημειωματάριό Μου – Ευτυχώς Που Γεννήθηκα Δυνατή


CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή



«Θα περάσει κι αυτό».


Το έλεγα στον εαυτό μου κάθε φορά που η ζωή με έφερνε αντιμέτωπη με κάτι που δυσκολευόμουν να αντέξω. Άλλοτε ψιθυριστά κι άλλοτε μόνο μέσα μου. Όχι γιατί ήμουν σίγουρη πως όλα θα πάνε καλά — πολλές φορές δεν ήμουν σίγουρη για τίποτα. Το έλεγα γιατί εκείνες τις στιγμές είχα ανάγκη να ακούσω από κάπου πως αυτό που ζούσα δεν θα κρατούσε για πάντα.

Κι αφού δεν υπήρχε πάντα κάποιος να μου το πει, το έλεγα εγώ σε μένα.

«Θα περάσει κι αυτό».

Τώρα που το σκέφτομαι, υπήρχε πολλή τρυφερότητα σε αυτές τις τέσσερις λέξεις. Ήταν σαν να έπιανα τον εαυτό μου από το χέρι και να του έλεγα «κάνε λίγο ακόμη κουράγιο, είμαι εδώ». Δεν του ζητούσα να σταματήσει να φοβάται, να μην πονά ή να βρει αμέσως τη δύναμή του. Τον άφηνα να είναι όπως ακριβώς ήταν εκείνη τη στιγμή. Φοβισμένος, θυμωμένος, κουρασμένος, κάποιες φορές χαμένος. Και του υποσχόμουν μόνο ένα πράγμα: πως αυτό που ζούσε δεν θα είχε για πάντα την ίδια ένταση και ότι θα έμενα δίπλα μου μέχρι να περάσει.

Και πράγματι, περνούσε.

Ποτέ όμως αθόρυβα. Το «θα περάσει κι αυτό» δεν σήμαινε ποτέ «θα είναι σαν να μην συνέβη». Ήξερα πως κάτι θα άφηνε πίσω του. Απώλειες, σημάδια, μικρές και μεγαλύτερες ουλές. Κάποιες έμεναν για καιρό ευαίσθητες, άλλες έκλειναν σιγά σιγά και γίνονταν απλώς ένα ακόμη κομμάτι της ιστορίας μου. Ωστόσο, αυτή η μικρή φράση ήταν ο τρόπος μου να θυμίζω στον εαυτό μου πως, όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό που ζούσα, κάποτε η έντασή του θα υποχωρούσε.

Ώσπου ήρθε εκείνη η στιγμή που, μήνες μετά από μια ιδιαίτερα επώδυνη περίοδο της ζωής μου, στάθηκα να κοιτάξω τι είχε απομείνει. Ήταν ένας από εκείνους τους απολογισμούς που κάνω μόνη μου, χωρίς χαρτί και μολύβι. Κοίταζα όσα είχα χάσει, όσα είχαν αλλάξει, όσα δεν θα επέστρεφαν ποτέ ακριβώς στη θέση τους. Άρχισα να παρατηρώ εμένα. Δεν είχα βγει αλώβητη. Αυτό ήταν ξεκάθαρο. Υπήρχαν ακόμη πράγματα που δεν μπορούσα να θυμηθώ χωρίς να με ταράζουν, κι άλλα που ήξερα πως θα χρειάζονταν χρόνο για να πάψουν να με βαραίνουν.

Όμως κάτι είχε αλλάξει.

Η ζωή μου δεν περιστρεφόταν πια γύρω από αυτό που είχε συμβεί. Υπήρχαν μέρες που περνούσαν χωρίς να το σκέφτομαι. Γελούσα χωρίς να αισθάνομαι ότι το γέλιο μου ήταν δανεικό. Έκανα σχέδια. Είχα επιθυμίες. Άρχιζα, σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνω, να επιστρέφω σε μένα.

Στην αρχή παρατηρούσα μικρά πράγματα. Τον τρόπο που αντιδρούσα σε καταστάσεις που παλιότερα θα με αναστάτωναν. Την ευκολία με την οποία μπορούσα πλέον να απομακρυνθώ από κάτι που δεν μου έκανε καλό. Τη μικρότερη ανάγκη μου να εξηγώ, να δικαιολογώ, να προσπαθώ να καταλάβω τα πάντα. Κάποιες φορές έπιανα τον εαυτό μου να αντιδρά διαφορετικά και σχεδόν ξαφνιαζόμουν.

«Α, αυτό είναι καινούργιο», σκεφτόμουν.

Και ήταν.

Δεν είχα αποφασίσει να αλλάξω. Δεν είχα καθίσει ένα πρωί να καταγράψω ποια θέλω να γίνω μετά από όλο αυτό. Οι αλλαγές είχαν έρθει αθόρυβα, μέσα στους μήνες που προσπαθούσα απλώς να ξαναβρώ τον ρυθμό μου.

Κάποιες μου άρεσαν. Κάποιες χρειάστηκε να τις γνωρίσω καλύτερα. Και κάποιες με έκαναν να χαμογελώ με την ειρωνεία τους. Γιατί ήταν πράγματι ειρωνικό. Κάτι που δεν θα επέλεγα ποτέ να ζήσω είχε αφήσει πίσω του μια εκδοχή μου που, σε ορισμένα σημεία, μου άρεσε περισσότερο.

Φυσικά δεν θα έφτανα ποτέ στο σημείο να ευχαριστήσω τον πόνο. Δεν του χρωστάω τίποτα. Όμως δεν μπορούσα να αρνηθώ αυτό που έβλεπα στον καθρέφτη. Η νίκη ήταν εκεί. Στα μάτια μου, στο χαμόγελό μου, στον τρόπο που κοιτούσα ξανά τον εαυτό μου. Είχα επιστρέψει. Όχι ίδια — κουβαλούσα ακόμη όσα είχε αφήσει πίσω της εκείνη η περίοδος. Είχα επιστρέψει όμως πιο δυνατή, με μια δύναμη που αυτή τη φορά γνώριζα ότι μου ανήκει.

Κοιτάχτηκα για λίγο ακόμη στο καθρέφτη. Χαμογέλασα στον εαυτό μου και, συγκινημένη, του είπα:

«Ευτυχώς που γεννήθηκα δυνατή».

«Εκείνη τη μέρα, χωρίς να το ξέρω ακόμη, είχα μόλις βρει τη δική μου φράση.»

Όχι μέσα στη δίνη.

Μετά.

Όταν όλα είχαν ησυχάσει αρκετά ώστε να μπορέσω να δω ποια γυναίκα είχε βγει από αυτήν. Δεν ήταν κάποια άλλη αυτή που έβλεπα. Ήμουν εγώ. Απλώς κάποια πράγματα επάνω μου είχαν αλλάξει θέση.

Είχα αρχίσει να με ακούω περισσότερο. Να μην προσπερνώ τόσο εύκολα εκείνο το πρώτο, ανεπαίσθητο «κάτι δεν μου κάνει εδώ». Όχι γιατί είχα γίνει καχύποπτη με τους ανθρώπους ή τη ζωή· αυτό θα ήταν μια άλλη μορφή φυλακής. Αλλά επειδή εμπιστευόμουν περισσότερο εμένα.

Είχα λιγότερη ανάγκη να κρατήσω κάτι με το ζόρι. Αν ένας άνθρωπος ή μια κατάσταση ήθελε να φύγει από τη ζωή μου, δεν ένιωθα πια την ίδια αγωνία να κρατήσω κάτι που δεν ήθελε πια να μείνει. Το ελευθέρωνα και μαζί του, ελευθέρωνα και τον εαυτό μου. Κάποια πράγματα τελειώνουν. Και, όσο κι αν κάποτε αυτή η σκέψη με φόβιζε, τώρα είχε μέσα της μια παράξενη ησυχία.

Παρατηρούσα επίσης ότι συγχωρούσα διαφορετικά. Όχι περισσότερο, ούτε λιγότερο. Διαφορετικά. Μπορούσα να καταλάβω χωρίς απαραίτητα να δικαιολογήσω. Να αφήσω πίσω μου κάτι χωρίς να χρειάζεται να το κάνω μικρότερο απ’ όσο ήταν. Να δεχτώ ότι κάποιος με πλήγωσε χωρίς να χρειάζεται ούτε να τον μισήσω ούτε να σβήσω αυτό που συνέβη.

Κυρίως, όμως, είχα αρχίσει να εμπιστεύομαι λίγο περισσότερο εμένα.

Όχι με εκείνη τη μεγάλη, ατσαλάκωτη αυτοπεποίθηση που δεν αμφιβάλλει ποτέ. Εξακολουθούσα να κάνω λάθη. Εξακολουθούσα να φοβάμαι, να σκέφτομαι δεύτερη και τρίτη φορά αποφάσεις, να αναρωτιέμαι αν διάβασα σωστά έναν άνθρωπο ή μια κατάσταση. Ακόμη κι αν έκανα λάθος, ακόμη κι αν μια επιλογή μου με πλήγωνε, ήξερα πως δεν θα εγκατέλειπα ξανά εμένα.

Αυτή ίσως ήταν η μεγαλύτερη αλλαγή.

Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα, όταν κάτι όμορφο συμβαίνει ή όταν κάτι τελειώνει και αφήνει πίσω του τη μικρή ή μεγάλη αναστάτωσή του, κάποιες φορές χαμογελώ.

Το «θα περάσει κι αυτό» είναι ακόμη εκεί.

Μόνο που τώρα ξέρω και τι ακολουθεί.

«Ευτυχώς που γεννήθηκα δυνατή».

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top