CATEGORY: Σχέσεις
Η ιστορία της Άννας και της Μαρίνας
Η Άννα και η Μαρίνα εργάζονται σε μια μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων με ρούχα, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Βρίσκονται στο ίδιο κατάστημα και περνούν πολλές ώρες της ημέρας μαζί, ανάμεσα σε πελάτες, παραλαβές, τακτοποίηση ρούχων και εκείνα τα Σάββατα που το κατάστημα γεμίζει από νωρίς και ο χρόνος μοιάζει να περνά χωρίς κανείς να το καταλάβει.
Η Μαρίνα εργάζεται στην εταιρεία αρκετά χρόνια. Γνωρίζει καλά τη δουλειά, τους ανθρώπους και τις απαιτήσεις του καταστήματος και κινείται στον χώρο με την άνεση που αποκτά κάποιος όταν βρίσκεται για πολύ καιρό στο ίδιο περιβάλλον. Η Άννα ήρθε αργότερα. Είναι εργατική, συνεπής και πρόθυμη να βοηθήσει, ακόμη κι όταν αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να κάνει κάτι περισσότερο από αυτό που της αναλογεί.
Οι δυο γυναίκες έχουν καλή σχέση. Στα διαλείμματα πίνουν συχνά μαζί τον καφέ τους, μιλούν για τη ζωή τους, γελούν και γνωρίζουν αρκετά πράγματα η μία για την άλλη. Δεν είναι φίλες με την πραγματική έννοια της λέξης, έχουν όμως αποκτήσει εκείνη την οικειότητα που δημιουργείται ανάμεσα σε ανθρώπους που περνούν καθημερινά τόσες ώρες μαζί.
Τον τελευταίο διάστημα, όμως, η Άννα έχει αρχίσει να δυσανασχετεί με κάτι που μέχρι πριν από λίγο καιρό προσπερνούσε. Στην αρχή ήταν τόσο μικρό, που ούτε η ίδια του έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Με τον καιρό όμως άρχισε να επαναλαμβάνεται όλο και συχνότερα και χωρίς να καταλάβει ακριβώς πότε συνέβη, η προθυμία της να βοηθά είχε αρχίσει να θεωρείται δεδομένη.
Η Μαρίνα είχε συνηθίσει να ζητά τη βοήθεια της Άννας και η Άννα είχε συνηθίσει να τη δίνει. Στην αρχή επρόκειτο για μικρές, καθημερινές εξυπηρετήσεις που μπορούν να συμβούν σε οποιονδήποτε εργασιακό χώρο. Μια παραλαβή που έπρεπε να τακτοποιηθεί, μια πελάτισσα που περίμενε στο δοκιμαστήριο, μερικά ρούχα που έπρεπε να επιστρέψουν στη θέση τους. Η Άννα δεν έβλεπε κανέναν λόγο να αρνηθεί. Ήταν εργατική, γρήγορη και, κυρίως, είχε μάθει να βοηθά χωρίς να μετρά ιδιαίτερα ποια δουλειά ήταν δική της και ποια όχι.
Όσο περνούσαν οι μήνες, όμως, άρχισε να παρατηρεί ότι η συνεργασία τους εξαρτιόταν αρκετά από τη διάθεση της Μαρίνας. Όταν τα πράγματα στην προσωπική της ζωή πήγαιναν καλά, όλα στο κατάστημα κυλούσαν διαφορετικά. Η Μαρίνα ήταν ευδιάθετη, εξυπηρετούσε τους πελάτες, αναλάμβανε τις υποχρεώσεις της και οι δυο γυναίκες συνεργάζονταν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Όταν όμως είχε τσακωθεί με τον σύντροφό της, η διάθεσή της άλλαζε και μαζί της άλλαζε, σχεδόν ανεπαίσθητα, και ο τρόπος με τον οποίο μοιραζόταν η δουλειά.
Τις ημέρες εκείνες η Μαρίνα δεν είχε διάθεση για πολλά. Άφηνε περισσότερες εκκρεμότητες και ζητούσε συχνότερα τη βοήθεια της Άννας. Εκείνη, από την άλλη, συνέχιζε να αναλαμβάνει. Άλλοτε επειδή καταλάβαινε ότι η συνάδελφός της δεν ήταν καλά, άλλοτε επειδή ήθελε να τελειώσει η δουλειά και άλλοτε απλώς επειδή της ήταν πολύ πιο εύκολο να κάνει κάτι μόνη της παρά να αρνηθεί.
Κάπως έτσι, αυτό που κάποτε ήταν μια περιστασιακή εξυπηρέτηση άρχισε να γίνεται συνήθεια. Η Μαρίνα είχε βολευτεί με την προθυμία της Άννας και η Άννα είχε αρχίσει να δυσανασχετεί με το βόλεμα της Μαρίνας. Υπήρχαν πλέον πρωινά που της αρκούσε να δει το πρόσωπό της καθώς έμπαινε στο κατάστημα για να καταλάβει πώς θα κυλούσε η μέρα. Αν η Μαρίνα ήταν κακόκεφη, η Άννα σχεδόν προετοιμαζόταν από μέσα της για όσα θα ακολουθούσαν.
Μόνο που κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει. Η Άννα εξακολουθούσε να βοηθά, αλλά δεν το έκανε πια με την ίδια διάθεση. Κάθε καινούργια υποχρέωση που κατέληγε στα χέρια της την ενοχλούσε λίγο περισσότερο. Μπορεί να απαντούσε «εντάξει» όταν η Μαρίνα της ζητούσε κάτι, μέσα της όμως η απάντηση είχε πάψει εδώ και καιρό να είναι «εντάξει».
Κάποιες ημέρες έφευγε από το κατάστημα πραγματικά εκνευρισμένη. Στον δρόμο για το σπίτι αναλογιζόταν όλα όσα είχε προλάβει να κάνει εκείνη και όλα όσα είχε αφήσει πίσω της η Μαρίνα. Θύμωνε μαζί της, παραπονιόταν γι’ αυτήν και σκεφτόταν ότι είχε μάθει να την εξυπηρετούν. Εκείνο που δεν σκεφτόταν ακόμη ήταν πως όλα αυτά που έλεγε στη Μαρίνα μέσα στο μυαλό της δεν τα είχε πει ποτέ στην ίδια.
Και ίσως εκεί να βρισκόταν ένα μέρος του προβλήματος. Η Μαρίνα είχε μάθει ότι μπορούσε να ζητά και η Άννα είχε μάθει ότι έπρεπε να ανταποκρίνεται. Η μία είχε βολευτεί σε αυτή τη σχέση και η άλλη είχε αρχίσει να ασφυκτιά μέσα της. Μόνο που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, καμία από τις δύο δεν είχε πραγματικό λόγο να αλλάξει κάτι.
Ένα πρωινό η Μαρίνα μπήκε στο κατάστημα εμφανώς εκνευρισμένη. Είχε τσακωθεί από το προηγούμενο βράδυ με τον σύντροφό της και, όπως είπε στην Άννα σχεδόν μόλις την είδε, η συζήτησή τους είχε συνεχιστεί και το πρωί. Δεν είχε κοιμηθεί καλά, ήταν θυμωμένη και δεν είχε καμία διάθεση ούτε για κουβέντα ούτε, όπως φάνηκε λίγο αργότερα, για ιδιαίτερη συνεργασία.
Η Άννα το κατάλαβε αμέσως. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε και γνώριζε πλέον αρκετά καλά τη Μαρίνα ώστε να μπορεί να προβλέψει πώς θα κυλούσε η ημέρα. Προσπάθησε στην αρχή να μην της δώσει σημασία και ασχολήθηκε με τις δικές της υποχρεώσεις. Το κατάστημα όμως είχε αρκετή κίνηση και λίγο πριν το μεσημέρι άρχισαν να μαζεύονται ρούχα έξω από τα δοκιμαστήρια, ενώ ταυτόχρονα είχε φτάσει μια καινούργια παραλαβή που έπρεπε να ελεγχθεί και να τακτοποιηθεί.
Η Μαρίνα εκείνη την ώρα είχε αποτραβηχτεί προς το πίσω μέρος του καταστήματος και κοιτούσε ξανά και ξανά το κινητό της. Κάποια στιγμή πλησίασε την Άννα και της ζήτησε να αναλάβει και την παραλαβή, γιατί, όπως της είπε, «σήμερα δεν ήταν καθόλου καλά».
Η Άννα δεν είπε τίποτα. Άφησε αυτό που έκανε, ανέλαβε την παραλαβή και παράλληλα συνέχισε να εξυπηρετεί τους πελάτες που περίμεναν. Λίγο αργότερα, η Μαρίνα της ζήτησε να τακτοποιήσει και τα ρούχα από τα δοκιμαστήρια. Μέχρι το απόγευμα, η Άννα είχε κάνει σχεδόν διπλή δουλειά, ενώ η Μαρίνα είχε περάσει ένα μεγάλο μέρος της ημέρας απορροφημένη στα δικά της προβλήματα.
Αυτό που ενόχλησε περισσότερο την Άννα δεν ήταν ότι χρειάστηκε να βοηθήσει μια συνάδελφο που περνούσε μια δύσκολη ημέρα. Αυτό θα το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν ότι το ίδιο σκηνικό είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται. Κάθε φορά που κάτι δεν πήγαινε καλά στη ζωή της Μαρίνας, η Άννα ένιωθε πως, χωρίς ποτέ να το έχουν συζητήσει ή συμφωνήσει, έπρεπε να αναλάβει και το κομμάτι της δουλειάς που εκείνη άφηνε πίσω.
Όταν έκλεισε το κατάστημα εκείνο το βράδυ, η Άννα ήταν εξαντλημένη. Η Μαρίνα, λίγο πριν φύγουν, της είπε ένα απλό «ευχαριστώ, με έσωσες σήμερα». Η Άννα χαμογέλασε και απάντησε, σχεδόν από συνήθεια, «έλα, δεν πειράζει».
Την πείραζε όμως.
Και μάλιστα πολύ.
Σενάριο 1
Στο πρώτο σενάριο, η Άννα επιλέγει να μην αλλάξει τίποτα. Συνεχίζει να υπομένει τα καπρίτσια της Μαρίνας και να αναλαμβάνει όσα εκείνη αφήνει πίσω της, παρόλο που η κατάσταση την ενοχλεί όλο και περισσότερο. Τις ημέρες που η Μαρίνα είναι ευδιάθετη, η συνεργασία τους κυλά σχετικά ομαλά και η Άννα σχεδόν ξεχνά όσα την έχουν θυμώσει. Όταν όμως η Μαρίνα έρχεται κακόκεφη στο κατάστημα, η Άννα γνωρίζει πλέον από νωρίς τι πρόκειται να ακολουθήσει. Οι υποχρεώσεις αυξάνονται, οι μικρές εξυπηρετήσεις γίνονται περισσότερες και ένα μέρος της δουλειάς της Μαρίνας καταλήγει, για ακόμη μία φορά, στα δικά της χέρια.
Παρόλο που μέσα της δυσανασχετεί, η Άννα εξακολουθεί να μην αρνείται. Δεν θέλει να δημιουργήσει ένταση μεταξύ τους, φοβάται ότι η καθημερινή τους συνεργασία θα γίνει δύσκολη και δεν ξέρει πώς να της πει ότι η προθυμία της να βοηθά δεν σημαίνει ότι είναι διατεθειμένη να αναλαμβάνει συνεχώς τις υποχρεώσεις της. Έτσι, κάθε φορά κάνει αυτό που της φαίνεται ευκολότερο εκείνη τη στιγμή: υποχωρεί. Η δυσφορία αποφεύγεται για λίγα λεπτά, αλλά ο εκνευρισμός παραμένει και συσσωρεύεται.
Σιγά σιγά, η Μαρίνα αρχίζει να καταλαμβάνει πολύ περισσότερο χώρο στη ζωή της Άννας απ’ όσο θα έπρεπε. Έχει γίνει συχνό θέμα στις συζητήσεις με τις φίλες της, οι οποίες γνωρίζουν πλέον αρκετά από τα καθημερινά της καμώματα. Η Άννα τούς διηγείται τι συνέβη στο κατάστημα, πόσα πράγματα αναγκάστηκε πάλι να αναλάβει και πόσο έχει βολευτεί η Μαρίνα με την προθυμία της. Το ίδιο συμβαίνει και στο σπίτι. Ο σύζυγός της την ακούει συχνά να επιστρέφει κουρασμένη και εκνευρισμένη και να συνεχίζει, ώρες μετά το τέλος της δουλειάς, μια ιστορία που ουσιαστικά έχει αφήσει πίσω της μαζί με το κλείσιμο του καταστήματος.
Όταν εκείνος τη ρωτά γιατί δεν μιλάει στη Μαρίνα, η Άννα βρίσκει πάντα έναν λόγο για να το αναβάλει. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, δεν θέλει να δημιουργήσει άσχημο κλίμα, η Μαρίνα είναι παλιότερη στην εταιρεία και ίσως παρεξηγήσει όσα θα της πει. Ένα μέρος της εξακολουθεί να πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα καταλάβει μόνη της πως έχει ξεπεράσει τα όρια και θα αλλάξει συμπεριφορά.
Η Μαρίνα, όμως, δεν έχει κανέναν λόγο να αντιληφθεί όσα συμβαίνουν μέσα στην Άννα. Κάθε φορά που ζητά τη βοήθειά της, εκείνη εξακολουθεί να ανταποκρίνεται. Όσο λοιπόν η μία βολεύεται περισσότερο σε αυτή τη συνθήκη, τόσο η άλλη θυμώνει περισσότερο μαζί της. Η Άννα αρχίζει να πηγαίνει στη δουλειά ήδη φορτισμένη, να ενοχλείται ευκολότερα από τη συμπεριφορά της Μαρίνας και να επιστρέφει στο σπίτι κουβαλώντας έναν θυμό που πλέον δεν αφορά μόνο όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα, αλλά όλα όσα έχουν προηγηθεί.
Χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει, ένα πρόβλημα που ξεκίνησε μέσα σε έναν εργασιακό χώρο έχει αρχίσει να επηρεάζει τον προσωπικό της χρόνο, τη διάθεσή της και τις σχέσεις της με ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με αυτό. Και ενώ η Άννα μιλά όλο και περισσότερο για τη Μαρίνα, εξακολουθεί να μη μιλά στη Μαρίνα.
Κάπως έτσι μπορεί να περάσει πολύς καιρός, όταν περιμένουμε από έναν άλλον άνθρωπο να καταλάβει μόνος του πού βρίσκεται ένα όριο που εμείς δεν έχουμε ποτέ εκφράσει.
Σενάριο 2
Στο δεύτερο σενάριο, η Μαρίνα δεν αλλάζει. Εξακολουθεί να έχει τις καλές και τις κακές της ημέρες, να γίνεται λιγότερο συνεργάσιμη όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά στην προσωπική της ζωή και να θεωρεί σχεδόν δεδομένο ότι η Άννα θα βρίσκεται εκεί για να καλύψει όσα εκείνη αφήνει πίσω της. Αυτή τη φορά, όμως, η Άννα αποφασίζει να κάνει κάτι διαφορετικό.
Έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη σχέση της με τη Μαρίνα. Αν κοιτάξει λίγο πιο προσεκτικά τη ζωή της, μπορεί να θυμηθεί πολλές φορές που δυσκολεύτηκε να αρνηθεί κάτι που δεν ήθελε, που έβαλε τις ανάγκες κάποιου άλλου μπροστά από τις δικές της ή που προτίμησε να πιεστεί η ίδια προκειμένου να μη δυσαρεστήσει έναν άνθρωπο. Τα όρια ήταν ανέκαθεν η αχίλλειος πτέρνα της και αυτή τη φορά αποφασίζει ότι δεν θέλει απλώς να συνεχίσει να παραπονιέται γι’ αυτό. Θέλει να καταλάβει γιατί συμβαίνει και, κυρίως, να μάθει έναν διαφορετικό τρόπο να σχετίζεται με τους ανθρώπους.
Αποφασίζει λοιπόν να ζητήσει τη βοήθεια ενός επαγγελματία. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αρχίζει σταδιακά να παρατηρεί κάτι που μέχρι τότε της διέφευγε. Κάθε φορά που έλεγε «ναι» ενώ μέσα της ήθελε να πει «όχι», απέφευγε προσωρινά μια δυσάρεστη στιγμή, αλλά δημιουργούσε μια πολύ μεγαλύτερη δυσφορία αργότερα. Δεν ήταν μόνο η Μαρίνα που είχε συνηθίσει την προθυμία της. Και η ίδια η Άννα είχε συνηθίσει να προστατεύει τους άλλους από τη δυσαρέσκεια, ακόμη κι όταν το κόστος το αναλάμβανε η ίδια.
Η Άννα δεν έμαθε ξαφνικά να λέει «όχι» σε όλα, ούτε επέστρεψε μια Δευτέρα στο κατάστημα αποφασισμένη να γίνει άλλος άνθρωπος. Άρχισε από πολύ μικρά πράγματα. Να σταματά για λίγο πριν απαντήσει. Να αναρωτιέται αν πραγματικά μπορεί να βοηθήσει ή αν συμφωνεί από φόβο μήπως η άλλη ενοχληθεί. Να ξεχωρίζει την καλοσύνη από τη διαρκή διαθεσιμότητα και τη συνεργασία από την ανάληψη της ευθύνης κάποιου άλλου. Μέσα από τα σεμινάρια έμαθε ότι το να βάζει όρια δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψει να είναι δοτική ή πρόθυμη να βοηθήσει. Σημαίνει ότι μπορεί να επιλέγει πότε θέλει πραγματικά να προσφέρει και πότε χρειάζεται να προστατεύσει τον χρόνο και την ενέργειά της. Έμαθε επίσης ότι δεν είναι υπεύθυνη για το πώς θα νιώσει ο άλλος απέναντι σε ένα «όχι» και ότι μια άρνηση δεν την κάνει αγενή, δύσκολη ή εγωίστρια. Το πιο δύσκολο για την Άννα δεν ήταν να μάθει να λέει «όχι», αλλά να μάθει να μην αισθάνεται ενοχές κάθε φορά που το έλεγε.
Κάποια μέρα η Μαρίνα φτάνει και πάλι στο κατάστημα εκνευρισμένη. Η Άννα καταλαβαίνει από νωρίς ότι κάτι έχει συμβεί και λίγο αργότερα έρχεται το γνώριμο αίτημα. Η Μαρίνα τής ζητά να αναλάβει μια υποχρέωση που κανονικά είναι δική της, επειδή εκείνη την ημέρα δεν έχει διάθεση να ασχοληθεί.
Αυτή τη φορά η Άννα δεν απαντά αμέσως. Της λέει ήρεμα ότι έχει ήδη αρκετή δουλειά και δεν μπορεί να αναλάβει και τη δική της. Η Μαρίνα ενοχλήθηκε. Και η αντίδρασή της ήταν αρκετή για να κάνει την Άννα να αμφιβάλλει για όσα μόλις είχε πει. Για λίγα λεπτά αισθάνεται την παλιά ανάγκη να δικαιολογηθεί, να εξηγήσει περισσότερο ή ακόμη και να πάρει πίσω την άρνησή της. Μόνο που τώρα αρχίζει να αναγνωρίζει αυτό το συναίσθημα. Το έχει συζητήσει, το έχει παρατηρήσει και ξέρει ότι η δυσφορία που αισθάνεται δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έκανε κάτι λάθος.
Με τον καιρό η Άννα συνεχίζει να εξασκείται σε αυτή τη νέα στάση. Άλλοτε τα καταφέρνει και άλλοτε επιστρέφει στις παλιές της συνήθειες. Σιγά σιγά, όμως, η σχέση ανάμεσα στις δύο γυναίκες αρχίζει να αλλάζει. Όχι επειδή η Μαρίνα έγινε ξαφνικά λιγότερο βολεμένη, αλλά επειδή η προθυμία της Άννας έπαψε να είναι δεδομένη.
Μέσα από τα σεμινάρια που παρακολουθούσε, η Άννα έμαθε ότι αυτή η αλλαγή δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Τα όρια δεν είναι μια φράση που μαθαίνουμε να λέμε, ούτε μια απόφαση που παίρνουμε ένα πρωί και από εκείνη τη στιγμή όλα γίνονται διαφορετικά. Πίσω από τη δυσκολία να πούμε «όχι» υπάρχουν συχνά τρόποι συμπεριφοράς που έχουμε μάθει και επαναλαμβάνουμε για χρόνια.
Η Άννα είχε συνηθίσει να είναι διαθέσιμη, να εξυπηρετεί, να αποφεύγει τις εντάσεις και να προσπαθεί να μη δυσαρεστεί τους ανθρώπους γύρω της. Για εκείνη, λοιπόν, το να αρχίσει να βάζει όρια δεν σήμαινε απλώς ότι έπρεπε να βρει το θάρρος να αρνηθεί στη Μαρίνα. Σήμαινε ότι έπρεπε πρώτα να μάθει να αντέχει όλα όσα ένιωθε μετά από μια άρνηση: την αμηχανία, την ενοχή, τον φόβο ότι μπορεί να θεωρηθεί αγενής ή εγωίστρια, ακόμη και την πιθανότητα ο άλλος να θυμώσει μαζί της.
Άρχισε επίσης να καταλαβαίνει ότι για πολλά χρόνια είχε συνδέσει την καλοσύνη με τη διαρκή διαθεσιμότητα. Πίστευε ότι ένας καλός άνθρωπος βοηθά, υποχωρεί, κατανοεί και δεν δυσκολεύει τους άλλους. Χρειάστηκε χρόνο για να ανακαλύψει ότι μπορεί να παραμένει ευγενική και δοτική χωρίς να είναι πάντα διαθέσιμη και ότι το να προστατεύει τον χρόνο, την ενέργεια και τις ανάγκες της δεν ακυρώνει την καλοσύνη της.
Υπήρχε όμως και κάτι ακόμη που δεν είχε σκεφτεί μέχρι τότε. Όταν αλλάζουμε έναν τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε για χρόνια με τους ανθρώπους, δεν χρειάζεται να συνηθίσουμε μόνο εμείς τη νέα μας στάση. Χρειάζεται να τη συνηθίσουν και εκείνοι. Η Μαρίνα είχε γνωρίσει μια Άννα που σχεδόν πάντα έλεγε «ναι». Ήταν επομένως πολύ πιθανό να ξαφνιαστεί, να δυσαρεστηθεί ή ακόμη και να προσπαθήσει να επαναφέρει τα πράγματα εκεί όπου τη βόλευαν.
Η Άννα έμαθε έτσι ότι το δύσκολο κομμάτι των ορίων δεν ήταν μόνο να τα εκφράσει. Ήταν να μπορέσει να τα κρατήσει ακόμη και όταν ο άλλος δεν ήταν ευχαριστημένος με αυτά. Και ίσως τότε άρχισε να καταλαβαίνει κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε σκεφτεί: το «όχι» της δεν χρειαζόταν να γίνει πιο δυνατό. Χρειαζόταν να γίνει πιο σταθερό.
Και τελικά, τι άλλαξε;
Αν κοιτάξουμε ξανά τις δύο εκδοχές της ιστορίας, θα παρατηρήσουμε κάτι ενδιαφέρον. Η Μαρίνα είναι η ίδια και στα δύο σενάρια. Έχει τον ίδιο χαρακτήρα, τις ίδιες συνήθειες και την ίδια τάση να αφήνει στους άλλους όσα μπορεί να αποφύγει η ίδια. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο η Άννα επιλέγει να συμμετέχει σε αυτή τη σχέση.
Στο πρώτο σενάριο, περιμένει από τη Μαρίνα να καταλάβει. Θυμώνει, παραπονιέται, κουβαλά τη δυσαρέσκειά της στο σπίτι και συζητά για εκείνη με τους ανθρώπους που αγαπά. Ελπίζει ότι κάποια στιγμή η Μαρίνα θα αντιληφθεί πως την έχει κουράσει και θα σταματήσει. Μόνο που η ίδια συνεχίζει να της λέει «ναι». Στο δεύτερο σενάριο, η Άννα δεν προσπαθεί να αλλάξει τη Μαρίνα. Αρχίζει να παρατηρεί τον εαυτό της. Αναγνωρίζει τη δική της δυσκολία, ζητά βοήθεια και μαθαίνει, σιγά σιγά, να εκφράζει αυτό που μπορεί και αυτό που δεν μπορεί να κάνει. Κάποιες φορές αισθάνεται άβολα, κάποιες φορές υποχωρεί και κάποιες άλλες τα καταφέρνει καλύτερα. Η αλλαγή δεν είναι ούτε γρήγορη ούτε τέλεια. Είναι όμως δική της.
Ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που χρειάζεται να καταλάβουμε για τα όρια. Δεν υπάρχουν για να αναγκάσουν τους άλλους να συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε. Ούτε εγγυώνται ότι οι άνθρωποι γύρω μας θα κατανοήσουν, θα συμφωνήσουν ή θα χαρούν όταν αρχίσουμε να τα εκφράζουμε. Υπάρχουν για να γνωρίζουμε εμείς μέχρι πού μπορούμε να πάμε χωρίς να αρχίσουμε να θυμώνουμε με τον άλλον επειδή εμείς δεν μπορέσαμε να σταματήσουμε.
Η Μαρίνα μπορεί να συνεχίσει να ζητά. Η Άννα όμως δεν είναι υποχρεωμένη να συνεχίσει να λέει «ναι». Και ίσως, την επόμενη φορά που θα θυμώσουμε επειδή κάποιος ξεπέρασε τα όριά μας, πριν αναρωτηθούμε γιατί δεν τα σεβάστηκε, αξίζει να κάνουμε στον εαυτό μας μια λίγο διαφορετική ερώτηση:
«Μήπως περιμένω από τους άλλους να σεβαστούν όρια που εγώ δεν έχω ακόμη εκφράσει;»
