Από Το Σημειωματάριό Μου – Το Θαύμα της Ανατολής

CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή



Η κρεβατοκάμαρά μου βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του σπιτιού. Κάθε πρωί, λίγο μετά το χάραμα, το πρώτο φως της ημέρας βρίσκει τον δρόμο του μέσα από τις κουρτίνες και απλώνεται αθόρυβα στο δωμάτιο.

Δεν χρειάζεται να ανοίξω τα μάτια μου για να καταλάβω ότι ξημέρωσε. Το φως είναι ήδη εκεί.

Τεντώνω νωχελικά το σώμα μου κάτω από τα σεντόνια, παίρνω μια βαθιά ανάσα και, πριν ακόμη σηκωθώ από το κρεβάτι, χαμογελάω.

«Καλημέρα, ζωή!»

Μένω για λίγο ακίνητη.

Ρίχνω μια ματιά γύρω μου. Το βλέμμα μου περιπλανιέται αργά στο δωμάτιο, όπως κάνει κάθε πρωί. Στέκεται για λίγο σε όλα εκείνα τα μικρά, καθημερινά πράγματα που κάνουν τη ζωή μου πιο όμορφη, πιο άνετη, πιο ζεστή. Και σιωπηλά, τα ευλογώ ένα ένα.

Το κρεβάτι που με ξεκούρασε όλη τη νύχτα. Το μαξιλάρι που στήριζε το κεφάλι μου όσο εγώ κοιμόμουν, ανυποψίαστη για τις ώρες που περνούσαν. Τα σεντόνια που με σκέπαζαν και κρατούσαν το σώμα μου ζεστό. Τις κουρτίνες που άφησαν το πρωινό φως να περάσει απαλά στο δωμάτιο, αρκετό για να μου ψιθυρίσει πως ξημέρωσε, όχι τόσο ώστε να με ξυπνήσει πριν την ώρα μου.

Σπρώχνω με τα χέρια μου το σεντόνι και το αφήνω να γλιστρήσει στην άκρη του κρεβατιού.

Τα χέρια μου…

Πόσα πράγματα κάνουν για μένα από τη στιγμή που ξυπνάω μέχρι τη στιγμή που θα κλείσω ξανά τα μάτια μου. Υπακούουν ακούραστα σε κάθε μικρή μου επιθυμία, τις περισσότερες φορές πριν καν προλάβω να τη σκεφτώ. Πιάνουν, αγγίζουν, σηκώνουν, χαϊδεύουν, γράφουν, δημιουργούν. Σε λίγο θα κρατήσουν την κούπα με τον πρωινό μου καφέ. Αργότερα θα πληκτρολογήσουν λέξεις, θα ανοίξουν πόρτες, θα αγγίξουν ανθρώπους που αγαπώ.

Ακουμπώ τα πόδια μου στο πάτωμα και σηκώνομαι.

Και αυτά είναι εκεί, έτοιμα να με πάνε όπου αποφασίσω.

Δεν τους λέω καν πώς να το κάνουν. Δεν χρειάζεται. Το ένα βήμα ακολουθεί το άλλο κι εγώ διασχίζω το δωμάτιο χωρίς να σκέφτομαι την απίστευτη συνεργασία που χρειάζεται μέσα στο σώμα μου για να συμβεί κάτι τόσο απλό.

Η σπονδυλική μου στήλη με κρατά όρθια. Οι μύες μου συνεργάζονται. Οι αρθρώσεις μου κινούνται. Η καρδιά μου συνεχίζει τον δικό της ακούραστο ρυθμό από τη στιγμή που κοιμήθηκα μέχρι τώρα, χωρίς να της το ζητήσω ούτε μία φορά. Οι πνεύμονές μου γεμίζουν και αδειάζουν, γεμίζουν και αδειάζουν, κι εγώ αναπνέω.

Απλώς αναπνέω.

Πόση ζωή χωράει τελικά μέσα σε πράγματα που μοιάζουν τόσο αυτονόητα;

Περπατώ μέχρι το μπάνιο και ανοίγω τη βρύση.

Νερό.

Καθαρό νερό τρέχει στα χέρια μου με μια τόσο απλή κίνηση, που σχεδόν μοιάζει μαγική αν σταθείς για λίγο να τη σκεφτείς. Δεν χρειάστηκε να το αναζητήσω, να το κουβαλήσω, να αναρωτηθώ αν θα υπάρχει σήμερα. Γυρίζω απλώς μια βρύση και είναι εκεί. Δροσερό, καθαρό, άφθονο.

Το αφήνω να κυλήσει στο πρόσωπό μου.

Η πρωινή δροσιά του με ξυπνά για τα καλά. Κοιτάζω για μια στιγμή το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και χαμογελώ. Δίπλα μου βρίσκονται όλα όσα χρειάζομαι. Το σαπούνι μου, η οδοντόβουρτσά μου, οι καθαρές πετσέτες διπλωμένες στη θέση τους.

Απλώνω το χέρι μου και παίρνω μία.

Είναι απαλή και στεγνή και μυρίζει καθαριότητα.

Μικρά πράγματα.

Τόσο μικρά, που θα μπορούσαν εύκολα να περάσουν απαρατήρητα μέσα στη βιασύνη μιας ημέρας.

Μόνο που για μένα δεν είναι μικρά.

Είναι η ζωή μου!

Καθώς ντύνομαι, χαμογελάω με όλη αυτή την αφθονία που υπάρχει γύρω μου. Ανοίγω την ντουλάπα, διαλέγω τι θα φορέσω, κουμπώνω, δένω, τακτοποιώ, ενώ το μυαλό μου έχει ήδη φύγει λίγο πιο πέρα.

Στον καφέ μου.

Αρχίζω να βιάζομαι. Θέλω να πάω στην κουζίνα, να ετοιμάσω τον καφέ και το πρωινό μου. Η μικρή αγαπημένη τελετουργία της ημέρας με περιμένει.

Και κάπου εκεί με πιάνω να χαμογελάω ξανά.

Θυμάμαι.

Θυμάμαι ακριβώς τι κάνω κάθε πρωί. Πού βρίσκεται ο καφές, ποιο ντουλάπι θα ανοίξω, ποιο φλιτζάνι θα διαλέξω. Θυμάμαι τι μου αρέσει να τρώω, πώς μου αρέσει να το ετοιμάζω, τι ακολουθεί μετά. Δεν χρειάζεται να αφήσω κάπου σημειώσεις για να μου θυμίσουν ποια είμαι και πώς αρχίζει η μέρα μου.

Ο εγκέφαλός μου τα έχει φυλάξει όλα για μένα.

Και όχι μόνο αυτά.

Εκεί μέσα βρίσκονται ονόματα και πρόσωπα. Δρόμοι που έχω περπατήσει. Λέξεις που έχω μάθει. Γνώσεις που απέκτησα. Άνθρωποι που αγάπησα. Μυρωδιές που μπορούν μέσα σε μια στιγμή να με γυρίσουν χρόνια πίσω. Αναμνήσεις που νόμιζα πως είχα ξεχάσει και εμφανίζονται ξαφνικά από το πουθενά.

Κι ενώ εγώ σκέφτομαι απλώς τον καφέ μου, εκείνος συντονίζει αθόρυβα τόσα πράγματα μαζί.

Με βοηθά να θυμάμαι, να σκέφτομαι, να αποφασίζω, να κινούμαι, να οργανώνω την ημέρα που μόλις αρχίζει.

Άλλη μία ευλογία.

«Ευχαριστώ», σκέφτομαι.

Και κατευθύνομαι προς την κουζίνα λίγο πιο γρήγορα.

Γιατί η ευγνωμοσύνη είναι υπέροχη, αλλά ο πρωινός καφές δεν αστειεύεται.

Μμμ… πόσο όμορφα μυρίζει ο καφές.

Κρατάω την κούπα για λίγο ανάμεσα στα δυο μου χέρια και αφήνω τη ζέστη της να περάσει στις παλάμες μου. Το άρωμά του ανεβαίνει μαζί με τον ατμό και γεμίζει την κουζίνα. Πριν ακόμη πιω την πρώτη γουλιά, έχω ήδη αρχίσει να τον απολαμβάνω.

Τον φέρνω στα χείλη μου.

Η πρώτη γουλιά της ημέρας.

Ζεστή, δυνατή, γνώριμη.

Για λίγες στιγμές δεν κάνω τίποτε άλλο. Απλώς κάθομαι εκεί, με την κούπα στα χέρια μου, και απολαμβάνω αυτή τη μικρή πρωινή πολυτέλεια.

Ύστερα την ακουμπώ στο τραπέζι και τραβάω κοντά μου το σημειωματάριό μου.

Το ανοίγω.

Οι προηγούμενες σελίδες είναι γεμάτες από τις μέρες μου. Ημερομηνίες, λέξεις, μικρές σκέψεις, πράγματα που συνέβησαν και άλλα τόσο απλά, που ίσως κανείς άλλος να μην καταλάβαινε γιατί βρέθηκαν γραμμένα εκεί.

Παίρνω το στυλό μου και γράφω τη σημερινή ημερομηνία.

Κάθε πρωί γράφω πέντε πράγματα για τα οποία νιώθω ευγνωμοσύνη.

Πέντε.

Μερικές φορές είναι μεγάλα. Ένας άνθρωπος που αγαπώ. Η υγεία. Μια όμορφη είδηση. Κάτι που περίμενα και τελικά ήρθε.

Τις περισσότερες φορές, όμως, είναι απλά.

Το φως που μπήκε το πρωί από τις κουρτίνες μου.

Το σώμα μου που σηκώθηκε από το κρεβάτι και με έφερε μέχρι εδώ.

Το καθαρό νερό που έτρεξε μόλις άνοιξα τη βρύση.

Η μυρωδιά του καφέ που βρίσκεται τώρα δίπλα μου.

Η καινούργια μέρα που έχω ολόκληρη μπροστά μου.

Κοιτάζω όσα έγραψα.

Χαμογελάω.

Τελικά, σκέφτομαι, το δύσκολο δεν είναι να βρω πέντε πράγματα.

Το δύσκολο είναι να σταματήσω στα πέντε.

Παίρνω τον καφέ μου και κατευθύνομαι προς το γραφείο.

Ακουμπώ την κούπα δίπλα μου και κάθομαι στην καρέκλα. Το πρωινό φως έχει φτάσει πια κι εδώ. Πέφτει πάνω στο γραφείο, στα χαρτιά μου, στα χέρια μου.

Νιώθω κάτι να με πλημμυρίζει.

Όχι ενθουσιασμό. Όχι εκείνη τη θορυβώδη χαρά που θέλει να φωνάξει πως όλα είναι υπέροχα.

Κάτι πιο ήσυχο.

Πιο βαθύ.

Εκείνη τη γλυκιά αίσθηση που έρχεται όταν, έστω για μια στιγμή, συνειδητοποιείς πόσα σου έχουν ήδη δοθεί.

Ανοίγω τον υπολογιστή.

Θέλω να γράψω γι’ αυτό.

Για την ευγνωμοσύνη.

Τα δάχτυλά μου αρχίζουν να τρέχουν πάνω στα πλήκτρα.

Γράφω γρήγορα. Σχεδόν ανυπόμονα.

Οι σκέψεις έρχονται η μία πίσω από την άλλη κι εγώ βιάζομαι να τις προλάβω, να μη μου ξεφύγει καμία.

Θέλω να τα μοιραστώ όλα αυτά μαζί σου.

Όχι για να σου δείξω ότι κάνω κάτι σπουδαίο ή ιδιαίτερα σοφό. Ούτε για να σου δώσω την εντύπωση ότι κάθε πρωί ανοίγω τα μάτια μου, χαμογελάω στη ζωή και όλα μέσα μου είναι φωτεινά και όμορφα.

Κι εδώ θέλω να μοιραστώ ένα μυστικό μαζί σου.

Δεν ξυπνάω κάθε μέρα χαρούμενη.

Υπάρχουν πρωινά που το χαμόγελο βγαίνει με το ζόρι. Υπάρχουν μέρες που ξυπνάω κουρασμένη, στενοχωρημένη ή προβληματισμένη. Μπορεί να προηγήθηκε μια δύσκολη μέρα. Μπορεί μια δύσκολη εβδομάδα. Μπορεί κάτι να με πονάει, κάτι να με φοβίζει ή απλώς να μην έχω καμία διάθεση να χαμογελάσω στο σύμπαν.

Κι όμως, υπάρχει κάτι που κάνω κάθε πρωί.

Ευγνωμονώ.

Ακόμη κι εκείνες τις μέρες.

Μπορεί να μη νιώθω χαρά για όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή μου. Μπορώ όμως να νιώσω ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι άνοιξα τα μάτια μου και μου δόθηκε άλλη μία μέρα για να τα ζήσω.

Άλλη μία μέρα για να αλλάξω κάτι.

Να διορθώσω κάτι.

Να αγαπήσω.

Να γελάσω.

Να προσπαθήσω ξανά.

Ή ακόμη και να μην κάνω τίποτε από όλα αυτά. Απλώς να υπάρξω.

Ξύπνησα.

Είμαι εδώ!

Δεν είναι λίγο.

Θα σου πω κάτι που μου πήρε καιρό να καταλάβω. Νόμιζα ότι ευγνωμοσύνη σημαίνει ότι ξεχνάω αυτό που συνέβη. Σημαίνει ότι αρνούμαι αυτό που αισθάνομαι. Όμως ανακάλυψα ότι δεν χρειάζεται να λέω στον εαυτό μου «μη φοβάσαι», όταν φοβάται. Ούτε «μη θυμώνεις», όταν έχει θυμώσει. Και σίγουρα δεν προσπαθώ να σκεπάσω μια πληγή με όμορφες λέξεις για να κάνω πως δεν πονάει.

Έχω παρατηρήσει κάτι μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια.

Ο φόβος με συρρικνώνει.

Η ευγνωμοσύνη με διευρύνει.

Ο φόβος μαζεύει τον κόσμο μου γύρω από ένα μόνο πράγμα. Εκείνο που με τρομάζει. Εκείνο που δεν μπορώ να ελέγξω. Εκείνο που μπορεί να συμβεί.

Η ευγνωμοσύνη, αντίθετα, ανοίγει ξανά το βλέμμα μου.

Μου θυμίζει ότι, ναι, υπάρχει αυτό που με φοβίζει — αλλά δεν υπάρχει μόνο αυτό.

Υπάρχει το φως που μπήκε σήμερα στο δωμάτιό μου.

Υπάρχει το σώμα μου που με σήκωσε από το κρεβάτι.

Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπώ.

Υπάρχει ένα σπίτι που με προστατεύει.

Μεταξύ μας, η ευγνωμοσύνη είναι πιο δυνατή από τον φόβο.

Όχι επειδή τον εξαφανίζει.

Αλλά επειδή δεν τον αφήνει να γίνει ολόκληρος ο κόσμος μου.

Η ευγνωμοσύνη μαλακώνει την καρδιά μου. Και όταν η καρδιά μου μαλακώνει, κάτι μέσα μου ησυχάζει. Ο φόβος μπορεί να βρίσκεται ακόμη εκεί. Ο θυμός μπορεί να μην έχει φύγει. Η ανασφάλεια μπορεί να περιμένει ακόμη μια απάντηση.

Αλλά δεν χρειάζεται να τα κουβαλήσω μπροστά μου σαν σημαία για τις επόμενες δώδεκα ώρες.

Μπορώ να σηκωθώ και να συνεχίσω τη μέρα μου λίγο πιο ήρεμα.

Και όχι, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι κάθε πρωί κάθομαι με τις ώρες για να προσευχηθώ, να διαλογιστώ ή να στείλω ευγνωμοσύνη στο σύμπαν, σαν να μη με περιμένουν δουλειές, υποχρεώσεις, τηλέφωνα και μια ολόκληρη ζωή εκεί έξω.

Καμία σχέση.

Μερικές φορές είναι λίγα λεπτά.

Μερικές φορές είναι δευτερόλεπτα.

Αρχίζω από τη στιγμή που ανοίγω τα μάτια μου.

«Καλημέρα, ζωή!»

Και κάπως έτσι, πριν ακόμη αρχίσει πραγματικά η μέρα μου, έχω ήδη δείξει στο μυαλό μου προς τα πού θέλω να στρέψει σήμερα το βλέμμα του.

Δεν του ζητάω να αγνοήσει το δύσκολο.

Του θυμίζω να μη χάσει και το όμορφο.

Και επειδή σήμερα είναι μέρα μεγάλων εξομολογήσεων, θα σου πω και κάτι ακόμη… Έμαθα να μη νιώθω ένοχη όταν, παρόλο που έχω τόσα πολλά για τα οποία είμαι ευγνώμων, κάποιες μέρες απλώς δεν είμαι καλά. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου αχάριστο επειδή πονάω, ούτε επειδή φοβάμαι, θυμώνω ή υπάρχουν πρωινά που δεν έχω καμία διάθεση να χαμογελάσω. Η ευγνωμοσύνη μου δεν απαιτεί από εμένα να είμαι πάντα χαρούμενη. Δεν μου ζητά να κρύψω αυτό που πονάει, ούτε να προσποιηθώ ότι όλα στη ζωή μου είναι όμορφα. Έμαθα να αφήνω χώρο και στα δύο: και σε αυτό που με πονάει και σε αυτό που εξακολουθεί να είναι καλό. Μπορώ να πω «ναι, σήμερα πονάω» και, λίγο αργότερα, να κοιτάξω τον ουρανό και να ψιθυρίσω «ευχαριστώ». Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.

Ίσως τελικά αυτό να μου έμαθε περισσότερο η ευγνωμοσύνη: κάθε ανατολή είναι για μένα μια καινούργια πρόσκληση από τη ζωή. Μια ακόμη μέρα που μου δίνεται για να αγαπήσω, να νιώσω, να δημιουργήσω, να κάνω λάθη, να γελάσω, να αλλάξω κάτι, να αρχίσω ξανά.

Και αύριο το πρωί, όταν εκείνο το πρώτο φως περάσει ξανά μέσα από τις κουρτίνες της κρεβατοκάμαράς μου, θέλω να ανοίξω τα μάτια μου και να του χαμογελάσω.

«Καλημέρα, ζωή!»

Είμαι ακόμη εδώ.

Και μόνο αυτό…

είναι μια ευλογία.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top