Από Το Σημειωματάριό Μου – Τα Κορίτσια Του Μάη


CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή


Μάης. Ο μήνας των λουλουδιών και της αναγέννησης. Η εποχή που η φύση μοιάζει να ξυπνά από έναν λήθαργο, διψασμένη για φως και ζωή. Ξημερώνουν εκείνες οι ανοιξιάτικες μέρες που δεν σε χωράει το σπίτι. Θέλεις να βγεις έξω, να περπατήσεις, να αναπνεύσεις βαθιά και να χορτάσεις όλη εκείνη την ομορφιά που η φύση σκορπά απλόχερα γύρω σου. Τα χρώματα είναι πιο ζωηρά, τα αρώματα πιο έντονα και τα ηλιοβασιλέματα μοιάζουν να κρατούν λίγο περισσότερο, σαν να μην θέλει ούτε ο ήλιος να τελειώσει τόσο γρήγορα τη μέρα.

Κάπου μέσα σε όλη αυτή την ανοιξιάτικη αναστάτωση, τέσσερις ξεσηκωμένες φίλες, ένας σκύλος, μπόλικες λιχουδιές και άπειρο κέφι στριμώχτηκαν μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο με προορισμό ένα πάρκο.

Το πικνίκ είχε μόλις αρχίσει — πολύ πριν φτάσουμε στο γρασίδι.

Η μουσική δυνάμωσε σχεδόν από τα πρώτα λεπτά της διαδρομής και, όπως συμβαίνει συνήθως όταν τέσσερις φίλες βρίσκονται στο ίδιο αυτοκίνητο, κανένα τραγούδι δεν έμεινε για πολύ στην αποκλειστική αρμοδιότητα του τραγουδιστή. Τραγουδούσαμε κι εμείς. Δυνατά, παράφωνα σε ορισμένα σημεία και με την απόλυτη βεβαιότητα ότι το κάναμε υπέροχα.

Ανάμεσα στα τραγούδια χωρούσαν κουβέντες, πειράγματα, ιστορίες που η μία ξεκινούσε και η άλλη διέκοπτε, κι εκείνα τα γέλια που ξεσπούν ξαφνικά και παρασύρουν όλη την παρέα, ακόμη κι όταν κανείς δεν θυμάται λίγο αργότερα τι ακριβώς ήταν τόσο αστείο.

Κάποια στιγμή, όμως, ανακαλύψαμε πως από τη μικρή μας χορωδία έλειπε μία φωνή.

Γυρίσαμε και την κοιτάξαμε.

Είχε αποκοιμηθεί.

Με το κεφάλι γερμένο και το στόμα ανοιχτό, κοιμόταν γαλήνια, εντελώς ανυποψίαστη για το γεγονός ότι μόλις είχε προσφέρει στις υπόλοιπες το καλύτερο θέμα της διαδρομής.

Για μερικά δευτερόλεπτα επικράτησε εκείνη η ύποπτη σιωπή που προηγείται πάντα μιας μεγάλης καζούρας.

Και μετά έγινε το αναμενόμενο.

Τα γέλια μας πρέπει να ακούστηκαν μέχρι το πάρκο.

Εκείνη άνοιξε τα μάτια της μπερδεμένη, μας κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει τι είχε συμβεί και, φυσικά, αυτό έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Προσπαθούσαμε να της εξηγήσουμε ανάμεσα στα γέλια μας, εκείνη διαμαρτυρόταν κι εμείς γελούσαμε ακόμη περισσότερο.

Ύστερα η μουσική ξανάρχισε.

Και το αυτοκίνητο συνέχισε τον δρόμο του, κουβαλώντας τέσσερις φίλες που εκείνη τη στιγμή δεν είχαν ιδέα πως μια τόσο συνηθισμένη διαδρομή θα έμενε, χρόνια αργότερα, τόσο φωτεινή στη μνήμη.

Φτάσαμε στο πάρκο ακόμη γελώντας.

Βρήκαμε τη γωνιά που μας άρεσε και, χωρίς πολλές συζητήσεις, αποφασίσαμε πως εκεί θα στήναμε το μικρό μας βασίλειο για τις επόμενες ώρες.

Απλώσαμε την καρό κουβέρτα πάνω στο γρασίδι και αρχίσαμε να βγάζουμε τα καλούδια μας. Το ένα μετά το άλλο έβγαιναν από τις τσάντες και έβρισκαν τη θέση τους επάνω της, ώσπου η κουβέρτα γέμισε χρώματα, μυρωδιές και λιχουδιές. Είχαμε φροντίσει για όλα — ή τουλάχιστον για όλα όσα θεωρούσαμε εμείς απαραίτητα για ένα ανοιξιάτικο πικνίκ.

Καθίσαμε γύρω της, βγάλαμε τα παπούτσια μας και αφήσαμε τα πόδια μας να ακουμπήσουν στο γρασίδι. Ο σκύλος μου, πανευτυχής με αυτή την εξέλιξη, περιφερόταν ανάμεσά μας με το αλάνθαστο ένστικτο εκείνου που γνωρίζει πως, αργά ή γρήγορα, κάτι νόστιμο θα καταλήξει και στη δική του πλευρά.

Γύρω μας το πάρκο συνέχιζε τη δική του ανοιξιάτικη ζωή. Άνθρωποι περπατούσαν, παιδιά έτρεχαν, σκυλιά εξερευνούσαν το γρασίδι. Κι εμείς, καθισμένες πάνω στην καρό κουβέρτα μας, αρχίσαμε να μοιραζόμαστε τα φαγητά, να γεμίζουμε τα ποτήρια και να μιλάμε όλες μαζί, χωρίς αρχή και τέλος.

Δεν υπήρχε πρόγραμμα. Δεν υπήρχε κάτι που έπρεπε να προλάβουμε.

Υπήρχε μόνο ένα ανοιξιάτικο απόγευμα μπροστά μας.

Και είχαμε όλο τον χρόνο δικό μας.

Είχαμε τόσα πολλά να πούμε, λες και είχαν περάσει αιώνες από την τελευταία φορά που είχαμε μιλήσει. Η μία θυμόταν κάτι που είχε ξεχάσει να πει στην άλλη, μια ιστορία έφερνε στην επιφάνεια μια δεύτερη, μια εξομολόγηση γεννούσε μια ερώτηση και κάπως έτσι οι κουβέντες μας μπλέκονταν μεταξύ τους, χωρίς σειρά και χωρίς πρόγραμμα.

Μιλούσαμε για τα πάντα. Για όσα μας είχαν συμβεί, για εκείνα που μας είχαν θυμώσει, για όσα μας είχαν στενοχωρήσει και για όλα εκείνα τα μικρά, ασήμαντα περιστατικά της καθημερινότητας που μόνο στις φίλες σου μπορείς να διηγηθείς με κάθε λεπτομέρεια και να είσαι βέβαιη πως θα τα ακούσουν σαν να πρόκειται για γεγονός υψίστης σημασίας.

Άλλοτε γελούσαμε όλες μαζί κι άλλοτε κάποια μιλούσε και οι υπόλοιπες απλώς την ακούγαμε.

Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο όμορφα δώρα της φιλίας.

Να υπάρχει κάπου ένας μικρός τόπος όπου μπορείς να αφήσεις για λίγο τον εαυτό σου αφύλακτο. Να μη χρειάζεται να είσαι πάντα δυνατή, σωστή, συγκροτημένη ή ενδιαφέρουσα. Να μπορείς να πεις την ίδια ιστορία για τρίτη φορά, να παραδεχτείς έναν φόβο που σου φαίνεται ανόητος, να γελάσεις δυνατά, να θυμώσεις, να γκρινιάξεις, ακόμη και να σωπάσεις.

Και να ξέρεις πως χωράς.

Οι φίλοι δεν μπορούν να μας γλιτώσουν από τις δυσκολίες της ζωής. Μπορούν όμως να κάνουν το βάρος τους λίγο ελαφρύτερο. Μερικές φορές με μια κουβέντα. Άλλες με ένα γέλιο την κατάλληλη στιγμή. Κι άλλες μόνο με την παρουσία τους — με εκείνο το σιωπηλό «είμαι εδώ» που δεν χρειάζεται καμία μεγάλη δήλωση για να γίνει πιστευτό.

Ίσως γι’ αυτό, όταν βρισκόμαστε με ανθρώπους που αγαπάμε πραγματικά, κάτι μέσα μας χαλαρώνει. Για λίγο αφήνουμε έξω από την καρό κουβέρτα τις υποχρεώσεις, τους ρόλους, όσα πρέπει να γίνουν αύριο και όσα δεν πήγαν καλά χθες.

Και ξαναγινόμαστε λίγο πιο ανάλαφροι.

Εκείνο το απόγευμα, πάντως, δεν σκεφτόμασταν τίποτε από όλα αυτά.

Τρώγαμε, μιλούσαμε ασταμάτητα και γελούσαμε.

Και ίσως αυτή να είναι η ομορφιά της φιλίας: συνήθως δεν καταλαβαίνεις πόσο πολύ σου κάνει καλό την ώρα που τη ζεις.

Κι ας ήμασταν πια ενήλικες γυναίκες, εκείνο το απόγευμα, ξαπλωμένες πάνω στην καρό κουβέρτα, νιώθαμε πάλι σαν παιδιά.

Ανέμελες. Ξέγνοιαστες. Χαρούμενες.

Για λίγες ώρες δεν υπήρχαν ηλικίες, υποχρεώσεις, ρόλοι και όλα εκείνα τα «πρέπει» που μαζεύει κανείς μεγαλώνοντας. Υπήρχε μόνο το γρασίδι κάτω από την κουβέρτα, ο ανοιξιάτικος ουρανός από πάνω μας, τα μισοτελειωμένα καλούδια ανάμεσά μας και τέσσερις φίλες που γελούσαν με πράγματα που πιθανότατα κανένας άλλος δεν θα έβρισκε τόσο αστεία.

Ίσως τελικά οι αληθινές φιλίες να φυλάνε κάπου μέσα τους και τα παιδιά που κάποτε υπήρξαμε.

Εκείνα που δεν χρειάζονταν πολλά για να είναι ευτυχισμένα. Μια ολόκληρη μέρα μπροστά τους, έναν ουρανό από πάνω τους και κάποιον δίπλα τους για να μοιραστούν τη χαρά.

Και ίσως γι’ αυτό κοντά σε κάποιους ανθρώπους νιώθουμε τόσο ελεύθεροι. Γιατί δεν χρειάζεται να αποδείξουμε ποιοι γίναμε.

Μπορούμε, για λίγο, απλώς να θυμηθούμε ποιοι ήμασταν.

Λίγες μέρες αργότερα, μία από τις φίλες μου διάλεξε μια φωτογραφία από εκείνο το πικνίκ. Ήμασταν εγώ και ο σκύλος μου, πάνω στο γρασίδι, σε μια στιγμή που τότε δεν είχε τίποτε το σπουδαίο. Μια φωτογραφία ανάμεσα σε τόσες άλλες.

Την τύπωσε σε καμβά και μου τη χάρισε στα γενέθλιά μου.

Από τότε βρίσκεται στο σπίτι μου.

Και κάθε φορά που το βλέμμα μου πέφτει επάνω της, για λίγες στιγμές ο χρόνος γυρίζει πίσω.

Είναι πάλι Μάιος.

Ξαναβλέπω την καρό κουβέρτα απλωμένη στο γρασίδι, τα καλούδια σκορπισμένα επάνω της. Ακούω τα γέλια μας, τις κουβέντες που μπλέκονταν η μία μέσα στην άλλη, τα τραγούδια στο αυτοκίνητο. Θυμάμαι ακόμη και εκείνο το ανοιχτό στόμα στον δρόμο προς το πάρκο — ορισμένες στιγμές, ευτυχώς, η μνήμη αρνείται πεισματικά να τις αφήσει να χαθούν.

Και χαμογελάω.

Χρειάστηκε να περάσει καιρός για να καταλάβω πως εκείνο που κοιτάζω στον καμβά δεν είναι απλώς μια φωτογραφία από ένα όμορφο ανοιξιάτικο απόγευμα.

Είναι μια στιγμή της ζωής μου που κάποιος που με αγαπούσε θέλησε να κρατήσει για μένα.

Ίσως αυτό κάνουν τελικά και οι φίλοι.

Κρατούν μικρά κομμάτια της ιστορίας μας. Πρόσωπα που υπήρξαμε, γέλια που ξεχάσαμε, απογεύματα που πέρασαν χωρίς να καταλάβουμε πόσο πολύτιμα ήταν. Και κάποτε, χρόνια αργότερα, μας τα επιστρέφουν.

Σαν μια φωτογραφία πάνω σ’ έναν καμβά.

Για να θυμόμαστε.

Και να χαμογελάμε.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top