Από Το Σημειωματάριό Μου – Οδυσσέας Και Δανάη


CATEGORY: Σχέσεις


Μια αληθινή ιστορία


Τα ονόματα και ορισμένα στοιχεία της ιστορίας έχουν αλλάξει για την προστασία των προσώπων.


Όλα έμοιαζαν τόσο τέλεια στην αρχή


Η Δανάη και ο Οδυσσέας γνωρίζονταν ήδη. Δεν έχει σημασία πώς και από πού. Ίσως γιατί κάποιες ιστορίες δεν αρχίζουν τη στιγμή που δύο άνθρωποι συναντιούνται, αλλά τη στιγμή που αρχίζουν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον διαφορετικά.

Κάπως έτσι ξεκίνησε και η δική τους.

Στην αρχή, όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα. Υπήρχε εκείνη η ένταση που έχει ένας καινούργιος έρωτας· η προσμονή, τα μηνύματα, οι συζητήσεις που δεν ήθελαν να τελειώσουν, η επιθυμία να βρίσκονται μαζί όσο περισσότερο μπορούσαν.

Η Δανάη ένιωθε πως είχε συναντήσει έναν άνθρωπο που την έβλεπε πραγματικά. Ο Οδυσσέας ήταν παρών, εκδηλωτικός, διεκδικητικός. Της έδινε την αίσθηση πως αυτό που γεννιόταν ανάμεσά τους δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Δεν υπήρχε τότε λόγος να αμφισβητήσει όσα ζούσε. Δεν υπήρχε λόγος να ψάξει πίσω από τις λέξεις, να αναλύσει συμπεριφορές ή να αναρωτηθεί τι μπορεί να κρύβεται πίσω από μια τόσο έντονη αρχή.

Ήταν ερωτευμένη.

Και όταν είσαι ερωτευμένος, δεν στέκεσαι έξω από την ιστορία σου για να την παρατηρήσεις.

Τη ζεις.

Μόνο που εκείνη την εποχή η Δανάη δεν μπορούσε να γνωρίζει κάτι που θα καταλάβαινε πολύ αργότερα. Αυτό που ζούσε ως έναν μεγάλο, σχεδόν κινηματογραφικό έρωτα, στην πραγματικότητα είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός καλοστημένου love bombing.

Ο Οδυσσέας μπήκε στη ζωή της με ένταση. Με συνεχή παρουσία, ενδιαφέρον, λόγια, επιβεβαίωση. Την έκανε να αισθάνεται ξεχωριστή. Σαν να ήταν εκείνη η γυναίκα που περίμενε όλη του τη ζωή. Σαν να είχε βρει επιτέλους αυτό που αναζητούσε.

Και ίσως αυτό είναι που κάνει το love bombingτόσο δύσκολο να αναγνωριστεί όταν το ζεις. Δεν μοιάζει με χειρισμό. Μοιάζει με αγάπη. Δεν έρχεται κρατώντας μια προειδοποιητική πινακίδα. Έρχεται με ενδιαφέρον, τρυφερότητα, υποσχέσεις, σχέδια για το μέλλον και μια πρωτόγνωρη αίσθηση εγγύτητας. Δημιουργεί πολύ γρήγορα την εντύπωση ενός δεσμού βαθύτερου από τον χρόνο που πραγματικά έχει υπάρξει. Και η Δανάη δεν είχε κανέναν λόγο τότε να ονομάσει αυτό που συνέβαινε love bombing.

Για εκείνη είχε ένα πολύ πιο απλό όνομα.

Έρωτας.

Όταν ο Οδυσσέας πλησίασε τη Δανάη, δεν πλησίαζε μια άγνωστη γυναίκα. Τη γνώριζε ήδη. Ήξερε αρκετά για τον χαρακτήρα της, τον τρόπο που σκεφτόταν, όσα είχαν σημασία για εκείνη. Γνώριζε τις ευαισθησίες της, αλλά και εκείνα τα κομμάτια της που δύσκολα άφηνε να φανούν. Αυτό του έδινε ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Ήξερε πώς να την πλησιάσει. Ήξερε ποια λόγια θα είχαν βάρος για εκείνη, ποιες κινήσεις θα την έκαναν να αισθανθεί ασφάλεια, τι θα μπορούσε να δημιουργήσει την αίσθηση πως απέναντί της βρισκόταν ένας άνθρωπος που την καταλάβαινε βαθιά. Ήξερε πως η Δανάη ήταν ένας άνθρωπος υποχωρητικός, πως απέφευγε τις συγκρούσεις και πως σπάνια ύψωνε τη φωνή της. Ήξερε ότι προτιμούσε να συζητά, να καταλαβαίνει, να δίνει χώρο και χρόνο στον άλλον. Για τον Οδυσσέα, αυτή η γνώση ήταν πλεονέκτημα. Για τη Δανάη, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ήταν ακριβώς το αντίθετο.

Δεν άργησαν, όμως, να εμφανιστούν οι πρώτες ρωγμές.

Ο άντρας που στην αρχή την είχε κατακλύσει με ενδιαφέρον, τρυφερότητα και επιβεβαίωση άρχισε σταδιακά να αλλάζει. Όχι απότομα — κι ίσως αυτό ήταν το πιο δύσκολο να αντιληφθεί η Δανάη. Η ζεστασιά μπορούσε ξαφνικά να γίνει ψυχρότητα, η εγγύτητα απόσταση και η επιβεβαίωση απαξίωση. Άλλοτε την πλησίαζε και άλλοτε απομακρυνόταν, αφήνοντάς την να προσπαθεί να καταλάβει τι είχε συμβεί και, κυρίως, τι είχε κάνει η ίδια λάθος. Μικρές αιχμές, υποτίμηση, απόσυρση, ενοχοποίηση και αμφισβήτηση της δικής της αντίληψης άρχισαν να μπαίνουν ανάμεσά τους. Κι ύστερα, όταν εκείνη απομακρυνόταν συναισθηματικά ή αντιδρούσε, επέστρεφε ο Οδυσσέας της αρχής: ο τρυφερός, ο ερωτευμένος, εκείνος που ήξερε ακριβώς πώς να την κάνει να πιστέψει ξανά σε αυτούς. Έτσι η Δανάη δεν προσπαθούσε μόνο να κρατήσει τη σχέση της. Άρχισε, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνει, να περιμένει την επιστροφή του άντρα που είχε ερωτευτεί.

Σιγά σιγά, η καθημερινότητα άρχισε να αποκτά ένα διαφορετικό πρόσωπο. Ο Οδυσσέας την πρόσβαλλε, τη μείωνε, τη συνέκρινε με άλλες γυναίκες και συχνά την έκανε να αισθάνεται πως ό,τι κι αν έκανε δεν ήταν ποτέ αρκετό. Επικαλούνταν προβλήματα υγείας και η Δανάη, από φροντίδα, ανέλαβε να του μαγειρεύει σχεδόν καθημερινά· μόνο που ακόμη κι αυτή η φροντίδα σπάνια γινόταν δεκτή χωρίς κριτική. Πάντα κάτι έλειπε, κάτι δεν είχε γίνει σωστά, κάτι θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Το ίδιο μοτίβο άρχισε να απλώνεται και σε άλλες πλευρές της ζωής τους. Δεν της απαγόρευσε ποτέ να συναντά τις φίλες της — δεν χρειαζόταν άλλωστε μια ρητή απαγόρευση. Όταν εκείνη έβγαινε, μπορούσε τις επόμενες ώρες, ακόμη και μέρες, να εξαφανιστεί από τα μηνύματα, αποδίδοντας την απουσία του στον φόρτο εργασίας. Στις κοινές τους εξόδους και στα ταξίδια, πάλι κάτι θα χαλούσε τη στιγμή: το φαγητό δεν ήταν αρκετά καλό, το ξενοδοχείο ήταν μέτριο, η εξυπηρέτηση ανεπαρκής. Συχνά ήταν αγενής με τους ανθρώπους γύρω του και η Δανάη βρισκόταν να διαχειρίζεται όχι μόνο τη δική του δυσαρέσκεια αλλά και την αμηχανία που δημιουργούσε στους άλλους. Δίπλα στην απαξίωση άρχισαν να εμφανίζονται η σιωπή, η συναισθηματική απόσυρση, η ενοχοποίηση, οι αιχμές και εκείνη η διαρκής μετατόπιση του πήχη που έκανε τη Δανάη να προσπαθεί όλο και περισσότερο για κάτι που ποτέ δεν έμοιαζε αρκετό. Χωρίς κάποιος να της πει ξεκάθαρα «μη βγεις», «μη μιλήσεις», «μην κάνεις αυτό», άρχισε να μαθαίνει ότι ορισμένες δικές της επιλογές είχαν ένα συναισθηματικό κόστος. Και κάπως έτσι, σχεδόν αθόρυβα, η σχέση άρχισε να εκπαιδεύει τη Δανάη να προσαρμόζεται.

Υπήρχε όμως και μια ακόμη πλευρά της σχέσης τους, που η Δανάη θα ανακάλυπτε σταδιακά. Σε όλη σχεδόν τη διάρκειά της, ο Οδυσσέας διατηρούσε ανοιχτές πόρτες προς άλλες γυναίκες. Πρώην σύντροφοι παρέμεναν στη ζωή του, ενώ παράλληλα εμφανίζονταν καινούργιες γνωριμίες, φλερτ και, σε κάποιες περιπτώσεις, ερωτικές σχέσεις. Μια γυναίκα από τον χώρο της εργασίας του, κάποια άλλη που γνώρισε τυχαία σε ένα κατάστημα όπου βρέθηκε ως πελάτης· δεν φαινόταν να υπάρχει συγκεκριμένος χώρος ή περίσταση. Ο Οδυσσέας άπλωνε τα δίχτυα του παντού. Ούτε η ηλικία έμοιαζε να αποτελεί κριτήριο. Στα 61 του μπορούσε να στραφεί με την ίδια ευκολία σε μια γυναίκα 25 ετών όσο και σε μια γυναίκα που πλησίαζε τα 80. Το κοινό στοιχείο δεν ήταν η ηλικία, η εμφάνιση ή κάποιος συγκεκριμένος «τύπος» γυναίκας. Ήταν η αναζήτηση της ανταπόκρισης. Κάθε νέο βλέμμα, κάθε φλερτ, κάθε γυναίκα που έδειχνε ενδιαφέρον φαινόταν να γίνεται ακόμη μία πηγή επιβεβαίωσης. Και μέσα σε αυτή τη διαρκή παρουσία τρίτων προσώπων, η Δανάη βρέθηκε να ζει σε μια σχέση όπου η αποκλειστικότητα που η ίδια θεωρούσε αυτονόητη δεν ήταν ποτέ πραγματικά δεδομένη.

Για τις πρώην συντρόφους του ο Οδυσσέας είχε σχεδόν πάντα μια αρνητική ιστορία να αφηγηθεί. Εκείνες ήταν οι δύσκολες, οι άδικες, οι προβληματικές· εκείνος, το θύμα που είχε πληγωθεί και αδικηθεί. Παράλληλα, φρόντιζε να έχει γύρω του ανθρώπους που ενίσχυαν την εικόνα του, τον θαύμαζαν, τον δικαιολογούσαν ή επιβεβαίωναν τη δική του εκδοχή των γεγονότων — ανθρώπους που στη σχετική ορολογία συχνά αποκαλούνται «ιπτάμενοι πίθηκοι» (flying monkeys). Έτσι, γύρω από τον Οδυσσέα υπήρχε σχεδόν πάντα ένα μικρό κοινό πρόθυμο να χειροκροτήσει την εικόνα που ο ίδιος είχε χτίσει για τον εαυτό του.

Οι γυναίκες που έμπαιναν στη ζωή του Οδυσσέα όσο εκείνος διατηρούσε τη σχέση του με τη Δανάη δεν γνώριζαν η μία την ύπαρξη της άλλης. Ούτε, φυσικά, γνώριζαν όλες για τη Δανάη. Η Δανάη όμως, κάποια στιγμή, έμαθε για εκείνες.

Και τότε ήρθε το τέλος.

Οριστικό και αμετάκλητο — τουλάχιστον από τη δική της πλευρά.

Όταν τον αντιμετώπισε με όσα είχε ανακαλύψει, ο Οδυσσέας δεν ανέλαβε την ευθύνη. Αμφισβήτησε την πραγματικότητα που εκείνη είχε πλέον μπροστά της. Της είπε ότι τα φανταζόταν, ότι έβγαζε πράγματα από το μυαλό της, ότι ήταν κτητική. Μια σχεδόν παράλογη ειρωνεία: να ανακαλύπτεις ότι σε απατούν και, όταν αντιδράς, να κατηγορείσαι για κτητικότητα.

Κι όμως, την ίδια στιγμή που προσπαθούσε να την πείσει ότι όλα βρίσκονταν στη φαντασία της, την παρακαλούσε να επιστρέψει. Και όταν οι παρακλήσεις δεν έφεραν το αποτέλεσμα που ήθελε, τα πράγματα σκοτείνιασαν περισσότερο. Ήρθαν οι απειλές. Ναι. Ο Οδυσσέας έφτασε στο σημείο να απειλήσει τη Δανάη επειδή εκείνη επέλεξε να φύγει.

Η Δανάη είναι από εκείνες τις γυναίκες που, όταν αγαπούν, το δείχνουν. Δεν αγαπάει με μισόλογα. Είναι αυθόρμητη, έχει χιούμορ, είναι δοτική και εκφράζει τη φροντίδα της με αμέτρητους, μικρούς και μεγάλους τρόπους. Έτσι αγάπησε και τον Οδυσσέα. Έδωσε χρόνο, παρουσία, φροντίδα, υπομονή, δεύτερες ευκαιρίες — ίσως και περισσότερες απ’ όσες της αναλογούσαν.

Κι όμως, προς το τέλος, ο Οδυσσέας κατάφερε να της πει πως σε αυτή τη σχέση εκείνος είχε δώσει πολλά και δεν άξιζε.

Ίσως αυτή η φράση να συμπυκνώνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο όσα είχαν συμβεί ανάμεσά τους. Γιατί μετά από τόσο καιρό απαξίωσης, ψεμάτων και παράλληλων σχέσεων, ο Οδυσσέας εξακολουθούσε να τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση εκείνου που είχε αδικηθεί.

Μόνο που αυτή τη φορά η Δανάη δεν προσπάθησε να τον πείσει για το αντίθετο.

Ο χωρισμός δεν σήμανε και το τέλος των προσπαθειών επικοινωνίας. Ακόμη και όταν ο Οδυσσέας είχε προχωρήσει τη ζωή του, συνέχιζαν να εμφανίζονται κατά διαστήματα εκείνες οι παράξενες, «κατά λάθος» τηλεφωνικές κλήσεις προς τη Δανάη. Μία φορά μπορεί πράγματι να είναι λάθος. Όταν όμως το λάθος επαναλαμβάνεται, εύλογα δημιουργούνται ερωτήματα.

Μια τέτοια κλήση μπορεί να λειτουργήσει σαν μικρό τεστ: Θα απαντήσει; Θα με πάρει πίσω; Με έχει ακόμη στις επαφές της; Μπορώ ακόμη να προκαλέσω μια αντίδραση; Υπάρχει έστω μια χαραμάδα ανοιχτή; Και έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα για εκείνον που την κάνει: αν δεν υπάρξει ανταπόκριση, μπορεί πάντα να κρυφτεί πίσω από την πιο βολική εξήγηση.

«Σε πήρα κατά λάθος».

Η Δανάη, όμως, είχε πάψει πια να αναζητά το νόημα πίσω από κάθε κίνησή του. Είχε καταλάβει κάτι πολύ σημαντικότερο: δεν ήταν υποχρεωμένη να απαντά κάθε φορά που κάποιος δοκίμαζε αν η πόρτα της παρέμενε ανοιχτή.

Όταν η Δανάη ήρθε στο γραφείο μου, έμοιαζε χαμένη. Σαν να είχε μόλις περάσει ένας τυφώνας από τη ζωή της και εκείνη να στεκόταν ακόμη ανάμεσα στα συντρίμμια, προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε μείνει τόσο καιρό μέσα σε αυτή τη σχέση. Και ξανά και ξανά επέστρεφε στις ίδιες ερωτήσεις:

«Αφού δεν ήμουν ευτυχισμένη, γιατί δεν έφυγα νωρίτερα; Γιατί μου φέρθηκε τόσο πρόστυχα; Γιατί τον δικαιολογούσα; Γιατί έκανα τόσες υποχωρήσεις; Γιατί, ενώ συνωμοτούσε πίσω από την πλάτη μου και με κατηγορούσε σε άλλους ανθρώπους, εγώ δεν έφευγα; Γιατί έμενα εκεί, προσπαθώντας συνεχώς να υπερασπιστώ τον εαυτό μου;»

Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο σκληρές συνέπειες μιας τέτοιας σχέσης. Όταν τελειώσει, ο άνθρωπος που πληγώθηκε δεν αναρωτιέται μόνο «γιατί μου το έκανε;». Αρχίζει να στρέφει την ανάκριση προς τον ίδιο του τον εαυτό. Και αυτή ήταν η ερώτηση που βασάνιζε περισσότερο τη Δανάη.

Γιατί έμεινα;

Από το «γιατί εκείνος;» στο «ποια είμαι εγώ;»

Στις συναντήσεις μας δεν προσπαθήσαμε να βρούμε περισσότερες απαντήσεις για τον Οδυσσέα. Είχε ήδη καταλάβει αρκετά για εκείνον. Εκείνο που χρειαζόταν τώρα ήταν να καταλάβει τη Δανάη.

Παράλληλα με την ψυχοθεραπεία, δουλέψαμε με ασκήσεις αυτογνωσίας. Όχι για να αναζητήσει τι «έφταιγε» σε εκείνη, αλλά για να γνωρίσει ξανά τον πραγματικό της εαυτό, έξω από τη σχέση. Να αναγνωρίσει τις ανάγκες της, τις αξίες της, τα όριά της, τον τρόπο με τον οποίο αγαπά, αλλά και τους λόγους που την έκαναν να υποχωρεί, να δικαιολογεί, να αντέχει και να προσπαθεί τόσο πολύ να αποδείξει ότι δεν ήταν εκείνη το πρόβλημα.

Σιγά σιγά, οι ερωτήσεις άλλαξαν.

Το «Γιατί μου το έκανε;» άρχισε να χάνει τη δύναμή του.

Το «Γιατί δεν έφυγα νωρίτερα;» έπαψε να είναι κατηγορία προς τον εαυτό της και έγινε αφορμή για κατανόηση.

Το «Γιατί έκανα τόσες υποχωρήσεις;» τη βοήθησε να συναντήσει εκείνα τα κομμάτια της που είχαν μάθει να αγαπούν δίνοντας, συγχωρώντας και περιμένοντας.

Και όταν ολοκληρώθηκε ο κύκλος των συνεδριών μας, η Δανάη είχε τις απαντήσεις της.

Όχι όλες τις απαντήσεις για τον Οδυσσέα.

Τις απαντήσεις για τον εαυτό της.

Και τελικά, αυτές ήταν οι μόνες που πραγματικά χρειαζόταν.

Σήμερα, όταν η Δανάη κοιτάζει πίσω, δεν βλέπει πια μόνο τον Οδυσσέα και όσα της έκανε. Βλέπει και τον εαυτό της μέσα σε εκείνη τη σχέση. Τη γυναίκα που αγάπησε, που έδωσε, που συγχώρησε, που προσπάθησε, που έκανε υποχωρήσεις και που για πολύ καιρό πίστευε πως, αν εξηγούσε λίγο καλύτερα, αν αγαπούσε λίγο περισσότερο, αν έδειχνε ακόμη περισσότερη κατανόηση, ίσως τα πράγματα να άλλαζαν.

Δεν ντρέπεται πια γι’ αυτή τη γυναίκα.

Την καταλαβαίνει.

Έμαθε πως η καλοσύνη χωρίς όρια μπορεί να γίνει χώρος μέσα στον οποίο κάποιος άλλος θα απλωθεί περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπεται. Πως το να αγαπάς δεν σημαίνει να ανέχεσαι. Πως η κατανόηση του άλλου δεν απαιτεί να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου. Και πως υπάρχουν στιγμές που η μεγαλύτερη πράξη αγάπης δεν είναι να μείνεις και να προσπαθήσεις λίγο ακόμη.

Είναι να φύγεις.

Η Δανάη δεν μπορεί να αλλάξει όσα συνέβησαν. Μπορεί όμως να αποφασίσει τι θα σημαίνουν για τη ζωή της. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που θέλησε να μοιραστεί την ιστορία της.

Για τη γυναίκα που αυτή τη στιγμή αναρωτιέται: «Αφού δεν είμαι ευτυχισμένη, γιατί δεν φεύγω;»

Για εκείνη που ακόμη δικαιολογεί.

Για εκείνη που προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν είναι τρελή, υπερβολική, ζηλιάρα ή κτητική.

Για εκείνη που έχει αρχίσει να μη θυμάται πια ποια ήταν πριν από αυτή τη σχέση.

Η ιστορία της Δανάης δεν λέει «έπρεπε να είχες φύγει νωρίτερα».

Λέει κάτι πολύ διαφορετικό:

Ο Οδυσσέας υπήρξε ένα δύσκολο κεφάλαιο της ζωής της.

Όχι ολόκληρη η ιστορία της.

Σήμερα, η Δανάη ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο.

Και αυτή τη φορά, κρατά η ίδια την πένα.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top