CATEGORY: Ιστορίες Που Άφησαν Το Αποτύπωμά Τους
Μια τυχαία συνάντηση
Τον Αύγουστο του 2021 η ελευθερία είχε επιστρέψει σιγά σιγά στις πόλεις μας. Ύστερα από μήνες καραντίνας, ακόμη και μια βόλτα μέχρι το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου έμοιαζε με μικρή γιορτή. Θυμάμαι τον εαυτό μου να περιφέρεται ανάμεσα στα ράφια με μια σχεδόν παιδική ανυπομονησία. Δεν έψαχνα έναν συγκεκριμένο τίτλο. Έψαχνα εκείνο το βιβλίο που, χωρίς να το γνωρίζει, θα με περίμενε.
Κάπου εκεί, ανάμεσα σε δεκάδες εξώφυλλα, το χέρι μου σταμάτησε πάνω σε ένα: «Ζήσε όπως η γάτα».
Το σήκωσα. Το ξεφύλλισα αφηρημένα. Και πριν ακόμη διαβάσω ποιος το είχε γράψει ή τι πραγματευόταν, άνοιξα την πρώτη σελίδα. Εκεί δεν με περίμενε μια ιστορία. Με περίμεναν μερικές λέξεις.
Ελεύθερη. Ήρεμη. Περίεργη. Παρατηρητική. Αισιόδοξη. Επίμονη. Κομψή. Σιωπηλή. Χαρισματική. Περήφανη. Ανεξάρτητη.
Τι παράξενο… Μερικές από αυτές τις αναγνώρισα σαν παλιές μου γνώριμες. Άλλες σαν γυναίκες που θαύμαζα από μακριά. Και κάποιες, το ομολογώ, τις ποθούσα. Όχι επειδή δεν υπήρχαν μέσα μου, αλλά επειδή δεν τους είχα επιτρέψει ακόμη να βγουν στο φως.
Έκλεισα το βιβλίο, το κράτησα για λίγα δευτερόλεπτα στα χέρια μου και χαμογέλασα. Δεν ήξερα ακόμη ότι εκείνη η τυχαία συνάντηση θα γινόταν ένας μικρός, σιωπηλός διάλογος με τον εαυτό μου. Ένας διάλογος που, πέντε χρόνια μετά, συνεχίζεται στις υπογραμμισμένες του σελίδες, στους άπειρους σελιδοδείκτες του και στις σκέψεις που εξακολουθεί να γεννά.
Γύρισα σπίτι κρατώντας το βιβλίο σαν να κρατούσα κάτι πολύτιμο. Δεν άφησα χρόνο να κυλήσει. Δεν έφτιαξα καφέ, δεν τακτοποίησα τίποτα. Υπάρχουν κάποιες συναντήσεις που ζητούν να μείνουν μόνες τους, χωρίς περισπασμούς. Κάθισα στην αγαπημένη μου πολυθρόνα και άρχισα να διαβάζω.
Οι σελίδες γύριζαν αθόρυβα, σαν να ήξεραν τον δρόμο καλύτερα από μένα. Δεν τις βιαζόμουν· εκείνες με οδηγούσαν. Κι ύστερα έφτασα σ’ ένα κεφάλαιο που έφερε έναν τίτλο τόσο απλό, σχεδόν αθώο, ώστε δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα έμενε μαζί μου για χρόνια.
Η σοφία της γάτας.
Και τότε διάβασα:
«Ο σοφός ξέρει να κάθεται στο φεγγάρι και να κοιτάζει τη γη, όπως η γάτα κάθεται στη στέγη και παρατηρεί το φεγγάρι.»
Έμεινα ακίνητη.
Υπάρχουν φράσεις που τις διαβάζεις. Και υπάρχουν φράσεις που σε διαβάζουν.
«Αυτό είναι…» είπα σχεδόν ψιθυριστά.
Θέλω να γίνω μια σοφή κεραμιδόγατα.
Όχι άλλη μια γυναίκα που τρέχει ασταμάτητα, λες και η ζωή είναι μια ατελείωτη λίστα από υποχρεώσεις που πρέπει να διαγραφούν μία μία μέχρι να νυχτώσει. Θέλω να μάθω να ανεβαίνω στο δικό μου κεραμίδι. Να αφήνω τα πόδια να μένουν ακίνητα, για να μπορεί το βλέμμα να ταξιδεύει πιο μακριά. Να παρατηρώ τη ζωή μου χωρίς να ορμώ κάθε φορά να την προλάβω. Να κατοικώ την ελευθερία του πνεύματος, εκεί όπου η βιασύνη σωπαίνει και η σοφία βρίσκει επιτέλους χώρο να καθίσει.
Ίσως, σκέφτηκα τότε, η ζωή να μη ζητά πάντοτε περισσότερη κίνηση.
Ίσως, καμιά φορά, να ζητά απλώς ένα κεραμίδι.
Όσο βυθιζόμουν στις σελίδες του βιβλίου, τόσο αναδυόταν στην επιφάνεια μια γυναίκα που μέχρι τότε δεν είχα παρατηρήσει. Άρχισα να αισθάνομαι μια παράξενη αμηχανία. Δεν την προκάλεσαν οι γάτες. Την προκάλεσα εγώ στον εαυτό μου. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες φορές που ένα βιβλίο δεν σου μαθαίνει κάτι καινούργιο· απλώς σε αναγκάζει να κοιτάξεις κατάματα κάτι που απέφευγες χρόνια.
Πως ζούσα τη ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια;
Άρχισα να παρατηρώ τη διαδρομή μου σαν να μην ήταν δική μου. Σαν να στεκόμουν λίγο πιο πίσω και να έβλεπα μια γυναίκα που έτρεχε διαρκώς. Έτρεχε να προλάβει, να φροντίσει, να εξηγήσει, να συγχωρήσει, να αντέξει, να είναι εκεί. Πάντα εκεί. Για τους άλλους. Για τις ανάγκες τους. Για τις προσδοκίες τους. Και όσο περισσότερο την παρατηρούσα, τόσο πιο καθαρά καταλάβαινα ότι εκείνη η γυναίκα έμοιαζε περισσότερο με το πιστό σκυλί παρά με τη γάτα.
Δεν το σκέφτηκα ποτέ ως μομφή. Αγαπώ τα σκυλιά. Ζω με έναν υπέροχο σκύλο και κάθε μέρα συγκινούμαι από την αφοσίωσή του. Εκείνη τη στιγμή όμως δεν σκεφτόμουν ένα ζώο. Σκεφτόμουν τον εαυτό μου που έχει μάθει να περιμένει ένα χάδι, να ανέχεται λίγο παραπάνω, να επιστρέφει ακόμη κι όταν έχει κουραστεί, να βρίσκει την αξία του στο πόσο προσφέρει.
Και τότε κατάλαβα πως ο πραγματικός μου προβληματισμός δεν ήταν αν ήθελα να γίνω σαν τη γάτα. Ήταν γιατί είχα συνηθίσει να ζω τόσο μακριά από εκείνη.
Από πότε πίστεψα ότι η καλοσύνη σημαίνει να μην έχω όρια; Από πότε μπέρδεψα την αγάπη με τη διαρκή διαθεσιμότητα; Και κυρίως, πότε έπαψα να ανεβαίνω στο δικό μου κεραμίδι για να κοιτάξω τη ζωή μου από ψηλά, αφήνοντάς τη να κυλήσει για λίγο χωρίς εμένα;
Οι μέρες κυλούσαν μαζί με τις σελίδες, κι εγώ, χωρίς να το καταλάβω, είχα αρχίσει να διαβάζω λιγότερο το βιβλίο και περισσότερο τον εαυτό μου.
Δεν ήταν μια ευχάριστη διαδικασία. Κάθε κεφάλαιο έμοιαζε να μετακινεί έναν καθρέφτη, κι εκεί που νόμιζα πως παρακολουθούσα τη ζωή μιας γάτας, βρισκόμουν ξαφνικά αντιμέτωπη με τη δική μου.
Γύριζα πίσω, σε χρόνια που είχαν περάσει, και στεκόμουν ξανά μπροστά σε ανθρώπους, κουβέντες και σιωπές που πίστευα πως είχα αφήσει οριστικά πίσω μου. Δεν τα θυμόμουν για να τα δικαιώσω ούτε για να τα καταδικάσω. Τα κοιτούσα σαν να ανήκαν σε κάποια άλλη γυναίκα. Και αναρωτιόμουν, σχεδόν με τρυφερότητα, τι θα είχε συμβεί αν εκείνη η γυναίκα είχε δανειστεί, έστω για μια στιγμή, το βλέμμα της σνομπ γάτας. Αν τίναζα, όπως η γάτα, αδιάφορα την ουρά μου, τεντωνόμουν νωχελικά και έφευγα. Όχι από θυμό. Όχι από εγωισμό. Αλλά γιατί θα γνώριζα πως υπάρχουν στιγμές που η πιο σοφή απάντηση δεν είναι να μείνεις και να επιμείνεις· είναι να απομακρυνθείς με την ίδια φυσικότητα που φυσά ο άνεμος και αλλάζει κατεύθυνση.
Κι όσο περισσότερο περιπλανιόμουν σ’ αυτές τις σκέψεις, τόσο πιο καθαρά καταλάβαινα ότι το βιβλίο είχε γίνει η αφορμή για βαθιά ενδοσκόπηση. Μια επιστροφή σε παλιές εκδοχές του εαυτού μου, όχι για να τις κατηγορήσω, αλλά για να τις καταλάβω. Κι ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να σου χαρίσει ένα βιβλίο. Όχι να σου μάθει έναν καινούργιο τρόπο να ζεις. Να σου χαρίσει το θάρρος να ξανακοιτάξεις, με άλλα μάτια, τη ζωή που έχεις ήδη ζήσει.
Πέντε χρόνια μετά, το βιβλίο παραμένει γεμάτο σελιδοδείκτες και σημειώσεις. Δεν ξέρω αν κατάφερα να γίνω η σοφή κεραμιδόγατα που ονειρεύτηκα εκείνο το καλοκαίρι. Ξέρω όμως πως, κάθε φορά που η ζωή με παρασύρει να τρέχω πιο γρήγορα απ’ όσο αντέχει η ψυχή μου, θυμάμαι εκείνη τη γάτα πάνω στη στέγη. Και τότε, έστω για λίγο, σταματώ. Παρατηρώ. Αναπνέω. Προσπαθώ να κοιτάζω τον κόσμο λίγο περισσότερο σαν γάτα και λίγο λιγότερο σαν το παλιό πιστό σκυλί που υπήρξα.
