Από Το Σημειωματάριό Μου – Αποδοχή

CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή



Μαθαίνοντας εμένα


Η Ανθή εργαζόταν ως γραμματέας σε μια ναυτιλιακή εταιρεία. Της άρεσε πολύ η εργασία της, ένιωθε όμορφα με τους ανθρώπους γύρω της και είχε δημιουργήσει μια καθημερινότητα που, τις περισσότερες φορές, απολάμβανε πραγματικά. Κάποια βράδια, φεύγοντας από το γραφείο, συναντούσε τους φίλους της. Άλλοτε πήγαιναν σινεμά, άλλοτε κάθονταν σε κάποιο μικρό ουζερί και πολλές φορές μια απλή έξοδος για καφέ κατέληγε σε ώρες συζήτησης και γέλιου. Αγαπούσε αυτές τις στιγμές. Είχε λίγους φίλους, αλλά ήταν άνθρωποι που είχε επιλέξει και με τους οποίους αισθανόταν κοντά. Της άρεσε επίσης να περνά χρόνο μόνη της, να διαβάζει, να βλέπει μια ταινία ή απλώς να απολαμβάνει την ησυχία του σπιτιού της. Η ζωή της δεν ήταν άδεια. Είχε ανθρώπους, ενδιαφέροντα, όμορφες στιγμές και πράγματα που περίμενε με χαρά.

Υπήρχαν όμως και κάποια βράδια που το παράπονο ερχόταν. Συνήθως όταν επέστρεφε στο σπίτι και η ημέρα ησύχαζε. Τότε σκεφτόταν πως θα ήθελε να υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα της. Όχι απλώς για να μην είναι μόνη, αλλά γιατί της έλειπε η συντροφικότητα. Ήθελε να αγαπήσει και να αγαπηθεί, να μοιράζεται με κάποιον όλα εκείνα τα μικρά και καθημερινά που τελικά γίνονται ένα μεγάλο κομμάτι μιας σχέσης. Και μαζί με αυτή την επιθυμία ερχόταν συχνά και μια ερώτηση που την πλήγωνε περισσότερο: «Τι κάνω λάθος;»

Όσα βιβλία αυτοβελτίωσης κι αν διάβασε, η απάντηση δεν ερχόταν. Κάθε τόσο ανακάλυπτε και κάτι καινούργιο που υποσχόταν να τη βοηθήσει να καταλάβει τι την κρατούσε μακριά από τη σχέση που επιθυμούσε. Διάβαζε για την αυτοπεποίθηση, για τις σχέσεις, για το πώς να γνωρίζει καινούργιους ανθρώπους, για το πώς να αγαπήσει περισσότερο τον εαυτό της. Κρατούσε πράγματα που της φαίνονταν χρήσιμα, προσπαθούσε να εφαρμόσει άλλα, αλλά εκείνη η ερώτηση επέστρεφε.

«Τι κάνω λάθος;»

Και όσο περισσότερο έψαχνε την απάντηση, τόσο περισσότερο άρχιζε να ψάχνει το λάθος πάνω της. Ίσως έπρεπε να γίνει πιο κοινωνική. Ίσως να μην ήταν αρκετά αυθόρμητη. Ίσως να ήταν πολύ επιλεκτική. Ίσως να έπρεπε να αλλάξει τον τρόπο που γνώριζε τους ανθρώπους ή να δίνει περισσότερες ευκαιρίες. Χωρίς να το καταλαβαίνει, είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει τον εαυτό της σαν ένα πρόβλημα που έπρεπε να λύσει. Και σε αυτή την ήδη υπάρχουσα αμφιβολία έρχονταν να προστεθούν, κάθε τόσο, και οι γνώμες των άλλων. Κυρίως της οικογένειάς της.

Μετά το τελευταίο οικογενειακό τραπέζι, η Ανθή μπήκε στο αυτοκίνητό της και άναψε το δέκατο τσιγάρο της βραδιάς. Τα προηγούμενα εννέα τα είχε καπνίσει όσο άκουγε γονείς και συγγενείς, άλλοτε να την ειρωνεύονται και άλλοτε να την κρίνουν επειδή στα τριάντα πέντε της δεν είχε ακόμη δημιουργήσει οικογένεια. Άλλος της έλεγε πως τα χρόνια περνούν, άλλος πως ήταν υπερβολικά επιλεκτική και κάποιος φρόντισε να της υπενθυμίσει ότι «αν ήταν λίγο πιο έξυπνη σ’ αυτά τα πράγματα, τώρα θα είχε κι εκείνη έναν άντρα και παιδιά».

Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι ήταν θυμωμένη. Όχι μόνο μαζί τους. Ήταν θυμωμένη και με τον εαυτό της που για ακόμη μία φορά είχε καθίσει εκεί, είχε ακούσει τα σχόλια και είχε προσπαθήσει να χαμογελάσει για να μη χαλάσει το κλίμα.

Μόλις μπήκε στο σπίτι, άφησε την τσάντα της, έβγαλε τα παπούτσια της και πήγε κατευθείαν στην κουζίνα. Έβαλε ένα ποτήρι κρασί και άναψε ακόμη ένα τσιγάρο, προσπαθώντας να ηρεμήσει από εκείνο το εξαντλητικό οικογενειακό δείπνο. Κάθισε μόνη της και για αρκετή ώρα δεν έκανε τίποτα. Τα λόγια που είχε ακούσει γύριζαν ακόμη στο μυαλό της. Και μαζί τους επέστρεφε η ίδια γνώριμη ερώτηση: «Τι κάνω λάθος;»

Η επόμενη μέρα ξεκίνησε με έναν μικρό απολογισμό της προηγούμενης. Είκοσι τσιγάρα, τρία ποτήρια κρασί, διάθεση χάλια και μια όψη στον καθρέφτη που δεν την ενθουσίασε καθόλου. Έφτιαξε καφέ και κάθισε στην κουζίνα προσπαθώντας να καταλάβει πώς ένα οικογενειακό τραπέζι είχε καταφέρει να την αναστατώσει τόσο πολύ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγε τέτοια σχόλια. Τα είχε ακούσει ξανά και ξανά. Κι όμως, κάθε φορά έφευγε από εκεί κουβαλώντας μαζί της τις ίδιες αμφιβολίες. Μόνο που εκείνο το πρωί κάτι άρχισε να την ενοχλεί περισσότερο από τα λόγια των συγγενών της. Το πόσο εύκολα κατάφερναν κάθε φορά να της χαλάσουν τη διάθεση και να την κάνουν να αμφιβάλλει για τον εαυτό της.

Βυθισμένη στις σκέψεις της, αναπήδησε όταν άκουσε το κουδούνι της πόρτας. Για μια στιγμή απόρησε ποιος μπορούσε να είναι, μέχρι που θυμήθηκε τον καθιερωμένο κυριακάτικο καφέ με την κολλητή της. Μέσα σε όσα είχαν προηγηθεί το προηγούμενο βράδυ, τον είχε ξεχάσει εντελώς. Άνοιξε την πόρτα και τη βρήκε απέναντί της να κρατά μια χάρτινη σακούλα με ολόφρεσκα κρουασάν σοκολάτας.

«Νομίζω ότι σήμερα τα χρειάζεσαι περισσότερο από τον καφέ», της είπε μόλις την είδε.

Η Ανθή χαμογέλασε για πρώτη φορά εκείνο το πρωί. Δεν χρειάστηκε πολύ για να βρεθούν οι δυο τους στην κουζίνα, με τους καφέδες μπροστά τους και τη σακούλα ανοιχτή στη μέση του τραπεζιού. Και κάπου ανάμεσα στην πρώτη γουλιά καφέ και στο πρώτο κρουασάν, η Ανθή άρχισε να της διηγείται όσα είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ.

Τη Δευτέρα, όπως κάθε εβδομάδα, οι δυο τους πήγαν στο εργαστήριο όπου παρακολουθούσαν μαθήματα κεραμικής. Συνήθως η Ανθή απολάμβανε εκείνες τις ώρες. Της άρεσε να δουλεύει με τον πηλό, να αφήνει τα χέρια της να δημιουργούν και το μυαλό της να ησυχάζει για λίγο. Εκείνο το απόγευμα, όμως, ήταν διαφορετική. Ήταν άκεφη και αφηρημένη. Τα χέρια της δούλευαν σχεδόν μηχανικά, ενώ το μυαλό της επέστρεφε ξανά και ξανά στο οικογενειακό τραπέζι, στα σχόλια που είχε ακούσει, αλλά και στη συζήτηση της προηγούμενης ημέρας με τη φίλη της.

Κάποια στιγμή κοίταξε αυτό που προσπαθούσε να φτιάξει. Το είχε διορθώσει τόσες φορές, που ο πηλός είχε αρχίσει να χάνει το αρχικό του σχήμα. Το πίεζε από τη μία πλευρά, το άλλαζε από την άλλη και κάθε φορά έβρισκε κάτι ακόμη που δεν της άρεσε. Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε τα χέρια της. Ίσως, χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, έκανε με τον πηλό ακριβώς αυτό που έκανε εδώ και χρόνια και με τον εαυτό της. Η δασκάλα, που περνούσε από τα τραπέζια παρακολουθώντας την πρόοδο των μαθητών, είχε ήδη προσέξει την αφηρημάδα της. Κάποια στιγμή στάθηκε δίπλα της και παρακολούθησε για λίγο τον τρόπο που επέμενε να διορθώνει τον πηλό. Της χαμογέλασε και της είπε:

«Ξέρεις, Ανθή, δεν χρειάζεται καθετί που φτιάχνουμε να το διορθώνουμε συνέχεια. Μερικές φορές χρειάζεται απλώς να δούμε τι έχουμε μπροστά μας και να δουλέψουμε με αυτό.»

Η Ανθή σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε. Η δασκάλα είχε ήδη προχωρήσει στο επόμενο τραπέζι, αλλά εκείνη η φράση έμεινε μαζί της. Συνέχισε να δουλεύει με τον πηλό, όμως τα λόγια που μόλις είχε ακούσει είχαν ήδη στρέψει τη σκέψη της κάπου αλλού. Τις τελευταίες ημέρες αναζητούσε ξανά και ξανά όλα εκείνα που ίσως έπρεπε να αλλάξει πάνω της. Την εσωστρέφειά της, τον τρόπο που σχετιζόταν με τους ανθρώπους, το γεγονός ότι είχε λίγους φίλους, ακόμη και τις επιλογές που είχε κάνει στις σχέσεις της. Σαν να υπήρχε κάπου μια διαφορετική εκδοχή της Ανθής, περισσότερο εξωστρεφής, πιο αυθόρμητη, λιγότερο επιλεκτική, που αν κατάφερνε να της μοιάσει, ίσως η ζωή της να ήταν διαφορετική. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε αφιερώσει πολύ περισσότερο χρόνο προσπαθώντας να ανακαλύψει τι έπρεπε να διορθώσει στον εαυτό της παρά προσπαθώντας να καταλάβει ποια πραγματικά ήταν. Και ίσως αυτή να ήταν η ερώτηση που δεν είχε σκεφτεί ποτέ να κάνει. Όχι τι έπρεπε να αλλάξει πάνω της, αλλά ποια ήταν πραγματικά, πέρα από όλα όσα οι άλλοι την είχαν μάθει να πιστεύει για τον εαυτό της.

Επέστρεψε στο σπίτι της προβληματισμένη. Η φράση της δασκάλας εξακολουθούσε να γυρίζει στο μυαλό της και, αυτή τη φορά, αντί να ανοίξει κάποιο ακόμη βιβλίο αναζητώντας απαντήσεις, πήρε μερικά λευκά φύλλα Α4 και κάθισε στο τραπέζι. Άρχισε να γράφει όλα εκείνα που πίστευε για τον εαυτό της, χωρίς να προσπαθεί να τα κάνει να ακούγονται καλύτερα και χωρίς να τα διορθώνει.

Έγραψε ότι ήταν εσωστρεφής, ευαίσθητη, ίσως κάποιες φορές ανασφαλής. Ότι είχε λίγους φίλους, ότι δεν της άρεσαν οι μεγάλες παρέες και ότι χρειαζόταν χρόνο μέχρι να αισθανθεί άνετα με έναν άνθρωπο. Έγραψε ακόμη ότι στις σχέσεις της ήταν επιλεκτική και ότι δεν μπορούσε εύκολα να μείνει κάπου μόνο και μόνο για να μη μείνει μόνη.

Όσο όμως οι λέξεις γέμιζαν το χαρτί, άρχισε να παρατηρεί κάτι που μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί. Σχεδόν δίπλα σε κάθε χαρακτηριστικό της υπήρχε και μια κρίση. Η εσωστρέφεια γινόταν μειονέκτημα, η ευαισθησία αδυναμία, οι λίγοι φίλοι απόδειξη ότι δεν ήταν αρκετά κοινωνική και η επιλεκτικότητά της ένας πιθανός λόγος που δεν είχε σύντροφο. Και τότε άρχισε να αναρωτιέται όχι αν όλα αυτά ήταν αλήθεια, αλλά ποιος είχε αποφασίσει ότι ήταν ελαττώματα.

Έγραψε ακόμη ότι ένιωθε απογοήτευση και θλίψη που δεν είχε έναν σύντροφο στη ζωή της. Η συντροφικότητα ήταν κάτι που επιθυμούσε πραγματικά και υπήρχαν στιγμές που η απουσία της την πονούσε. Θα ήθελε να υπάρχει ένας άνθρωπος με τον οποίο να μοιράζεται την καθημερινότητά της, να σχεδιάζει πράγματα μαζί του, να αγαπά και να αισθάνεται ότι αγαπιέται. Δεν ήθελε να πείσει τον εαυτό της ότι επειδή μπορούσε να είναι καλά μόνη της, δεν είχε ανάγκη μια σχέση. Την ήθελε. Και κάποιες φορές λυπόταν πολύ που δεν την είχε. Μόνο που μέχρι τότε είχε συνδέσει αυτή τη θλίψη με την πεποίθηση ότι κάτι έπρεπε να είναι λάθος πάνω της. Σαν το γεγονός ότι δεν είχε ακόμη βρει έναν σύντροφο να αποτελούσε απόδειξη ότι δεν ήταν αρκετά όμορφη, αρκετά ενδιαφέρουσα, αρκετά κοινωνική ή αρκετά ικανή στις σχέσεις. Ίσως, όμως, μπορούσε να επιθυμεί κάτι που ακόμη δεν είχε, να στενοχωριέται γι’ αυτό και ταυτόχρονα να μην απορρίπτει τον εαυτό της επειδή δεν είχε συμβεί ακόμη.

Όταν γύρισε πίσω και ξαναδιάβασε όσα είχε γράψει, κάτι της τράβηξε την προσοχή. Κάθε φορά που αναφερόταν στη συντροφικότητα, η επιθυμία της εμφανιζόταν σχεδόν πάντα σαν έλλειψη. Κάτι έλειπε από τη ζωή της. Κάτι δεν είχε καταφέρει ακόμη. Κάτι περίμενε να συμβεί για να αισθανθεί ότι η ζωή της είχε πάρει επιτέλους τη μορφή που θα έπρεπε να έχει. Έλλειψη, όμως, ποιου πράγματος; Ενός συντρόφου ή μιας συγκεκριμένης εικόνας ζωής που είχε μάθει να θεωρεί ολοκληρωμένη;

Για πρώτη φορά άρχισε να ξεχωρίζει τη δική της επιθυμία από όλα όσα είχαν χτιστεί γύρω της. Η Ανθή ήθελε έναν σύντροφο. Αυτό ήταν αληθινό και δεν χρειαζόταν ούτε να το αρνηθεί ούτε να προσποιηθεί ότι δεν τη στενοχωρούσε η απουσία του. Μαζί όμως με αυτή την επιθυμία είχαν συσσωρευτεί με τα χρόνια προσδοκίες, κοινωνικές επιταγές, συγκρίσεις και εκείνο το επίμονο «θα έπρεπε» που την έκανε να αισθάνεται ότι στα τριάντα πέντε της είχε ήδη αργήσει.

Άρχισε τότε να συνειδητοποιεί ότι είχε εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο. Επιθυμούσε μια σχέση, η σχέση δεν ερχόταν, η απουσία της γινόταν προσωπική αποτυχία και η προσωπική αποτυχία γινόταν ακόμη ένας λόγος να αμφισβητεί τον εαυτό της. Κάθε φορά επέστρεφε στο ίδιο σημείο: «τι πρέπει να αλλάξω πάνω μου για να αποκτήσω αυτό που μου λείπει;» Ίσως όμως το ερώτημα που χρειαζόταν να κάνει δεν ήταν πια τι της έλειπε. Ίσως ήταν τι είχε ήδη μέσα της και τόσα χρόνια δεν είχε μάθει να αναγνωρίζει.

Από εκείνο το βράδυ, η Ανθή άρχισε να παρατηρεί τον εαυτό της λίγο πιο προσεκτικά. Όχι για να ανακαλύψει ακόμη ένα λάθος που έπρεπε να διορθώσει, αλλά για να καταλάβει καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόταν, αντιδρούσε και σχετιζόταν με όσα συνέβαιναν γύρω της. Άρχισε να προσέχει ποια μοτίβα συμπεριφοράς επαναλαμβάνονταν στην καθημερινότητά της, ποιες σκέψεις επέστρεφαν και ποιες εσωτερικές συγκρούσεις την ταλαιπωρούσαν περισσότερο. Παρατήρησε πόσο συχνά αναζητούσε την επιβεβαίωση των άλλων πριν εμπιστευτεί μια δική της επιλογή. Πόσο εύκολα μια παρατήρηση μπορούσε να την κάνει να αμφιβάλλει για κάτι που λίγα λεπτά νωρίτερα θεωρούσε σωστό. Πόσες φορές έλεγε «δεν με νοιάζει τι πιστεύουν» και, παρ’ όλα αυτά, επέστρεφε στο σπίτι αναλύοντας ξανά και ξανά μια κουβέντα που είχε ακούσει. Άρχισε επίσης να αναγνωρίζει τις αντιφάσεις της. Ήθελε να ζει σύμφωνα με τις δικές της επιθυμίες, αλλά φοβόταν μήπως απογοητεύσει τους άλλους. Ήθελε μια σχέση, αλλά δεν ήθελε να βρίσκεται σε μια σχέση μόνο και μόνο για να μπορεί να πει ότι δεν είναι μόνη. Αγαπούσε την ησυχία και τον μικρό κύκλο των ανθρώπων της, αλλά κάποιες φορές πίεζε τον εαυτό της να γίνει περισσότερο εξωστρεφής, επειδή είχε μάθει ότι έτσι «θα έπρεπε» να είναι.

Παρατήρησε επίσης πόσο αυστηρή μπορούσε να γίνει με τον εαυτό της. Ένα λάθος δεν παρέμενε απλώς ένα λάθος· μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε απόδειξη ότι δεν ήταν αρκετά ικανή. Μια απογοήτευση γινόταν προσωπική αποτυχία και μια απόρριψη μπορούσε να την οδηγήσει στην αναζήτηση όλων εκείνων που ίσως δεν ήταν αρκετά καλά πάνω της. Σπάνια της περνούσε από το μυαλό ότι κάτι μπορεί απλώς να μην είχε λειτουργήσει, χωρίς αυτό να λέει κάτι για την αξία της.

Ακόμη και στις σχέσεις της άρχισε να βλέπει ένα γνώριμο μοτίβο. Προσπαθούσε συχνά να καταλάβει τι ήθελε ο άλλος πριν αναρωτηθεί τι ήθελε η ίδια. Πρόσεχε πολύ τα λόγια της, απέφευγε κάποιες φορές να εκφράσει μια δυσαρέσκεια και μπορούσε να προσαρμοστεί περισσότερο απ’ όσο πραγματικά επιθυμούσε, από φόβο μήπως θεωρηθεί δύσκολη ή απαιτητική. Και όταν μια γνωριμία δεν προχωρούσε, αντί να αναρωτηθεί αν ο άνθρωπος απέναντί της ήταν κατάλληλος για εκείνη, η πρώτη της σκέψη ήταν συνήθως αν εκείνη είχε κάνει κάτι λάθος.

Σιγά σιγά άρχισε να αναγνωρίζει και κάτι ακόμη βαθύτερο. Πολλά από όσα θεωρούσε δικές της αδυναμίες είχαν τη φωνή ανθρώπων που υπήρχαν στη ζωή της από πολύ παλιά. Η εσωστρέφειά της είχε ονομαστεί αντικοινωνικότητα. Η ευαισθησία της υπερβολή. Η ανάγκη της να σκέφτεται πριν αποφασίσει ανασφάλεια. Η επιλογή της να μη συμβιβάζεται εύκολα σε μια σχέση είχε ερμηνευτεί ως παραξενιά ή υπερβολική απαίτηση. Και τόσα χρόνια ακούγοντας τις ίδιες κρίσεις, είχε πάψει να αναρωτιέται αν συμφωνούσε μαζί τους. Τις είχε ενσωματώσει στην εικόνα που είχε για τον εαυτό της.

Το δυσκολότερο ίσως ήταν να αντιληφθεί πόσο συχνά προσπαθούσε να κερδίσει μια αποδοχή που δεν είχε αισθανθεί μεγαλώνοντας. Να είναι αρκετά καλή, αρκετά ευχάριστη, αρκετά σωστή, ώστε κάποια στιγμή να μην υπάρχει τίποτα πάνω της που κάποιος θα μπορούσε να επικρίνει. Μόνο που αυτό το «αρκετά» δεν είχε ποτέ ένα τέλος. Κάθε φορά που πλησίαζε, ο πήχης μετακινούνταν λίγο ψηλότερα. Και κάπου εκεί η Ανθή άρχισε να καταλαβαίνει ότι ίσως το μεγαλύτερο βάρος που κουβαλούσε δεν ήταν ότι στα τριάντα πέντε της δεν είχε σύντροφο. Ήταν ότι είχε μάθει να χρησιμοποιεί κάθε τι που δεν πήγαινε όπως επιθυμούσε ως ακόμη μία απόδειξη εναντίον του εαυτού της.

Για πρώτη φορά δεν προσπάθησε να αλλάξει αμέσως όσα ανακάλυπτε. Τα παρατηρούσε. Προσπαθούσε να καταλάβει από πού είχαν έρθει, πότε εμφανίζονταν και πόσο χώρο καταλάμβαναν στις επιλογές της. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία άρχισε να ξεχωρίζει, λίγο λίγο, την γυναίκα που πραγματικά ήταν από την γυναίκα που τόσα χρόνια πίστευε ότι έπρεπε να γίνει.

Κάθε φορά που επέστρεφε στο μάθημα κεραμικής και τα χέρια της άγγιζαν τον πηλό, η Ανθή ένιωθε σαν να ερχόταν λίγο πιο κοντά στον ίδιο της τον εαυτό. Μέσα σε εκείνη την ησυχία δεν χρειαζόταν να εξηγήσει τίποτα, ούτε να αποδείξει κάτι σε κανέναν. Μπορούσε απλώς να παρατηρεί όσα υπήρχαν μέσα της. Ανάμεσα στα δάχτυλά της υπήρχε η θλίψη της, η βαθιά επιθυμία της για συντροφικότητα, η απογοήτευση για τις σχέσεις που δεν ήρθαν όπως τις περίμενε, η ανάγκη της να αγαπήσει και να μοιραστεί τη ζωή της με έναν άνθρωπο. Δεν προσπαθούσε πια να πείσει τον εαυτό της ότι δεν τα είχε ανάγκη. Ήταν δικά της συναισθήματα και είχαν κι αυτά τη θέση τους. Την ίδια στιγμή, όμως, υπήρχε και κάτι άλλο. Η ευχαρίστηση που ένιωθε δημιουργώντας, η συγκέντρωση, η ηρεμία, η περιέργεια να δει τι θα προκύψει από ένα κομμάτι πηλού που πριν από λίγο δεν είχε κανένα σχήμα. Και αυτό ήταν εξίσου δικό της.

Σιγά σιγά η Ανθή άρχισε να αποκτά μια διαφορετική επίγνωση του ποια ήταν. Δεν ήταν μόνο η γυναίκα που δεν είχε σύντροφο. Δεν ήταν μόνο η εσωστρεφής, η ευαίσθητη ή εκείνη που οι άλλοι θεωρούσαν ότι «θα έπρεπε» να έχει κάνει διαφορετικές επιλογές. Ήταν όλα όσα ένιωθε, όλα όσα αγαπούσε, όσα φοβόταν, όσα επιθυμούσε, όσα είχε καταφέρει και όσα ακόμη αναζητούσε. Και ίσως για πρώτη φορά άρχισε να καταλαβαίνει ότι αποδοχή δεν σημαίνει να της αρέσουν όλα όσα βλέπει μέσα της. Σημαίνει να μπορεί να τα αναγνωρίζει ως δικά της, χωρίς κάθε φορά να προσπαθεί να τα διορθώσει.

Αυτή η καινούργια ματιά δεν άλλαξε από τη μια μέρα στην άλλη τη ζωή της Ανθής. Εξακολουθούσε να υπάρχουν στιγμές που αμφέβαλλε για τον εαυτό της, που ένα σχόλιο μπορούσε να την πληγώσει ή που η μοναξιά γινόταν πιο έντονη. Η διαφορά ήταν ότι τώρα άρχιζε να αναγνωρίζει τι της συνέβαινε, χωρίς να στρέφεται αμέσως εναντίον της.

Όταν ένιωθε θλίψη επειδή δεν είχε σύντροφο, δεν προσπαθούσε πια να τη μετατρέψει σε απόδειξη ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Την άφηνε να υπάρχει. Ήταν μια γυναίκα που επιθυμούσε βαθιά τη συντροφικότητα και αυτή η επιθυμία μπορούσε κάποιες φορές να πονά. Δεν χρειαζόταν όμως να ντρέπεται γι’ αυτήν, ούτε να την αφήνει να καθορίζει την αξία της.

Το ίδιο άρχισε να συμβαίνει και με τα υπόλοιπα κομμάτια της. Δεν χρειαζόταν να γίνει εξωστρεφής για να αποδεχτεί ότι αγαπούσε τους ανθρώπους με τον δικό της τρόπο. Δεν χρειαζόταν να αποκτήσει περισσότερους φίλους για να αποδείξει ότι ήταν κοινωνική. Δεν χρειαζόταν να γίνει λιγότερο ευαίσθητη για να θεωρήσει τον εαυτό της δυνατό. Και κυρίως, δεν χρειαζόταν να αποκτήσει έναν σύντροφο για να επιβεβαιώσει ότι ήταν μια γυναίκα άξια να αγαπηθεί.

Η Ανθή δεν είχε βρει όλες τις απαντήσεις. Είχε αρχίσει όμως να κάνει κάτι που μέχρι τότε της ήταν πολύ πιο δύσκολο: να στέκεται απέναντι στον εαυτό της χωρίς να τον αξιολογεί συνεχώς. Και κάπως έτσι, άρχισε να γνωρίζει έναν άνθρωπο που, αν και την συνόδευε σε ολόκληρη τη ζωή της, ίσως δεν είχε γνωρίσει ποτέ πραγματικά: τον εαυτό της.

Δεν έπαψε να επιθυμεί έναν σύντροφο. Υπήρχαν ακόμη βράδια που η απουσία της συντροφικότητας την πονούσε και στιγμές που αναρωτιόταν αν θα συναντούσε τον άνθρωπο με τον οποίο θα ήθελε να μοιραστεί τη ζωή της. Μόνο που τώρα αυτή η επιθυμία δεν ερχόταν για να της θυμίσει ότι κάτι της έλειπε ως άνθρωπος. Ήταν απλώς μια βαθιά και αληθινή επιθυμία της. Άρχισε επίσης να καταλαβαίνει ότι η αποδοχή του εαυτού δεν έρχεται τη στιγμή που καταφέρνουμε να γίνουμε όλα όσα θα θέλαμε. Ούτε όταν εξαφανίζονται οι ανασφάλειες, οι φόβοι ή οι πλευρές μας που δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε. Έρχεται όταν σταματάμε να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας σαν ένα έργο που βρίσκεται διαρκώς υπό διόρθωση.

Η Ανθή είχε ακόμη πράγματα που ήθελε να αλλάξει και άλλα που ήθελε να εξελίξει. Τώρα όμως μπορούσε να τα κοιτάζει χωρίς να απορρίπτει ολόκληρη την ύπαρξή της. Μπορούσε να αναγνωρίζει τις αδυναμίες της χωρίς να ξεχνά τις δυνάμεις της, να επιθυμεί κάτι περισσότερο από τη ζωή χωρίς να θεωρεί ανεπαρκή όσα ήδη είχε και να ακούει τη γνώμη των άλλων χωρίς να την κάνει αυτομάτως δική της αλήθεια. Ίσως τελικά αυτό να ήταν το σημαντικότερο που ανακάλυψε μέσα από αυτή τη διαδρομή. Ότι για χρόνια προσπαθούσε να γίνει κάποια που θα ήταν πιο εύκολο να εγκριθεί, να επιβραβευτεί, να αγαπηθεί. Τώρα, για πρώτη φορά, άρχιζε να αναρωτιέται πώς θα ήταν η ζωή της αν σταματούσε να προσπαθεί να αλλάξει τον εαυτό της για να χωρέσει στις προσδοκίες των άλλων. Γιατί αποδοχή δεν σημαίνει ότι παραιτούμαι από την εξέλιξή μου. Σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να γίνω κάποια άλλη για να θεωρήσω ότι αξίζω. Και η πιο σημαντική σχέση που άρχισε τελικά να χτίζει η Ανθή δεν ήταν η συντροφική που τόσο καιρό περίμενε να έρθει. Ήταν η σχέση με τον εαυτό της.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top