Από Το Σημειωματάριό Μου – The Holiday

CATEGORY: Ιστορίες Που Άφησαν Το Αποτύπωμά Τους



Η Πρωταγωνίστρια


Η Iris είναι μια γυναίκα ερωτευμένη. Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ και να πω ότι αυτή είναι ακόμη μία ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, από εκείνες που έχουμε δει πολλές φορές στον κινηματογράφο. Μόνο που όσο την παρακολουθώ, τόσο περισσότερο αισθάνομαι ότι ο Jasper δεν είναι το πραγματικό θέμα της ιστορίας της. Το πιο ενδιαφέρον βρίσκεται στην ίδια την Iris και στη θέση που έχει πάρει μέσα στη δική της ζωή.

Όταν τη γνωρίζουμε στο The Holiday, εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα του Λονδίνου και είναι ακόμη βαθιά ερωτευμένη με τον Jasper, έναν συνάδελφό της με τον οποίο υπήρξαν ζευγάρι. Εκείνος την απάτησε, η σχέση τους τελείωσε, όμως ο δεσμός ανάμεσά τους δεν κόπηκε ποτέ πραγματικά. Παρέμειναν φίλοι, εξακολουθούν να εργάζονται μαζί και ο Jasper συνεχίζει να μπαινοβγαίνει στη ζωή της με μια οικειότητα που δύσκολα αφήνει χώρο για ένα καθαρό τέλος.

Αυτό είναι ίσως το πρώτο στοιχείο της Iris που με κάνει να θέλω να την κοιτάξω λίγο περισσότερο. Δεν πρόκειται για μια γυναίκα που δεν βλέπει τι συμβαίνει. Ξέρει ότι ο Jasper την πλήγωσε. Ξέρει ότι δεν είναι μαζί. Ξέρει, κατά βάθος, ότι εκείνη εξακολουθεί να επενδύει συναισθηματικά σε κάτι που ο ίδιος δεν της προσφέρει. Κι όμως παραμένει κοντά του.

Και αναρωτιέμαι πόσες φορές συμβαίνει αυτό και έξω από τις ταινίες. Βλέπουμε την πραγματικότητα, μπορούμε ακόμη και να την περιγράψουμε με απόλυτη ακρίβεια, αλλά δεν είμαστε έτοιμοι να την αποδεχτούμε. Γιατί η αποδοχή δεν είναι μόνο μια διανοητική πράξη. Αν αποδεχτώ πραγματικά ότι αυτός ο άνθρωπος δεν πρόκειται να με επιλέξει, τότε πρέπει να αποχωριστώ και την πιθανότητα ότι κάποτε θα το κάνει. Και μερικές φορές δεν είναι ο άνθρωπος που δυσκολευόμαστε περισσότερο να αφήσουμε· είναι αυτή η πιθανότητα.

Ο Jasper, άλλωστε, δεν έχει εξαφανιστεί. Παραμένει κοντά της, της μιλά, τη φλερτάρει, ζητά τη βοήθειά της. Δεν της προσφέρει μια σχέση, αλλά ούτε αφήνει τη μεταξύ τους σύνδεση να σβήσει. Κι έτσι η Iris μπορεί να συνεχίζει να ελπίζει χωρίς να έχει πραγματικά κάτι πάνω στο οποίο να στηρίζει αυτή την ελπίδα. Υπάρχουν σχέσεις που τελειώνουν με μια πόρτα που κλείνει και, όσο επώδυνο κι αν είναι, ξέρεις ότι πρέπει να φύγεις. Υπάρχουν όμως και εκείνες που αφήνουν την πόρτα λίγο ανοιχτή. Και αυτές, πολλές φορές, μας κρατούν περισσότερο.

Μέχρι που η πραγματικότητα αποφασίζει να κλείσει την πόρτα μόνη της.

Στο χριστουγεννιάτικο πάρτι της εφημερίδας, ανάμεσα στους συναδέλφους της, η Iris ακούει ότι ο Jasper αρραβωνιάζεται μια άλλη γυναίκα. Δεν το μαθαίνει από εκείνον. Το μαθαίνει μαζί με όλους τους υπόλοιπους.

Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που συντρίβεται περισσότερο εκείνη τη στιγμή. Η ελπίδα ότι μπορεί κάποτε να είναι ξανά μαζί; Η εικόνα που είχε για τη μεταξύ τους σχέση; Ή η συνειδητοποίηση ότι ένας άνθρωπος που εξακολουθούσε να καταλαμβάνει τόσο μεγάλο χώρο στη δική της ζωή είχε προχωρήσει τη δική του χωρίς καν να θεωρήσει ότι εκείνη έπρεπε να το γνωρίζει;

Ίσως γι’ αυτό η σκηνή είναι τόσο σκληρή. Ο αρραβώνας δεν αποκαλύπτει στην Iris μόνο ότι ο Jasper επέλεξε κάποια άλλη. Της αποκαλύπτει και την πραγματική θέση που είχε εκείνη στη ζωή του.

Και εδώ, νομίζω, αρχίζει η ιστορία που πραγματικά με ενδιαφέρει.

Γιατί μέχρι αυτή τη στιγμή κοιτάζουμε μια γυναίκα που περιμένει να γίνει σημαντική στην ιστορία ενός άλλου ανθρώπου. Αυτό που ακόμη δεν γνωρίζει η Iris είναι ότι το δικό της ταξίδι δεν θα είναι τελικά να κερδίσει τον Jasper.

Θα είναι να επιστρέψει στον πρωταγωνιστικό ρόλο της δικής της ζωής.

Η απόφαση να φύγει έρχεται σχεδόν αμέσως. Δύο εβδομάδες μακριά, σε ένα ξένο σπίτι, σε μια άλλη ήπειρο, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζει. Θα μπορούσε κανείς να το δει σαν μια παρορμητική αντίδραση μετά από έναν χωρισμό ή, στην περίπτωση της Iris, μετά από μια οδυνηρή διάψευση. Εμένα όμως μου φαίνεται ότι πίσω από αυτή την απόφαση υπάρχει κάτι πολύ ανθρώπινο: όταν δεν μπορούμε ακόμη να απομακρυνθούμε από έναν άνθρωπο μέσα μας, προσπαθούμε καμιά φορά να απομακρυνθούμε από όλα όσα μας τον θυμίζουν.

Και η Iris πηγαίνει όσο πιο μακριά μπορεί.

Από το μικρό της σπίτι στην αγγλική εξοχή βρίσκεται ξαφνικά στο Λος Άντζελες, σε ένα τεράστιο σπίτι, μέσα σε έναν κόσμο που δεν έχει καμία σχέση με τον δικό της. Και για λίγο τη βλέπουμε διαφορετική. Ενθουσιάζεται, γελά, τρέχει μέσα στο σπίτι σαν παιδί, αφήνεται στην πολυτέλεια και στην ελευθερία ενός τόπου όπου κανείς δεν γνωρίζει την ιστορία της. Υπάρχει κάτι σχεδόν ανακουφιστικό σε αυτή τη μεταμόρφωση. Σαν να είχε χρειαστεί να ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα για να θυμηθεί ότι υπάρχει και μια Iris έξω από τον Jasper.

Μόνο που ο Jasper ταξιδεύει μαζί της χωρίς να έχει μπει ποτέ στο αεροπλάνο.

Ένα τηλεφώνημα αρκεί.

Την αναζητά και πάλι, της μιλά με εκείνον τον γνώριμο τρόπο και ζητά τη βοήθειά της με τις σελίδες του βιβλίου του. Και η Iris βρίσκεται ξανά στη θέση που γνωρίζει τόσο καλά: εκείνη που ακούει, που βοηθά, που είναι διαθέσιμη. Η απόσταση άλλαξε τη χώρα, το σπίτι, το τοπίο. Δεν άλλαξε όμως ακόμη τον ρόλο της.

Αυτό με κάνει να σκέφτομαι πόσο εύκολα μπερδεύουμε μερικές φορές την απόσταση με την αποδέσμευση. Πιστεύουμε ότι αν δεν βλέπουμε κάποιον, αν αλλάξουμε περιβάλλον, αν γεμίσουμε τον χρόνο μας με καινούργια πράγματα, θα πάψει σιγά σιγά να έχει δύναμη επάνω μας. Μπορεί να συμβεί. Όμως η πραγματική απομάκρυνση δεν μετριέται πάντα σε χιλιόμετρα. Μετριέται και από το αν εξακολουθούμε να απαντάμε στο ίδιο κάλεσμα με τον ίδιο τρόπο.

Γιατί ο Jasper ξέρει πού θα βρει την Iris.

Όχι στο Λονδίνο ή στο Λος Άντζελες. Ξέρει πού θα τη βρει συναισθηματικά.

Στο σημείο όπου εκείνη εξακολουθεί να θέλει να είναι σημαντική γι’ αυτόν.

Και εδώ η ιστορία της αρχίζει να γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Γιατί πολλές φορές μιλάμε για τα όρια σαν να είναι απλώς η ικανότητα να πούμε ένα «όχι». Στην πραγματικότητα, το δύσκολο δεν είναι πάντα η ίδια η λέξη. Είναι αυτό που φοβόμαστε ότι μπορεί να χαθεί αν την πούμε.

Αν η Iris σταματήσει να είναι εκεί όταν ο Jasper τη χρειάζεται, τι μένει από τη μεταξύ τους σύνδεση;

Αν δεν διαβάσει τις σελίδες του, αν δεν απαντήσει, αν δεν δεχτεί ξανά τον ρόλο της έμπιστης φίλης, μήπως τότε θα πρέπει να παραδεχτεί ότι αυτό που τους κρατούσε κοντά δεν ήταν η σχέση που ήλπιζε, αλλά η δική της διαρκής διαθεσιμότητα;

Δεν ξέρω αν η Iris το σκέφτεται ακόμη έτσι. Η ταινία δεν μας το λέει και δεν χρειάζεται να της αποδώσουμε σκέψεις που δεν ακούμε. Αυτό όμως που βλέπουμε είναι μια γυναίκα που έχει φύγει στην άλλη άκρη του κόσμου για να ξεφύγει από έναν άνδρα και, μόλις εκείνος απλώνει ξανά το χέρι προς το μέρος της, επιστρέφει σχεδόν αμέσως στην παλιά της θέση.

Και τότε εμφανίζεται στη ζωή της ένας άλλος άνδρας.

Όχι για να την ερωτευτεί.

Αλλά, κατά έναν παράξενο τρόπο, για να τη δει.

Ο Arthur Abbott είναι ένας ηλικιωμένος σεναριογράφος από τη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ, τον οποίο η Iris συναντά τυχαία και βοηθά να επιστρέψει στο σπίτι του. Η γνωριμία τους θα μπορούσε να είχε μείνει μια μικρή, ασήμαντη παρένθεση της ιστορίας. Αντί γι’ αυτό, γίνεται ίσως η σημαντικότερη σχέση στην προσωπική της διαδρομή.

Γιατί ο Arthur δεν γνωρίζει τον Jasper. Δεν γνωρίζει τα χρόνια που προηγήθηκαν, τις ελπίδες της Iris, τις δικαιολογίες που μπορεί να έδωσε, τις φορές που απογοητεύτηκε και ξαναγύρισε. Δεν είναι μπλεγμένος μέσα στην ιστορία της.

Και ίσως γι’ αυτό μπορεί να δει κάτι που εκείνη, ζώντας τόσο καιρό μέσα σε αυτήν, δεν μπορεί πια να δει καθαρά.

Όταν η Iris τού μιλά για τον Jasper, ο Arthur χρησιμοποιεί τη γλώσσα που γνωρίζει καλύτερα: τη γλώσσα του κινηματογράφου.

Της λέει ότι στις ταινίες υπάρχουν οι πρωταγωνίστριες και υπάρχουν και οι καλύτερες φίλες. Και ότι εκείνη, ενώ είναι φτιαγμένη για πρωταγωνίστρια, για κάποιον λόγο συμπεριφέρεται σαν να είναι η καλύτερη φίλη.

Και νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η καρδιά ολόκληρης της ιστορίας της Iris.

Γιατί ο Arthur δεν της λέει απλώς ότι διάλεξε τον λάθος άνδρα.

Της δείχνει τον ρόλο που έχει αναλάβει μέσα στην ίδια της τη ζωή.

Και τι σημαίνει, τελικά, να ζεις σαν «η καλύτερη φίλη» στη δική σου ζωή;

Ίσως σημαίνει ότι έχεις μάθει να κοιτάζεις πρώτα τι χρειάζονται οι άλλοι και μετά —αν περισσέψει χώρος— τι χρειάζεσαι εσύ. Ότι είσαι εκεί όταν σε χρειάζονται, απαντάς όταν σε αναζητούν, καταλαβαίνεις, συγχωρείς, περιμένεις λίγο ακόμη. Δίνεις χρόνο, δίνεις ευκαιρίες, βρίσκεις εξηγήσεις για συμπεριφορές που σε πληγώνουν. Και κάποια στιγμή, χωρίς να το έχεις αποφασίσει συνειδητά, η ζωή σου αρχίζει να οργανώνεται γύρω από τις ανάγκες, τις διαθέσεις και τις επιλογές κάποιου άλλου.

Αυτό βλέπω στην Iris.

Ο Jasper αποφασίζει πότε θα την πλησιάσει. Εκείνος αποφασίζει πόση οικειότητα θα υπάρξει. Εκείνος μπορεί να προχωρήσει τη ζωή του, να ερωτευτεί, να αρραβωνιαστεί, και παρ’ όλα αυτά να επιστρέφει στην Iris όταν θέλει κάτι από εκείνη. Κι εκείνη μένει διαθέσιμη, σαν να αρκεί το γεγονός ότι εξακολουθεί να τη χρειάζεται για να αισθάνεται ότι εξακολουθεί να έχει μια θέση στη ζωή του.

Και εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν.

Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «με χρειάζεται» και στο «με επιλέγει».

Μπορεί κάποιος να χρειάζεται την καλοσύνη σου, τη φροντίδα σου, την κατανόησή σου, τη βοήθειά σου, την παρουσία σου. Μπορεί να σε αναζητά κάθε φορά που δυσκολεύεται, να αισθάνεται ασφαλής μαζί σου, να ξέρει ότι θα είσαι εκεί. Τίποτε από αυτά, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σε επιλέγει με τον τρόπο που εσύ επιθυμείς να σε επιλέξει.

Κι όμως, πόσο εύκολο είναι να μπερδέψουμε τα δύο.

Να παίρνουμε τα ψίχουλα μιας σχέσης και να τα μεταφράζουμε ως απόδειξη ότι υπάρχει ακόμη κάτι. Να λέμε «με πήρε τηλέφωνο», «μου μίλησε», «με χρειάστηκε», «μόνο σε μένα μπορεί να τα πει αυτά» και μέσα από αυτές τις μικρές στιγμές να συντηρούμε μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία.

Μόνο που υπάρχει μια ερώτηση που κάποια στιγμή χρειάζεται να γίνει.

Εσύ τι παίρνεις;

Όχι τι ελπίζεις ότι θα πάρεις. Όχι τι θα μπορούσε να γίνει αν ο άλλος άλλαζε, αν καταλάβαινε, αν ωρίμαζε, αν κάποτε αντιλαμβανόταν πόσα έχεις προσφέρει.

Τι παίρνεις τώρα;

Νομίζω ότι αυτή είναι μια ερώτηση που η Iris δεν είχε κάνει πραγματικά στον εαυτό της. Γιατί αν την έκανε χωρίς να προστατεύσει τον Jasper, χωρίς να προστατεύσει την ελπίδα της και χωρίς να ωραιοποιήσει αυτό που υπήρχε ανάμεσά τους, η απάντηση θα ήταν δύσκολη.

Έδινε πολύ περισσότερα από όσα έπαιρνε.

Και εδώ δεν μιλάμε πια μόνο για τον έρωτα. Μιλάμε για κάτι που μπορεί να συμβεί σε πολλές σχέσεις και με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Μπορεί να συμβεί μέσα σε έναν γάμο, σε μια φιλία, μέσα στην οικογένεια, ακόμη και στη δουλειά. Γίνεσαι εκείνος που αντέχει λίγο περισσότερο, που υποχωρεί λίγο περισσότερο, που καταλαβαίνει λίγο περισσότερο. Ο άνθρωπος που «δεν πειράζει», που «θα το κανονίσει», που «δεν θέλει να δημιουργήσει πρόβλημα».

Μέχρι που το «λίγο περισσότερο» γίνεται τρόπος ζωής.

Και τότε υπάρχει ένας κίνδυνος πολύ μεγαλύτερος από το να σε θεωρήσουν οι άλλοι δεδομένο.

Να αρχίσεις να θεωρείς δεδομένο εσύ τον εαυτό σου.

Να συνηθίσεις τόσο πολύ να μετακινείσαι για να χωρέσουν οι άλλοι, ώστε να μη συνειδητοποιείς πια ότι είσαι πάντα εσύ εκείνος που μετακινείται. Να θεωρείς φυσιολογικό να περιμένεις. Να συμβιβάζεσαι με λιγότερα. Να λες στον εαυτό σου ότι αγαπάς πολύ, ότι είσαι υπομονετικός, ότι δεν εγκαταλείπεις εύκολα τους ανθρώπους.

Όλα αυτά μπορεί να είναι όμορφα χαρακτηριστικά.

Μέχρι τη στιγμή που αρχίζεις να τα χρησιμοποιείς εναντίον σου.

Γιατί υπάρχει ένα σημείο όπου η υπομονή παύει να είναι υπομονή και γίνεται αναμονή χωρίς τέλος. Η κατανόηση γίνεται συνεχής δικαιολόγηση. Η δεύτερη ευκαιρία γίνεται δέκατη. Και η αγάπη για τον άλλον αρχίζει σιγά σιγά να απαιτεί από εσένα να εγκαταλείψεις κάτι πολύ σημαντικό:

την αγάπη προς εσένα.

Ίσως λοιπόν ο Arthur να βλέπει κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν αποτυχημένο έρωτα όταν κοιτάζει την Iris.

Βλέπει μια γυναίκα που έχει παραδώσει σε κάποιον άλλον το δικαίωμα να καθορίζει πόσο σημαντική θα αισθάνεται.

Και γι’ αυτό η φράση του για την «πρωταγωνίστρια» έχει τόση δύναμη.

Πρωταγωνίστρια της ζωής σου δεν σημαίνει να πιστεύεις ότι όλα περιστρέφονται γύρω από εσένα. Δεν σημαίνει να πάψεις να αγαπάς, να προσφέρεις ή να νοιάζεσαι για τους άλλους.

Σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό και, για κάποιους ανθρώπους, πολύ πιο δύσκολο:

να μπορείς να αγαπάς κάποιον χωρίς, στην προσπάθειά σου να τον κρατήσεις, να χάνεις σιγά σιγά εσένα.

Ίσως όμως το πιο ενδιαφέρον στη διαδρομή της Iris είναι ότι, για να γίνει η πρωταγωνίστρια της ζωής της, δεν χρειάζεται να γίνει κάποια άλλη.

Δεν χρειάζεται να πάψει να είναι τρυφερή, γενναιόδωρη, διαθέσιμη στους ανθρώπους που αγαπά. Δεν χρειάζεται να σκληρύνει για να προστατευτεί ούτε να αποφασίσει ότι από εδώ και πέρα δεν θα έχει ανάγκη κανέναν. Αντίθετα, στην Καλιφόρνια τη βλέπουμε να κάνει ακριβώς αυτό που έκανε πάντα: να νοιάζεται.

Το κάνει όμως σε μια σχέση εντελώς διαφορετική.

Όταν γνωρίζει τον Arthur, έναν ηλικιωμένο σεναριογράφο που ζει μόνος του, η Iris είναι πάλι η γυναίκα που θα σταματήσει, θα βοηθήσει, θα ενδιαφερθεί. Τον συνοδεύει στο σπίτι του, τον επισκέπτεται, περνά χρόνο μαζί του, τον ενθαρρύνει. Η δοτικότητά της δεν έχει εξαφανιστεί. Και χαίρομαι που η ταινία δεν προσπαθεί να μας πείσει ότι αυτή ήταν το πρόβλημά της.

Γιατί δεν ήταν.

Το πρόβλημα δεν ήταν ότι η Iris έδινε πολλά. Ήταν ότι είχε μάθει να δίνει πολλά ακόμη κι εκεί όπου έπαιρνε ελάχιστα.

Με τον Arthur αρχίζει να βιώνει κάτι διαφορετικό. Προσφέρει, αλλά δεν παραμερίζεται. Ενδιαφέρεται, αλλά κάποιος ενδιαφέρεται και για εκείνη. Τον βλέπει, αλλά κι εκείνος τη βλέπει. Και ίσως μέσα από αυτή τη φιλία να αρχίζει, χωρίς καν να το αντιλαμβάνεται, να αλλάζει το μέτρο με το οποίο κοιτάζει τις σχέσεις της.

Γιατί πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε πόσο λίγο έχουμε συνηθίσει να παίρνουμε μέχρι να συναντήσουμε έναν άνθρωπο που μας προσφέρει κάτι διαφορετικό.

Κι όσο περνούν οι μέρες, βλέπουμε και κάτι ακόμη να αλλάζει. Ο κόσμος της Iris αρχίζει να μεγαλώνει. Υπάρχουν καινούργιοι άνθρωποι, καινούργιες εμπειρίες, γέλιο, ενδιαφέρον, στιγμές που δεν έχουν καμία σχέση με τον Jasper. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, η ζωή της δεν μοιάζει να βρίσκεται σε αναμονή.

Και όσο περισσότερο γεμίζει η ζωή της, τόσο λιγότερο χώρο καταλαμβάνει εκείνος.

Αυτό το βρίσκω πολύ σημαντικό. Γιατί όταν προσπαθούμε να αποδεσμευτούμε από έναν άνθρωπο, συχνά επικεντρωνόμαστε σε εκείνον. Πρέπει να σταματήσω να τον σκέφτομαι. Να μην τηλεφωνήσω. Να μην περιμένω. Να μην ελπίζω. Όλη μας η προσπάθεια εξακολουθεί, με έναν παράξενο τρόπο, να περιστρέφεται γύρω από το ίδιο πρόσωπο.

Η Iris μάς δείχνει μια άλλη διαδρομή.

Δεν χρειάζεται μόνο να βγάλεις κάποιον από τη ζωή σου. Χρειάζεται να επιστρέψεις εσύ μέσα σε αυτήν.

Να θυμηθείς τι σου αρέσει, ποιοι άνθρωποι σε κάνουν να αισθάνεσαι καλά, πώς είναι να γελάς χωρίς να περιμένεις ένα μήνυμα, να ξυπνάς χωρίς να αναρωτιέσαι τι σκέφτεται κάποιος άλλος για σένα. Να ξαναβρείς όλα εκείνα τα κομμάτια σου που, όσο περίμενες να σε επιλέξει ένας άνθρωπος, έμειναν κάπου στην άκρη.

Κάπως έτσι αλλάζει και η ίδια η ερώτηση.

Στην αρχή η Iris μοιάζει να ζει με ένα σιωπηλό «θα με επιλέξει ποτέ;». Η αξία της σχέσης τους καθορίζεται από το αν ο Jasper θα επιστρέψει, αν θα τη δει διαφορετικά, αν τελικά θα καταλάβει τι έχει μπροστά του.

Σιγά σιγά όμως γεννιέται μια άλλη ερώτηση. Πολύ πιο δύσκολη, γιατί αυτή τη φορά η απάντηση δεν βρίσκεται στα χέρια του Jasper.

«Εγώ τον επιλέγω ακόμη;»

Όχι τον Jasper που θα ήθελε να είναι. Όχι εκείνον που ελπίζει ότι κάποτε θα γίνει. Τον άνθρωπο που έχει πραγματικά απέναντί της. Αυτόν που την πλήγωσε, που προχώρησε τη ζωή του με μια άλλη γυναίκα ενώ εξακολουθούσε να την κρατά κοντά του, που γνώριζε τα αισθήματά της και παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να επιστρέφει όταν χρειαζόταν κάτι από εκείνη.

Και κάπου εδώ η Iris αρχίζει να ανακαλύπτει κάτι ακόμη για τον εαυτό της.

Ότι η καλοσύνη της δεν σημαίνει ότι πρέπει να ανέχεται τα πάντα. Η αφοσίωσή της δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιμένει για πάντα. Η ικανότητά της να καταλαβαίνει τον άλλον δεν σημαίνει ότι οφείλει συνεχώς να τον δικαιολογεί. Και η αγάπη της δεν χάνει την αξία της επειδή κάποια στιγμή αποφασίζει ότι δεν θέλει πια να πληρώνει εκείνη το τίμημά της.

Ίσως αυτή να είναι και μία από τις δυσκολότερες αλλαγές για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να δίνει τόσο πολύ. Να καταλάβει ότι μπορεί να παραμείνει ακριβώς αυτός που είναι και ταυτόχρονα να αρχίσει να επιλέγει πού, σε ποιον και μέχρι πού θα δίνει.

Η Iris δεν χρειάζεται να γίνει λιγότερο καλή.

Χρειάζεται να συμπεριλάβει και τον εαυτό της μέσα στους ανθρώπους στους οποίους φέρεται καλά.

Και νομίζω ότι όταν αρχίζει να το καταλαβαίνει αυτό, η φράση του Arthur για την «πρωταγωνίστρια» αποκτά ένα εντελώς διαφορετικό νόημα.

Γιατί πρωταγωνίστρια δεν γίνεσαι όταν όλοι αρχίζουν επιτέλους να σε επιλέγουν.

Γίνεσαι όταν αρχίζεις να επιλέγεις κι εσύ.

Και τότε ο Jasper επιστρέφει.

Δεν χρειάζεται να σταθούμε πολύ σε εκείνον, γιατί στην πραγματικότητα δεν έχει αλλάξει. Επιστρέφει με τον ίδιο τρόπο που επέστρεφε πάντα: αρκετά κοντά για να ξυπνήσει μέσα στην Iris όλα όσα ένιωθε, με λόγια και κινήσεις που για μια στιγμή μπορούν να κάνουν το παλιό όνειρο να μοιάζει ξανά πιθανό.

Μόνο που αυτή τη φορά κάτι έχει αλλάξει.

Η Iris.

Και ίσως εκεί φαίνεται καλύτερα τι σημαίνει πραγματική αλλαγή. Όχι όταν ο άνθρωπος που μας πλήγωσε βρίσκεται μακριά και εμείς αισθανόμαστε δυνατοί, αλλά όταν επιστρέφει μπροστά μας αυτό ακριβώς που κάποτε δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε.

Η παλιά Iris θα άκουγε τον Jasper και θα έψαχνε μέσα στα λόγια του εκείνο που ήθελε τόσο πολύ να ακούσει. Θα κρατιόταν από την πιθανότητα. Θα έδινε ακόμη μία ευκαιρία στην ελπίδα της.

Η γυναίκα που στέκεται τώρα απέναντί του, όμως, έχει αρχίσει να βλέπει κάτι που πριν δεν μπορούσε.

Δεν αρκεί να σε θέλει κάποιος όταν φοβάται ότι σε χάνει.

Δεν αρκεί να επιστρέφει.

Δεν αρκεί να σε χρειάζεται.

Το ερώτημα είναι τι θέση σου δίνει όταν σε έχει.

Και ίσως αυτή να είναι η στιγμή που η Iris καταλαβαίνει πραγματικά τι της είχε πει ο Arthur. Όλο αυτό το διάστημα περίμενε από τον Jasper να αποφασίσει τον ρόλο της στη ζωή του. Περίμενε να την επιλέξει, να τη δει, να αναγνωρίσει την αξία της.

Τώρα δεν χρειάζεται πια την απόφασή του.

Μπορεί να πάρει τη δική της.

Και αυτό αλλάζει τα πάντα.

Γιατί η δύναμη της Iris δεν βρίσκεται στο ότι έπαψε ξαφνικά να αισθάνεται. Ούτε χρειάζεται να ακυρώσει όσα ένιωσε για να μπορέσει να φύγει. Βρίσκεται στο ότι αυτό που αισθάνεται δεν αποφασίζει πια για εκείνη.

Μπορεί να αγαπά κάποιον και να γνωρίζει ότι δεν τον θέλει πια στη ζωή της με αυτούς τους όρους.

Μπορεί να πονά και να λέει όχι.

Μπορεί να θυμάται όσα ήθελε κάποτε και να μην τα θέλει πια με οποιοδήποτε τίμημα.

Κάπου εκεί, νομίζω, η Iris παύει να περιμένει να γίνει η πρωταγωνίστρια στην ιστορία του Jasper.

Γιατί έχει καταλάβει, επιτέλους, ότι δεν χρειάζεται να της δώσει εκείνος έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Τον είχε πάντα. Απλώς είχε ξεχάσει ότι ήταν δικός της.

Κι όμως, μένει ένα ερώτημα που δεν μπορώ εύκολα να προσπεράσω.

Γιατί έμεινε τόσο καιρό η Iris;

Γιατί ένας άνθρωπος που βλέπει ότι πληγώνεται συνεχίζει να επιστρέφει στο ίδιο σημείο; Γιατί συμβιβάζεται με μια θέση που, αν την έβλεπε να καταλαμβάνει κάποιος που αγαπά, πιθανότατα θα του έλεγε να φύγει;

Η εύκολη απάντηση θα ήταν ότι δεν αγαπούσε αρκετά τον εαυτό της. Δεν είμαι βέβαιη ότι τα πράγματα είναι τόσο απλά.

Γιατί η Iris δεν μοιάζει με άνθρωπο που δεν έχει τίποτα να δώσει ή που δεν γνωρίζει την αξία της σε κάθε πλευρά της ζωής της. Είναι έξυπνη, ικανή, τρυφερή, έχει μια δική της ζωή. Κι όμως, απέναντι στον Jasper, όλα αυτά μοιάζουν να υποχωρούν μπροστά σε μία ελπίδα: ότι κάποια στιγμή εκείνος θα τη δει διαφορετικά.

Και η ελπίδα είναι παράξενο πράγμα. Μπορεί να μας κρατήσει όρθιους στις δυσκολότερες στιγμές της ζωής μας, μπορεί όμως και να μας κρατήσει για πολύ καιρό σε ένα μέρος από το οποίο θα έπρεπε να έχουμε φύγει.

Ιδίως όταν ο άλλος δεν φεύγει εντελώς.

Αν ο Jasper είχε εξαφανιστεί από τη ζωή της, ίσως η Iris να είχε αναγκαστεί να πενθήσει αυτό που έχασε. Εκείνος όμως επιστρέφει. Της δίνει προσοχή, οικειότητα, την αναζητά, τη χρειάζεται. Και κάθε επιστροφή μπορεί να λειτουργεί σαν μια μικρή αναβολή του τέλους. Όχι αρκετή για να της δώσει αυτό που θέλει, αλλά αρκετή για να μην το εγκαταλείψει.

Ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα δυσκολότερα είδη αποχωρισμού. Όχι όταν κάποιος σου λέει καθαρά «δεν σε θέλω», αλλά όταν σου δίνει αρκετά για να μένεις και ποτέ αρκετά για να είσαι πραγματικά μαζί του.

Κάπου εδώ όμως αναρωτιέμαι και κάτι ακόμη.

Μήπως, όσο περισσότερο περιμένουμε κάποιον, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παραδεχτούμε ότι περιμέναμε μάταια;

Γιατί τότε δεν χάνουμε μόνο τον άνθρωπο. Χάνουμε και την ιστορία που είχαμε φτιάξει γύρω του. Τα χρόνια που περιμέναμε, τις φορές που συγχωρήσαμε, όσα ανεχτήκαμε, όλα εκείνα τα «λίγο ακόμη» που είπαμε στον εαυτό μας. Αν φύγουμε τώρα, πρέπει ίσως να αντικρίσουμε και μια δυσάρεστη πιθανότητα: ότι αυτό που περιμέναμε μπορεί να μη συμβεί ποτέ.

Και τότε εμφανίζεται ένας παράξενος πειρασμός: να προσπαθήσουμε λίγο περισσότερο.

Σαν να μπορούσε η τελική επιλογή του άλλου να δικαιώσει αναδρομικά όλα όσα περάσαμε για να φτάσουμε μέχρι εκεί. Αν κάποτε ο Jasper επέλεγε την Iris, ίσως όλη αυτή η αναμονή να αποκτούσε ξαφνικά νόημα. Δεν θα ήταν πια η γυναίκα που περίμενε έναν άνδρα που δεν ήταν διαθέσιμος. Θα ήταν η γυναίκα που «ήξερε» ότι στο τέλος εκείνος θα καταλάβαινε.

Μόνο που η ζωή δεν μας επιστρέφει πάντοτε όσα επενδύσαμε.

Και το ότι έδωσα πολύ σε έναν άνθρωπο δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσω να δίνω για να μη θεωρήσω χαμένα όσα έδωσα μέχρι σήμερα.

Ίσως γι’ αυτό η στιγμή που η Iris λέει τελικά όχι στον Jasper έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο φαίνεται. Δεν αποχωρίζεται μόνο εκείνον. Αποχωρίζεται και την προσδοκία ότι κάποια μέρα εκείνος θα μεταμορφώσει όλη αυτή την αναμονή σε μια ιστορία που άξιζε τον κόπο.

Και αυτό θέλει θάρρος.

Γιατί όταν σταματάς να δέχεσαι τα λίγα, κανείς δεν σου εγγυάται ότι την επόμενη μέρα θα εμφανιστούν τα πολλά.

Μπορεί απλώς να μείνει ένα κενό.

Και ίσως εκεί βρίσκεται μία από τις πιο δύσκολες μορφές σεβασμού προς τον εαυτό μας: να μπορέσουμε να αντέξουμε για λίγο αυτό το κενό, αντί να το γεμίσουμε ξανά με κάτι που ήδη γνωρίζουμε ότι δεν μας αρκεί.

Δεν σημαίνει ότι δεν αγαπήσαμε. Δεν σημαίνει ότι όλα όσα αισθανθήκαμε ήταν λάθος. Ούτε ότι πρέπει να φύγουμε θυμωμένοι για να αποδείξουμε ότι γίναμε δυνατοί.

Σημαίνει μόνο ότι κάποια στιγμή μπορούμε να κοιτάξουμε αυτό που υπάρχει μπροστά μας, αντί για αυτό που ελπίζουμε ότι κάποτε θα υπάρξει.

Και να ρωτήσουμε:

Αν τίποτα δεν αλλάξει, αν αυτός ο άνθρωπος παραμείνει ακριβώς όπως είναι σήμερα, θα επέλεγα αυτή τη σχέση για τη ζωή μου;

Ίσως αυτή να είναι η ερώτηση που η Iris δεν μπορούσε να κάνει στην αρχή της ιστορίας της.

Στο τέλος, όμως, δεν χρειάζεται πια να περιμένει την απάντηση του Jasper.

Γιατί το να γίνεις η πρωταγωνίστρια της ζωής σου δεν σημαίνει να βάλεις τον εαυτό σου πάνω από όλους τους άλλους. Δεν σημαίνει να αγαπάς λιγότερο, να νοιάζεσαι λιγότερο ή να πάψεις να είσαι εκεί για τους ανθρώπους σου.

Και κάπως έτσι καταλαβαίνω καλύτερα τι εννοούσε ο Arthur.

Η πρωταγωνίστρια δεν είναι εκείνη που στο τέλος κερδίζει τον μεγάλο έρωτα.

Είναι εκείνη που δεν χάνει πια τον εαυτό της για να τον κρατήσει.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top