Από Το Σημειωματάριό Μου – Η Μοναξιά Μέσα Σε Μια Σχέση

CATEGORY: Σχέσεις



Όταν ακούμε τη λέξη μοναξιά, συνήθως φανταζόμαστε έναν άνθρωπο μόνο. Ένα άδειο σπίτι, ένα τηλέφωνο που δεν χτυπά, ένα Σαββατοκύριακο χωρίς παρέα, ίσως μια ζωή χωρίς σύντροφο.

Κι όμως, όσο περισσότερο ακούω ανθρώπους να μιλούν για τις σχέσεις τους, τόσο περισσότερο σκέφτομαι ότι η μοναξιά δεν έχει πάντα αυτή την εικόνα.

Μπορεί να υπάρχει μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους. Μέσα σε μια οικογένεια. Μέσα σε έναν γάμο που κρατάει χρόνια. Μπορεί να κρύβεται πίσω από μια γεμάτη κοινωνική ζωή, φίλους, ταξίδια, επαγγελματικές υποχρεώσεις, παιδιά που χρειάζονται συνεχώς κάτι. Μπορεί ακόμη και να περνά απαρατήρητη για πολύ καιρό, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει αρκετή ησυχία για να την ακούσεις.

Πόσο εύκολο είναι, άλλωστε, να καταλάβεις ότι νιώθεις μόνος όταν η ζωή σου είναι γεμάτη ανθρώπους;

Ίσως γι’ αυτό η μοναξιά μέσα σε μια σχέση είναι τόσο δύσκολο να αναγνωριστεί. Δεν υπάρχει απαραίτητα απουσία. Ο άλλος είναι εκεί. Ξυπνάτε μαζί, μιλάτε μέσα στη μέρα, συζητάτε για τα παιδιά, οργανώνετε το Σαββατοκύριακο, βλέπετε φίλους, πηγαίνετε σε τραπέζια, γελάτε ακόμη και με τα ίδια αστεία. Και μπορεί πραγματικά να περνάτε καλά.

Μόνο που κάποια στιγμή η ζωή ησυχάζει. Και τότε εμφανίζεται μια αίσθηση που μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας δεν προλάβαινες να προσέξεις.

Κάτι μου λείπει.

Όχι απαραίτητα κάποιος. Κάτι.

Και νομίζω ότι αυτή η μικρή διαφορά έχει μεγάλη σημασία. Γιατί η μοναξιά μέσα σε μια σχέση ίσως δεν αρχίζει όταν δεν έχουμε πια κάποιον δίπλα μας. Μπορεί να αρχίζει όταν, ενώ τον έχουμε, δεν αισθανόμαστε πια ότι μπορούμε πραγματικά να τον φτάσουμε.

Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν μιλάμε. Μπορεί να μιλάμε πολύ. Να ανταλλάσσουμε δεκάδες μηνύματα μέσα στην ημέρα. Να ξέρουμε πού βρίσκεται ο άλλος, τι ώρα θα επιστρέψει. Μπορεί να καθόμαστε κάθε βράδυ στο ίδιο τραπέζι και να έχουμε πάντα κάτι να πούμε.

Άλλο όμως είναι να μιλάς με έναν άνθρωπο και άλλο να αισθάνεσαι ότι σε συναντά πραγματικά μέσα σε αυτή την κουβέντα.

Νομίζω πως όλοι έχουμε νιώσει κάποια στιγμή αυτή τη διαφορά. Λες κάτι που σε απασχολεί και ο άλλος σου απαντά. Δεν σε αγνοεί. Δεν είναι απαραίτητα αδιάφορος. Κι όμως, όταν η κουβέντα τελειώνει, μένεις με την αίσθηση ότι αυτό που ήθελες πραγματικά να πεις δεν έφτασε ποτέ μέχρι εκείνον.

Μπορεί να βιάστηκε να σου δώσει μια λύση ενώ εσύ δεν ζητούσες λύση. Να προσπάθησε να σε καθησυχάσει με ένα «μην το σκέφτεσαι τόσο», ενώ αυτό που ήθελες ήταν να καταλάβει γιατί το σκέφτεσαι τόσο. Μπορεί να άκουσε όλα τα γεγονότα και να μην πρόσεξε το συναίσθημα που υπήρχε πίσω από αυτά.

Ίσως αυτό που χρειαζόσουν εκείνη τη στιγμή να ήταν πολύ πιο απλό: να αισθανθείς ότι κατάλαβε. Ότι για λίγα λεπτά μπήκε στον δικό σου κόσμο και προσπάθησε να δει αυτό που συνέβη μέσα από τα δικά σου μάτια.

Και αυτό είναι κάτι που επιβεβαιώνει και η έρευνα γύρω από τις στενές σχέσεις. Δεν αρκεί πάντα η παρουσία του άλλου. Σημασία έχει να αισθανόμαστε ότι μας καταλαβαίνει, μας εκτιμά και ενδιαφέρεται πραγματικά για όσα συμβαίνουν μέσα μας. Γιατί δεν έχει σημασία μόνο ότι ο άλλος είναι παρών, αλλά και το πώς βιώνουμε εμείς αυτή την παρουσία.

Υπάρχει τελικά μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «ξέρεις τι μου συμβαίνει» και στο «νιώθω ότι καταλαβαίνεις τι μου συμβαίνει».

Μπορεί να ξέρεις ότι είχα μια δύσκολη μέρα, αλλά να μην έχεις καταλάβει τι ήταν αυτό που με πείραξε. Μπορεί να ξέρεις ότι φοβάμαι για κάτι, αλλά να μη γνωρίζεις γιατί αυτός ο φόβος είναι τόσο μεγάλος για μένα. Μπορεί να ξέρεις σχεδόν τα πάντα για τη ζωή μου και, παρ’ όλα αυτά, εγώ να αισθάνομαι ότι ένα σημαντικό κομμάτι μου παραμένει αόρατο.

Δεν είναι λοιπόν μόνο «είσαι εδώ;».

Είναι «σε νιώθω εδώ;».

Και πιθανόν η συναισθηματική απόσταση να μη δημιουργείται πάντα από κάτι μεγάλο. Μπορεί να χτίζεται μέσα από πολύ μικρές στιγμές που, όταν συμβαίνουν, δεν φαίνονται καθόλου σημαντικές. Μια κουβέντα που αφήσαμε για αργότερα και δεν κάναμε ποτέ. Ένα «άσε με τώρα, είμαι κουρασμένος». Κάτι που μας ενθουσίασε και δεν σκεφτήκαμε πια να το μοιραστούμε. Ένα βράδυ που θέλαμε να πούμε «δεν είμαι καλά», αλλά τελικά είπαμε «τίποτα, μια χαρά είμαι».

Κανένα από αυτά μόνο του δεν δημιουργεί απόσταση. Όταν όμως αρχίσουν να γίνονται ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε, συμβαίνει κάτι πολύ πιο αθόρυβο: αρχίζουμε σιγά σιγά να κρατάμε ένα κομμάτι της ζωής μας έξω από τη σχέση.

Δεν είναι ότι σταματάμε να μιλάμε.

Είναι ότι, σιγά σιγά, σταματάμε να μοιραζόμαστε.

Συνεχίζουμε να αφηγούμαστε τι έγινε στη δουλειά, να σχολιάζουμε κάτι που ακούσαμε, να γελάμε με μια ιστορία, να συζητάμε για φίλους, παιδιά, χρήματα, διακοπές. Η επικοινωνία υπάρχει. Αυτό που αρχίζει να λιγοστεύει είναι εκείνο το διαφορετικό μοίρασμα: «αυτό με φόβισε», «αυτό με πλήγωσε», «σήμερα ένιωσα ότι δεν τα καταφέρνω», «αυτό με έκανε τόσο χαρούμενο και ήθελα να το πω πρώτα σε σένα».

Δεν νομίζω ότι ξυπνά κάποιος ένα πρωί και αποφασίζει πως από σήμερα δεν θα μοιράζεται πια τον εαυτό του με τον άνθρωπό του. Πιθανότατα γίνεται πολύ πιο αθόρυβα. Λες κάτι μία φορά και δεν παίρνεις την ανταπόκριση που περίμενες. Το ξαναλές κάποια άλλη στιγμή και ο άλλος είναι κουρασμένος, αφηρημένος ή απασχολημένος με κάτι δικό του. Μια άλλη φορά η κουβέντα καταλήγει σε παρεξήγηση. Και κάποια στιγμή αρχίζεις να λες λιγότερα.

Όχι για να τιμωρήσεις τον άλλον. Ίσως απλώς επειδή κουράστηκες να προσπαθείς να εξηγήσεις. Ίσως επειδή δεν θέλεις άλλη μία δύσκολη συζήτηση. Ίσως επειδή σκέφτεσαι «δεν θα καταλάβει έτσι κι αλλιώς». Ή μπορεί να έχεις συνηθίσει τόσο πολύ να κρατάς κάποια πράγματα μέσα σου, ώστε να μην αντιλαμβάνεσαι καν ότι δεν τα μοιράζεσαι πια.

Και εδώ η έρευνα γύρω από την οικειότητα επιβεβαιώνει κάτι που βρίσκω πολύ ουσιαστικό: για να νιώσουμε κοντά σε έναν άνθρωπο δεν αρκεί απλώς να του αποκαλύψουμε κάτι προσωπικό. Χρειάζεται και η εμπειρία ότι αυτό που μοιραστήκαμε βρήκε απέναντί του ανταπόκριση, ότι ακούστηκε, έγινε κατανοητό και αντιμετωπίστηκε με ενδιαφέρον.

Μπορεί λοιπόν η οικειότητα να αρχίζει να χάνεται όταν ο άνθρωπός μας παύει σιγά σιγά να είναι εκείνος στον οποίο θέλουμε πρώτα να στραφούμε.

Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο. Ο σύντροφος που κάποτε ήξερε πρώτος τι μας συνέβη αρχίζει να το μαθαίνει τελευταίος. Έχουμε ήδη μιλήσει σε έναν φίλο για κάτι που μας απασχολεί, το έχουμε συζητήσει με έναν συνάδελφο, το έχουμε σκεφτεί μόνοι μας για μέρες — και δεν το έχουμε πει στον σύντροφο με τον οποίο μοιραζόμαστε τη ζωή μας.

Όχι επειδή δεν τον αγαπάμε. Αλλά επειδή κάπου στην πορεία σταματήσαμε να πηγαίνουμε προς τα εκεί όταν θέλαμε να μας ακούσουν.

Αναρωτιέμαι αν αυτή είναι μία από τις πιο σιωπηλές μορφές μοναξιάς μέσα σε μια σχέση: να έχεις ακόμη κάποιον στον οποίο μπορείς να μιλήσεις, αλλά να μην είναι πια ο άνθρωπος στον οποίο θέλεις να πεις αυτά που έχουν πραγματικά σημασία.

Υπάρχει όμως και μια άλλη μορφή απόστασης, ακόμη πιο δύσκολη να την αντιληφθούμε, γιατί η σχέση δεν φαίνεται να έχει σταματήσει να λειτουργεί. Το αντίθετο. Μπορεί να λειτουργεί εξαιρετικά.

Δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν γίνει μια πολύ καλή ομάδα ζωής. Μεγαλώνουν παιδιά, εργάζονται, φροντίζουν το σπίτι, μοιράζονται υποχρεώσεις, οργανώνουν διακοπές, βλέπουν φίλους, αντιμετωπίζουν μαζί όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα που φέρνει η καθημερινότητα. Ξέρουν ποιος θα πάρει το παιδί από το φροντιστήριο, ποιος θα περάσει από το σούπερ μάρκετ, τι έχουν κανονίσει για το Σάββατο, ποιος πρέπει να τηλεφωνήσει στον γιατρό, πότε λήγει η ασφάλεια του αυτοκινήτου.

Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά μπορεί να χαθεί κάτι που δεν υπάρχει σε κανένα ημερολόγιο.

Το «εμείς».

Όχι το «εμείς» της οικογένειας. Ούτε το «εμείς» των υποχρεώσεων. Εκείνο το άλλο, που δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα χρήσιμο.

Δύο σύντροφοι που βρίσκουν λίγο χρόνο να είναι απλώς μαζί, χωρίς να πρέπει να οργανώσουν την επόμενη μέρα. Που εξακολουθούν να έχουν περιέργεια ο ένας για τον άλλον. Που μπορούν να μιλήσουν για κάτι που δεν αφορά τα παιδιά, τη δουλειά ή κάποιο πρόβλημα που πρέπει να λυθεί. Που θυμούνται ότι πριν γίνουν γονείς, συνεργάτες της καθημερινότητας και διαχειριστές μιας κοινής ζωής, υπήρξαν απλώς δύο άνθρωποι που ήθελαν να βρίσκονται μαζί.

Και αυτή η μετατόπιση μπορεί να συμβεί χωρίς κανείς να την επιλέξει. Δεν υπάρχει απαραίτητα μια στιγμή που λες «από σήμερα απομακρυνόμαστε». Υπάρχει μια ζωή που γεμίζει. Ένα παιδί που χρειάζεται κάτι. Μια δύσκολη περίοδος στη δουλειά. Ένας γονιός που χρειάζεται φροντίδα. Ένα οικονομικό άγχος. Άλλο ένα Σαββατοκύριακο γεμάτο υποχρεώσεις.

Και η σχέση περιμένει.

Περιμένει γιατί μοιάζει να είναι εκεί. Ίσως μάλιστα αυτή να είναι και η παγίδα. Φροντίζουμε πρώτα όσα φαίνονται επείγοντα και αφήνουμε για αργότερα εκείνο που θεωρούμε δεδομένο.

Μόνο που το «αργότερα» μπορεί να κρατήσει πολύ.

Και τότε μπορεί να έχεις χτίσει με έναν σύντροφο μια ολόκληρη ζωή και να συνειδητοποιήσεις ότι έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ένιωσες πραγματικά κοντά του. Όχι επειδή σταματήσατε απαραίτητα να αγαπιέστε. Ίσως επειδή, μέσα στην προσπάθεια να φροντίσετε τη ζωή που χτίσατε μαζί, ξεχάσατε για λίγο να φροντίσετε τους δύο ανθρώπους που τη δημιούργησαν.

Κι όταν αυτή η αίσθηση απόστασης μείνει για αρκετό καιρό, μπορεί να αρχίσει να αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον.

Όταν έχω αρχίσει να πιστεύω ότι δεν με ακούς, μπορεί να προσέχω περισσότερο τις φορές που δεν με άκουσες και λιγότερο εκείνες που προσπάθησες. Όταν αισθάνομαι ότι δεν ενδιαφέρεσαι, μια βιαστική απάντηση μπορεί να μου φαίνεται ακόμη μία επιβεβαίωση αυτού που ήδη φοβάμαι. Κι όταν έχω πει μέσα μου αρκετές φορές «δεν έχει νόημα να του το πω», κάποια στιγμή πράγματι σταματώ να το λέω.

Και κάπως έτσι η μοναξιά μπορεί να αρχίσει να τρέφει τον εαυτό της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα βρίσκονται στο μυαλό μας ούτε ότι η συναισθηματική απόσταση δεν είναι πραγματική. Σημαίνει όμως ότι, όταν αρχίζουμε να αισθανόμαστε μόνοι μέσα σε μια σχέση, μπορεί να αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε.

Ζητάμε λιγότερα, μοιραζόμαστε λιγότερα, ίσως περιμένουμε λιγότερα.

Ο σύντροφος απέναντί μας βλέπει κι εκείνος αυτή την αλλαγή. Μπορεί να μη γνωρίζει ότι πίσω από τη σιωπή μας υπάρχει απογοήτευση. Βλέπει απλώς έναν σύντροφο που δεν του μιλά όπως παλιά, που δεν τον αναζητά τόσο, που δείχνει να μην τον χρειάζεται. Και τότε μπορεί να κάνει κι εκείνος ένα βήμα πίσω.

Έτσι, δύο άνθρωποι μπορούν να αρχίσουν να απομακρύνονται χωρίς κανείς από τους δύο να έχει πραγματικά αποφασίσει να φύγει.

Και ίσως όσο λιγότερο ασφαλής αισθάνομαι να σε πλησιάσω, τόσο λιγότερο σου δείχνω τον εαυτό μου. Κι όσο λιγότερο σου δείχνω τον εαυτό μου, τόσο δυσκολότερο γίνεται για εσένα να με συναντήσεις εκεί που πραγματικά βρίσκομαι.

Μπορεί λοιπόν δύο σύντροφοι να καταλήξουν να ζουν πολύ κοντά και ταυτόχρονα πολύ μακριά.

Αλλά η εγγύτητα δεν υπάρχει μόνο στις λέξεις.

Υπάρχει και σε εκείνο το αυθόρμητο άγγιγμα καθώς περνά ο ένας δίπλα από τον άλλον. Στην αγκαλιά που δεν χρειάζεται να οδηγήσει κάπου. Στο χέρι που ακουμπά για λίγο στην πλάτη. Στο να καθίσουμε κοντά χωρίς να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος.

Και ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε: πότε σταματήσαμε να αγγιζόμαστε έτσι;

Όχι πότε σταματήσαμε να κάνουμε σεξ. Αυτό είναι μια διαφορετική συζήτηση. Πότε σταματήσαμε να αναζητούμε αυθόρμητα το σώμα του άλλου μέσα στην καθημερινότητα;

Η έρευνα γύρω από τις σχέσεις έχει συνδέσει τη συχνότητα της τρυφερής σωματικής επαφής με τη μοναξιά. Όχι γιατί μια αγκαλιά μπορεί από μόνη της να λύσει τη συναισθηματική απόσταση, αλλά γιατί το άγγιγμα είναι ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο δύο άνθρωποι μπορούν να πουν, χωρίς λέξεις, «είμαι εδώ».

Και η σωματική απόσταση ίσως να μην έρχεται μόνη της. Όσο περνούν τα χρόνια, μπορεί να αρχίσουν να λιγοστεύουν και εκείνες οι στιγμές που ανήκουν μόνο στους δυο μας.

Μια σχέση μπορεί να είναι γεμάτη κοινές δραστηριότητες και παρ’ όλα αυτά να έχει ελάχιστες κοινές εμπειρίες.

Μπορεί να πηγαίνουμε μαζί σε γάμους, γενέθλια, οικογενειακά τραπέζια. Να συνοδεύουμε τα παιδιά στις δραστηριότητές τους. Να βλέπουμε φίλους κάθε Σαββατοκύριακο. Να ταξιδεύουμε ακόμη και με παρέες. Αν κάποιος κοιτούσε το ημερολόγιό μας, θα έβλεπε δύο ανθρώπους που κάνουν συνεχώς πράγματα μαζί.

Αλλά πόσα από αυτά τα πράγματα είναι πραγματικά δικά μας;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάναμε κάτι μαζί όχι επειδή έπρεπε, όχι επειδή μας κάλεσαν, όχι επειδή ήταν καλό για τα παιδιά, αλλά επειδή απλώς θέλαμε να το ζήσουμε μαζί;

Δεν χρειάζεται να είναι κάτι μεγάλο. Ένα μακρινό ταξίδι ή κάτι εντυπωσιακό. Μπορεί να είναι ένα μέρος που δεν έχουμε ξαναπάει, μια βόλτα χωρίς πρόγραμμα, κάτι που αποφασίσαμε αυθόρμητα, μια καινούργια εμπειρία που για λίγο μάς βγάζει από τους ρόλους που έχουμε συνηθίσει να παίζουμε.

Και εδώ βρίσκω ενδιαφέρουσα ακόμη μία ιδέα που έχει μελετηθεί στις σχέσεις: δεν έχει σημασία μόνο πόσο χρόνο περνούν δύο σύντροφοι μαζί, αλλά και τι συμβαίνει μέσα σε αυτόν τον χρόνο. Οι καινούργιες, ενδιαφέρουσες κοινές εμπειρίες φαίνεται να έχουν τη δική τους θέση στην ποιότητα μιας σχέσης.

Κάπου εδώ επιστρέφω στην αρχική σκέψη. Στο πόσο εύκολα μια σχέση μπορεί να γεμίσει με ανθρώπους και ταυτόχρονα να αδειάσει από στιγμές για δύο.

Μπορεί να έχουμε φίλους, να βγαίνουμε, να γελάμε, να έχουμε μια έντονη κοινωνική ζωή και να μην αισθανόμαστε καθόλου απομονωμένοι. Ίσως μάλιστα όλη αυτή η κίνηση να μας κάνει για πολύ καιρό να μην προσέχουμε τι συμβαίνει όταν μένουμε μόνοι οι δυο μας.

Γιατί τότε δεν υπάρχει η παρέα που θα ανοίξει την κουβέντα. Δεν υπάρχει το επόμενο τραπέζι, η επόμενη υποχρέωση, το παιδί που χρειάζεται κάτι, η δουλειά που πρέπει να τελειώσει.

Μένουμε εμείς.

Και πιθανόν να εμφανιστεί η ερώτηση που η γεμάτη καθημερινότητα κατάφερνε για πολύ καιρό να κρατά μακριά:

Τι έχουμε να μοιραστούμε όταν δεν υπάρχει τίποτα γύρω μας που να χρειάζεται την προσοχή μας;

Ίσως αυτή να είναι μια πολύ διαφορετική μορφή μοναξιάς. Δεν έχει να κάνει με το πόσους ανθρώπους έχουμε στη ζωή μας ούτε με το πόσο γεμάτο είναι το πρόγραμμά μας. Έχει να κάνει με το αν, όταν τελικά μείνουμε οι δυο μας, εξακολουθούμε να αισθανόμαστε ότι υπάρχει ένα «εμείς» στο οποίο θέλουμε να επιστρέψουμε.

Και όταν κάποιος αναγνωρίσει αυτή τη μοναξιά, σχεδόν αναπόφευκτα έρχεται μια άλλη ερώτηση:

Τι σημαίνει αυτό για τη σχέση μου;

Είναι εύκολο να τρομάξουμε μπροστά σε αυτή τη διαπίστωση. Να σκεφτούμε ότι κάτι χάλασε, ότι απομακρυνθήκαμε πολύ, ότι ίσως δεν αγαπιόμαστε όπως παλιά. Μερικές φορές η μοναξιά μπορεί πράγματι να μας δείχνει μια βαθιά απόσταση που υπάρχει εδώ και καιρό. Δεν είμαι όμως σίγουρη ότι σημαίνει πάντα πως μια σχέση έχει φτάσει στο τέλος της.

Πριν προσπαθήσουμε να απαντήσουμε τι θα κάνουμε με τη σχέση, ίσως χρειάζεται πρώτα να καταλάβουμε τι ακριβώς μας λείπει μέσα σε αυτήν.

Γιατί το «νιώθω μόνος» μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα.

Μπορεί να σημαίνει «μου λείπει να μιλάμε όπως παλιά». «Δεν αισθάνομαι ότι με καταλαβαίνεις». «Δεν σε αναζητώ πια όταν κάτι μου συμβαίνει». «Μου λείπει η τρυφερότητά μας». «Έχουμε γίνει εξαιρετικοί γονείς και συνεργάτες, αλλά δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που αισθάνθηκα ότι ήμασταν απλώς εμείς».

Ή ακόμη: «Δεν ξέρω ακριβώς τι μου λείπει. Ξέρω μόνο ότι κάτι ανάμεσά μας δεν το αισθάνομαι όπως παλιά».

Και ίσως χρειάζεται πρώτα να μπορέσουμε να το πούμε στον ίδιο μας τον εαυτό.

Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «με κάνεις να νιώθω μόνος» και στο «νιώθω μόνος τελευταία και προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει ανάμεσά μας».

Το πρώτο σχεδόν ζητά από τον άλλον να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Το δεύτερο αφήνει έναν χώρο για να πλησιάσει.

Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο.

Για να πεις σε έναν άνθρωπο με τον οποίο μοιράζεσαι χρόνια ζωής «μου λείπεις», ενώ κάθεται απέναντί σου, χρειάζεται μια διαφορετική μορφή ευαλωτότητας. Γιατί δεν ξέρεις τι θα ακούσεις. Δεν ξέρεις αν θα σου πει «κι εμένα», αν θα ξαφνιαστεί, αν θα θυμώσει, αν θα προσπαθήσει να εξηγήσει. Ή αν θα σου πει κάτι που ίσως είναι ακόμη δυσκολότερο να ακούσεις:

«Το νιώθω κι εγώ εδώ και πολύ καιρό».

Ίσως όμως αυτή να είναι η στιγμή που η μοναξιά παύει να είναι μια σιωπηλή εμπειρία του ενός και γίνεται κάτι που μπορούν, αν το θέλουν και οι δύο, να κοιτάξουν μαζί.

Όχι για να βρουν αμέσως ποιος φταίει. Ούτε για να αποφασίσουν μέσα σε μία συζήτηση τι απέγινε η σχέση τους. Αλλά για να ξαναγίνει ο ένας ορατός στον άλλον.

Πότε αρχίσαμε να χανόμαστε; Τι σου λείπει από εμένα; Τι μου λείπει από εσένα; Υπάρχει κάτι που σταμάτησες να μου λες; Υπάρχει κάτι που σταμάτησα να ακούω; Πότε αισθάνεσαι πιο κοντά μου; Και πότε, ενώ είμαι δίπλα σου, αισθάνεσαι ότι είμαι μακριά;

Ίσως να μην υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Κάποιες μπορεί ακόμη και να πονέσουν. Αλλά η μοναξιά γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν κανείς δεν γνωρίζει ότι υπάρχει.

Και γι’ αυτό, πριν από τις μεγάλες αποφάσεις, πριν από τις ερμηνείες και πριν από το «πού πάει αυτή η σχέση», υπάρχει μια πολύ πιο απλή και ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολη στιγμή.

Να μπορέσεις να γυρίσεις προς τον άνθρωπό σου και να του πεις:

«Είμαι εδώ μαζί σου. Αλλά τελευταία νιώθω μόνος. Και θα ήθελα να καταλάβουμε τι μας συνέβη».

Δεν ξέρω αν μια τέτοια κουβέντα μπορεί να φέρει δύο ανθρώπους ξανά κοντά. Μπορεί όμως να τους επιτρέψει να δουν, ίσως για πρώτη φορά μετά από καιρό, πού πραγματικά βρίσκεται ο καθένας.

Κάποιες φορές, η μοναξιά μέσα σε μια σχέση δεν είναι πάντα μια απάντηση. Μπορεί να είναι μια ερώτηση. Μια αφορμή να σταματήσουμε για λίγο και να κοιτάξουμε όχι μόνο τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας, αλλά και εμάς μέσα σε αυτή τη σχέση.

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσα πραγματικά κοντά σου;

Πότε άρχισα να κρατάω πράγματα για μένα;

Τι είναι αυτό που μου λείπει;

Και ίσως η πιο δύσκολη ερώτηση:

Σου έχω πει ποτέ ότι μου λείπει;

Συχνά περιμένουμε από τον άλλον να καταλάβει μια απόσταση που εμείς δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να βάλουμε σε λέξεις.

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μια μεγάλη κρίση για να κοιτάξουμε ξανά ο ένας τον άλλον. Μπορεί να αρκεί μια μικρή στιγμή ειλικρίνειας. Ένα βράδυ που θα αφήσουμε για λίγο στην άκρη όσα πρέπει να γίνουν και θα θυμηθούμε να ρωτήσουμε όχι «τι έχουμε αύριο;», αλλά «πώς είσαι;».

Και να μείνουμε εκεί αρκετά, ώστε να ακούσουμε πραγματικά την απάντηση.

Γιατί τελικά η απουσία της μοναξιάς δεν εξασφαλίζεται μόνο και μόνο επειδή έχουμε κάποιον δίπλα μας.

Είναι να μπορούμε ακόμη να τον συναντάμε.

Και να του επιτρέπουμε να συναντά κι εκείνος εμάς.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top