CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή
Ο γεωργός
Η σημερινή ιστορία μιλάει για έναν γεωργό που είχε περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του μέσα στα χωράφια. Ήξερε τη γη καλά. Ήξερε πότε χρειαζόταν νερό, πότε έπρεπε να την αφήσει να στεγνώσει, πότε ήταν η κατάλληλη στιγμή για να σπείρει και πότε δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να περιμένει. Τα χέρια του ήταν σκληρά από τη δουλειά και οι μέρες του ακολουθούσαν εδώ και χρόνια τον ρυθμό της γης.
Εκείνη τη χρονιά είχε σπείρει το χωράφι του όπως έκανε πάντα. Είχε προετοιμάσει το χώμα με προσοχή, είχε ανοίξει τις αυλακιές και είχε ρίξει μέσα τους σπόρους έναν έναν. Τις ημέρες που ακολούθησαν τους πότιζε, καθάριζε τα αγριόχορτα και κάθε πρωί, πριν αρχίσει τις υπόλοιπες δουλειές του, περνούσε από το χωράφι για να δει αν είχαν αρχίσει να φυτρώνουν.
Μαζί του δούλευε και ο γιος του. Νέος ακόμη, ονειροπόλος και κάπως αφηρημένος, τουλάχιστον στα μάτια του πατέρα του. Μπορούσε να σταματήσει τη δουλειά για να παρακολουθήσει ένα πουλί που πετούσε χαμηλά πάνω από το χωράφι ή να μείνει για ώρα κοιτάζοντας τα σύννεφα, λες και κάπου ανάμεσά τους υπήρχε κάτι που άξιζε περισσότερο την προσοχή του από τις δουλειές που τον περίμεναν. Ο πατέρας τον πείραζε συχνά γι’ αυτό. Κατά βάθος, όμως, του άρεσε αυτή η πλευρά του γιου του. Ίσως επειδή του θύμιζε έναν τρόπο να κοιτάζει τον κόσμο που ο ίδιος είχε ξεχάσει εδώ και πολλά χρόνια.
Κάποια μέρα έμαθε για μια καινούρια ποικιλία σπόρων που είχε αρχίσει να κυκλοφορεί ανάμεσα στους καλλιεργητές. Λίγοι την είχαν δοκιμάσει ακόμη και κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα πώς θα απέδιδε. Όσα άκουσε, όμως, ήταν αρκετά για να του κινήσουν το ενδιαφέρον. Αν η καλλιέργεια πήγαινε καλά, το προϊόν θα μπορούσε να πουληθεί σε καλύτερη τιμή και τα έσοδά τους εκείνη τη χρονιά να είναι σημαντικά μεγαλύτερα.
Το σκέφτηκε αρκετές ημέρες. Δεν ήταν άνθρωπος που συνήθιζε να παρασύρεται από υποσχέσεις. Από την άλλη, ήξερε πως κάποιες φορές, για να αλλάξει κάτι, έπρεπε να δοκιμάσεις κάτι που δεν είχες ξανακάνει. Τελικά αποφάσισε να αγοράσει τους σπόρους. Όταν τους έφερε στο σπίτι, ο γιος του ήταν ο πρώτος που θέλησε να τους δει.
«Και τι διαφορετικό έχουν;» ρώτησε.
«Θα το μάθουμε όταν μεγαλώσουν», του απάντησε ο πατέρας.
Ο γιος χαμογέλασε.
«Μου αρέσει που δεν ξέρουμε.»
Ο πατέρας γέλασε.
«Εμένα πάλι θα μου άρεσε περισσότερο να ξέρω.»
Τις επόμενες ημέρες ετοίμασαν μαζί ένα κομμάτι του χωραφιού. Ο πατέρας υπολόγιζε τις αποστάσεις, άνοιγε τις αυλακιές και έλεγχε το χώμα. Ο γιος τον ακολουθούσε, άλλοτε βοηθώντας κι άλλοτε σταματώντας για να παρατηρήσει κάτι που είχε τραβήξει την προσοχή του.
Όταν τελείωσαν, ο γεωργός στάθηκε στην άκρη του χωραφιού και κοίταξε τη γη. Είχε κάνει ό,τι γνώριζε να κάνει. Τώρα έπρεπε να περιμένει. Και αυτό, χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, θα αποδεικνυόταν πολύ δυσκολότερο από το να σπείρει.
Τις πρώτες ημέρες ο γεωργός περίμενε υπομονετικά. Ήξερε καλά πως η γη είχε τους δικούς της χρόνους και πως κανένας σπόρος δεν φύτρωνε επειδή κάποιος στεκόταν από πάνω του και περίμενε. Όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα μικρά βλαστάρια, ένιωσε ανακούφιση. Ήταν εκεί, λεπτά και καταπράσινα, σχεδόν ίδια με όλα όσα είχε δει να ξεπροβάλλουν από τη γη τόσα χρόνια. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν το ίδιο. Αυτή τη φορά περίμενε περισσότερα από αυτά.
Την πρώτη εβδομάδα τα παρατηρούσε με ενδιαφέρον. Τη δεύτερη άρχισε να τα κοιτάζει πιο προσεκτικά. Έσκυβε πάνω τους, εξέταζε τα φύλλα τους, ακουμπούσε το χώμα με τα δάχτυλά του για να ελέγξει την υγρασία και προσπαθούσε να θυμηθεί πώς ακριβώς έμοιαζαν την προηγούμενη ημέρα. Δεν ήταν βέβαιος ότι μεγάλωναν αρκετά γρήγορα. Άρχισε να πηγαίνει στο χωράφι νωρίτερα το πρωί. Πριν ακόμη φάει, πριν ασχοληθεί με οποιαδήποτε άλλη δουλειά, ήθελε πρώτα να τα δει. Κάποιες φορές επέστρεφε και το απόγευμα.
Ο γιος του τον παρατηρούσε χωρίς να λέει τίποτα. Μια μέρα ο πατέρας τον ρώτησε αν του φαίνονταν λίγο μικρά. Ο νεαρός κοίταξε για λίγο τα φυτά και του απάντησε πως δεν ήξερε, αλλά χθες του φαίνονταν μικρότερα. Ο γεωργός θέλησε να μάθει πόσο μικρότερα. «Δεν τα μέτρησα, πατέρα», του απάντησε γελώντας ο γιος του. Εκείνος όμως δεν γέλασε.
Είχε αρχίσει να κάνει υπολογισμούς. Αν η παραγωγή ήταν αυτή που περίμενε, θα μπορούσε να πουλήσει το προϊόν σε καλή τιμή. Ίσως να επισκεύαζαν επιτέλους τη στέγη πριν έρθουν οι βροχές. Θα περίσσευαν περισσότερα χρήματα για τον χειμώνα και, αν όλα πήγαιναν πραγματικά καλά, ίσως να μπορούσε να αγοράσει και το μικρό κομμάτι γης δίπλα στο δικό τους που σκεφτόταν εδώ και χρόνια.
Χωρίς να το καταλάβει, είχε αρχίσει ήδη να ζει μέσα σε μια σοδειά που δεν είχε ακόμη έρθει. Και όσο περισσότερο φανταζόταν όσα θα μπορούσε να τους προσφέρει, τόσο περισσότερο φοβόταν μήπως τη χάσει.
Άρχισε να ποτίζει λίγο περισσότερο. Ύστερα ανησύχησε μήπως το πολύ νερό έκανε κακό και το περιόρισε. Σκάλιζε το χώμα γύρω από τα φυτά, απομάκρυνε ακόμη και το μικρότερο αγριόχορτο και εξέταζε τα φύλλα τους για κάποιο σημάδι που ίσως δεν είχε προσέξει την προηγούμενη ημέρα. Κάθε φορά που έκανε κάτι, ένιωθε για λίγο καλύτερα. Είχε την αίσθηση πως τουλάχιστον δεν έμενε με σταυρωμένα τα χέρια. Η ανακούφιση όμως δεν κρατούσε πολύ. Την επόμενη ημέρα επέστρεφε στο χωράφι και τα φυτά τού φαίνονταν πάλι ίδια.
Ένα απόγευμα είπε στον γιο του πως κάτι έπρεπε να κάνει. Ο νεαρός ήταν ξαπλωμένος λίγο πιο πέρα, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι, κοιτάζοντας τα σύννεφα. Του απάντησε πως ήδη έκανε όσα μπορούσε. «Δεν είναι αρκετό», του είπε ο πατέρας. Ο γιος γύρισε προς το μέρος του και τον ρώτησε απλά: «Πώς το ξέρεις;» Ο γεωργός δεν απάντησε. Δεν το ήξερε. Και ίσως αυτό να ήταν που τον δυσκόλευε περισσότερο.
Τις επόμενες ημέρες η σκέψη της σοδειάς άρχισε να τον ακολουθεί παντού. Στο τραπέζι, στις υπόλοιπες δουλειές του, ακόμη και όταν ξάπλωνε το βράδυ. Σκεφτόταν το χώμα, το νερό, τον καιρό, όσα είχε ήδη κάνει και όσα ίσως δεν είχε σκεφτεί ακόμη. Έψαχνε συνεχώς κάτι ακόμη που θα μπορούσε να κάνει, κάτι που θα του έδινε τη βεβαιότητα ότι όλα θα εξελίσσονταν όπως τα είχε σχεδιάσει.
Ώσπου ένα πρωί στάθηκε μόνος του ανάμεσα στις σειρές των φυτών και τα κοίταξε για πολλή ώρα. Ήταν υγιή. Ήταν πράσινα. Μεγάλωναν. Απλώς όχι όσο γρήγορα ήθελε εκείνος. Έσκυψε πάνω από ένα από τα μικρά φυτά. Το έπιασε απαλά ανάμεσα στα δάχτυλά του και το τράβηξε ελάχιστα προς τα πάνω. Σταμάτησε και το κοίταξε. Έμοιαζε λίγο ψηλότερο. Έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Ύστερα άπλωσε το χέρι του στο επόμενο.
Ο γιος είχε αρχίσει να παρατηρεί την ανυπομονησία του πατέρα του. Στην αρχή δεν του είχε φανεί παράξενο που περνούσε περισσότερο χρόνο στο χωράφι. Ήξερε πόσα περίμενε από εκείνη τη σοδειά και καταλάβαινε την αγωνία του. Όσο περνούσαν όμως οι ημέρες, έβλεπε πως κάτι είχε αλλάξει. Ο πατέρας του δεν πήγαινε πια μόνο για να φροντίσει τα φυτά. Πήγαινε για να βεβαιωθεί ότι μεγάλωναν.
Ο νεαρός τον έβλεπε να σκύβει πάνω από τα μικρά βλαστάρια, να αγγίζει το χώμα, να εξετάζει τα φύλλα τους και ύστερα από λίγες ώρες να επιστρέφει για να τα κοιτάξει ξανά. Σαν να περίμενε ότι μέσα σε ένα πρωινό θα μπορούσε να δει με τα μάτια του αυτό που η φύση χρειαζόταν ημέρες για να ολοκληρώσει.
Εκείνος έβλεπε τα πράγματα διαφορετικά. Ίσως επειδή ήταν ακόμη νέος και δεν είχε μάθει να μετρά κάθε τι με βάση το αποτέλεσμα. Του άρεσε να παρατηρεί όσα συνέβαιναν γύρω του χωρίς να χρειάζεται πάντα να τα εξηγεί. Είχε δει πολλές φορές τα γυμνά κλαδιά να μένουν ακίνητα για εβδομάδες και ένα πρωί να εμφανίζονται πάνω τους τα πρώτα μικρά φύλλα. Είχε δει χωράφια που έμοιαζαν άδεια να πρασινίζουν μέσα σε λίγες ημέρες. Κανείς δεν στεκόταν δίπλα τους για να τους θυμίζει ότι έπρεπε να βιαστούν.
Οι σπόροι είχαν τον δικό τους κύκλο. Θα άνοιγαν όταν θα ήταν έτοιμοι, θα έβγαζαν ρίζες, θα αναζητούσαν νερό μέσα στο χώμα και, όταν ερχόταν η ώρα, θα έβρισκαν μόνοι τους τον δρόμο προς το φως. Ούτε ο ίδιος ούτε ο πατέρας του μπορούσαν να επισπεύσουν αυτή τη διαδικασία. Μπορούσαν να τους προσφέρουν νερό, καλό χώμα και φροντίδα. Από ένα σημείο και μετά όμως έπρεπε απλώς να τους αφήσουν να κάνουν αυτό που η φύση ήξερε να κάνει πολύ πριν από εκείνους.
Ο πατέρας του έμοιαζε να το έχει ξεχάσει. Ίσως επειδή αυτή τη φορά δεν περίμενε απλώς να μεγαλώσουν μερικά φυτά. Περίμενε όλα όσα είχε ήδη συνδέσει μαζί τους. Τα περισσότερα χρήματα, τη στέγη που θα επισκεύαζε, τον πιο ήσυχο χειμώνα, ίσως ακόμη και εκείνο το μικρό κομμάτι γης που ονειρευόταν να αγοράσει. Είχε μεταφέρει τόσα πράγματα από το μέλλον πάνω σε μερικά μικρά πράσινα βλαστάρια, που κάθε ημέρα αναμονής τού φαινόταν χαμένη. Και όσο περισσότερο φοβόταν μήπως δεν προλάβει αυτό το μέλλον, τόσο περισσότερο προσπαθούσε να το φέρει πιο κοντά.
Ο γιος άρχισε να καταλαβαίνει πως ο πατέρας του δεν προσπαθούσε πια να ελέγξει μόνο τη σοδειά. Προσπαθούσε να ελέγξει τον χρόνο. Να κάνει τη φύση να κινηθεί λίγο γρηγορότερα, να παρακάμψει την αναμονή, να του δώσει από τώρα την απάντηση που εκείνη δεν ήταν ακόμη έτοιμη να δώσει. Μόνο που η φύση δεν βιαζόταν. Δεν είχε κανέναν λόγο να βιαστεί.
Ο νεαρός κοίταξε τα μικρά φυτά που στέκονταν ήσυχα μέσα στις αυλακιές. Δεν ήξερε αν η καινούρια ποικιλία θα έδινε τελικά τη σοδειά που περίμενε ο πατέρας του. Δεν ήξερε αν θα ήταν μεγάλη ή μικρή, ούτε αν θα άξιζε τα χρήματα που είχαν ξοδέψει. Και, παράξενα, αυτή η άγνοια δεν τον τρόμαζε. Για την ώρα, τα φυτά ήταν ζωντανά. Και αυτό του ήταν αρκετό.
Καθώς παρατηρούσε τα φυτά, ο γιος άρχισε να σκέφτεται πως ίσως η ζωή δεν ήταν τόσο διαφορετική από εκείνο το χωράφι. Υπήρχαν πράγματα που μπορούσε να επιλέξει, πράγματα για τα οποία άξιζε να προσπαθήσει, να δουλέψει, να επιμείνει και να φροντίσει. Υπήρχαν όμως και άλλα που, όσο κι αν τα ήθελε, δεν μπορούσε να τα αναγκάσει να συμβούν ούτε να αποφασίσει πότε θα έρθουν. Ίσως, σκέφτηκε, το δύσκολο δεν ήταν πάντα να προσπαθείς περισσότερο, αλλά να αναγνωρίζεις τη στιγμή που έχεις ήδη κάνει αυτό που σου αναλογεί και πρέπει να αφήσεις τη ζωή να συνεχίσει τη δική της διαδρομή. Κοίταξε για λίγο τα μικρά βλαστάρια και χαμογέλασε. «Τελικά», σκέφτηκε, «ό,τι είναι πραγματικά για μένα δεν χρειάζεται να το κυνηγήσω μέχρι να εξαντληθώ από τον φόβο μήπως με προσπεράσει. Ίσως να μη γνωρίζω πότε θα έρθει, ούτε με ποιον τρόπο. Μπορώ όμως να συνεχίσω να φροντίζω όσα βρίσκονται στα χέρια μου και να εμπιστευτώ λίγο περισσότερο όσα δεν βρίσκονται». Ίσως αυτό να σήμαινε τελικά να αφήνεσαι στη ζωή· όχι να περιμένεις άπραγος να σου φέρει όσα επιθυμείς, αλλά να μη ζεις διαρκώς με την αγωνία ότι πρέπει να ελέγξεις τα πάντα για να μη χάσεις αυτό που σου ανήκει.
Ένα απόγευμα ο γιος τον βρήκε πάλι σκυμμένο πάνω από τα φυτά. Για λίγη ώρα έμεινε δίπλα του χωρίς να μιλά. Είχε καταλάβει πως οι συμβουλές δεν ήταν αυτό που χρειαζόταν ο πατέρας του. Ίσως χρειαζόταν απλώς έναν διαφορετικό τρόπο να κοιτάξει αυτό που συνέβαινε.
«Πατέρα, μήπως τελικά τα θαύματα συμβαίνουν στην ηρεμία;»
Ο γεωργός σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε παραξενεμένος.
«Τι εννοείς;»
Ο νεαρός κάθισε στο χώμα και πήρε έναν μικρό σβώλο στα χέρια του.
«Σκεφτόμουν τους σπόρους. Τους βάζουμε μέσα στη γη και μετά, για ένα διάστημα, δεν βλέπουμε τίποτα. Κι όμως εκεί κάτω συμβαίνουν όλα. Βγάζουν ρίζες, αλλάζουν, ετοιμάζονται να βγουν στο φως. Εμείς δεν βλέπουμε τίποτα από αυτά. Αν δεν το γνωρίζαμε, θα μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα.»
Ο πατέρας έμεινε σιωπηλός.
«Και ίσως κάπως έτσι να είναι και με τη ζωή», συνέχισε ο γιος. «Μερικές φορές βιαζόμαστε επειδή δεν βλέπουμε ακόμη αυτό που περιμένουμε. Νομίζουμε ότι πρέπει να κάνουμε κάτι περισσότερο, να πιέσουμε λίγο ακόμη, να προλάβουμε κάτι πριν χαθεί. Αλλά μπορεί απλώς να υπάρχουν πράγματα που χρειάζονται τον χρόνο τους. Όχι τον δικό μας χρόνο. Τον δικό τους.»
Ο γεωργός τον κοιτούσε τώρα διαφορετικά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έβλεπε συχνά στον γιο του ένα νέο παιδί που ονειροπολούσε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, που μπορούσε να χαζεύει για ώρα τον ουρανό και να ξεχνά τη δουλειά που είχε μπροστά του. Για πρώτη φορά αναρωτήθηκε μήπως εκείνες οι στιγμές που ο ίδιος θεωρούσε αφηρημάδα ήταν ένας άλλος τρόπος να παρατηρεί τον κόσμο. Ίσως ο γιος του να μην έχανε τον χρόνο του κοιτάζοντας. Ίσως έβλεπε πράγματα που ο ίδιος, μέσα στη βιασύνη του να προλάβει τη ζωή, είχε πάψει εδώ και χρόνια να προσέχει.
«Και αν περιμένεις και δεν συμβεί τίποτα;» τον ρώτησε τελικά.
Ο γιος χαμογέλασε.
«Τότε θα το μάθουμε όταν έρθει εκείνη η ώρα. Γιατί να ζήσουμε από τώρα κάτι που δεν έχει συμβεί;»
Ο πατέρας χαμήλωσε το βλέμμα του στα φυτά.
Για πρώτη φορά εδώ και πολλές ημέρες δεν έσκυψε να τα αγγίξει.
Εκείνο το βράδυ ο γεωργός δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί. Τα λόγια του γιου του επέστρεφαν ξανά και ξανά στη σκέψη του. «Μήπως τελικά τα θαύματα συμβαίνουν στην ηρεμία;» Αναρωτήθηκε πόσο καιρό είχε να αφήσει κάτι να εξελιχθεί χωρίς να προσπαθεί να προβλέψει την κατάληξή του. Είχε μάθει να δουλεύει, να προσπαθεί, να προνοεί, να προστατεύει την οικογένειά του από όσα μπορούσε· και όλα αυτά τα θεωρούσε πάντοτε ευθύνη του. Ίσως όμως κάπου στην πορεία είχε μπερδέψει την ευθύνη με τον έλεγχο. Είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για εκείνη τη σοδειά, κι όμως αντί να νιώθει ήρεμος, προσπαθούσε κάθε μέρα να κάνει και κάτι ακόμη, σαν να μπορούσε με αρκετή προσπάθεια να εξασφαλίσει το αποτέλεσμα. Για πρώτη φορά σκέφτηκε πως ίσως το να αφήσει τα φυτά στην ησυχία τους δεν σήμαινε ότι αδιαφορούσε ή ότι παραιτούνταν. Ίσως σήμαινε ότι αναγνώριζε το σημείο όπου τελείωνε η δική του δουλειά και άρχιζε η δουλειά της φύσης. Και καθώς έκλεινε τα μάτια, μια σκέψη που μέχρι τότε θα τον φόβιζε τού φάνηκε παράξενα ανακουφιστική: δεν χρειαζόταν να γνωρίζει απόψε τι θα συνέβαινε αύριο.
Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, ο γεωργός συνέχισε να πηγαίνει στο χωράφι κάθε πρωί. Πότιζε όταν το χώμα το χρειαζόταν, καθάριζε τα αγριόχορτα και φρόντιζε τα φυτά όπως ήξερε. Μόνο που είχε σταματήσει να τα εξετάζει κάθε τόσο για να δει πόσο είχαν μεγαλώσει. Δεν τα μετρούσε πια με το βλέμμα του, δεν αναζητούσε καθημερινά σημάδια που θα του έδιναν τη βεβαιότητα ότι όλα πήγαιναν καλά. Έκανε αυτό που του αναλογούσε και, όταν τελείωνε, έφευγε.
Σχεδόν έναν μήνα αργότερα, ένα πρωί στάθηκε στην άκρη του χωραφιού και για λίγες στιγμές δεν κατάλαβε τι ακριβώς είχε αλλάξει. Τα φυτά είχαν ψηλώσει, τα φύλλα τους είχαν πυκνώσει και ανάμεσά τους είχαν αρχίσει να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της παραγωγής που τόσο καιρό περίμενε. Δεν είχε συμβεί ξαφνικά. Συνέβαινε λίγο λίγο όλες εκείνες τις ημέρες που εκείνος είχε σταματήσει να απαιτεί να το βλέπει.
Ο γιος του πλησίασε και στάθηκε δίπλα του.
Ο γεωργός χαμογέλασε.
«Τελικά είχες δίκιο.»
Ο νεαρός τον κοίταξε απορημένος.
«Για ποιο πράγμα;»
Ο πατέρας έδειξε το χωράφι.
«Για την ηρεμία.»
Ο γιος χαμογέλασε, αλλά δεν είπε τίποτα.
Ο γεωργός κοίταξε ξανά τα φυτά. Δεν ήξερε ακόμη πόσο μεγάλη θα ήταν η σοδειά, πόσα χρήματα θα έβγαζαν ή αν όλα όσα είχε σχεδιάσει θα πραγματοποιούνταν. Και, για πρώτη φορά, δεν ένιωσε την ανάγκη να το γνωρίζει.
Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως άλλο ήταν να φροντίζει κάτι και άλλο να προσπαθεί να ελέγξει την πορεία του. Μπορούσε να προετοιμάσει το χώμα, να φυτέψει τον σπόρο, να του δώσει νερό και να τον προστατεύσει. Δεν μπορούσε όμως να αποφασίσει πότε θα βγάλει ρίζες, πότε θα ανθίσει ή τι ακριβώς θα του προσφέρει στο τέλος.
Κάποια πράγματα στη ζωή ζητούν την προσπάθειά μας. Και κάποια άλλα, αφού έχουμε κάνει ό,τι μπορούμε, ζητούν απλώς να τους αφήσουμε χώρο. Ο γεωργός πήγε να φύγει, έκανε όμως λίγα βήματα και σταμάτησε. Γύρισε προς τον γιο του, που είχε ήδη καθίσει στην άκρη του χωραφιού και κοιτούσε, όπως πάντα, κάπου ψηλά. Για μια στιγμή δίστασε. Ύστερα άφησε κάτω τα εργαλεία του και κάθισε δίπλα του.
«Τι κοιτάς;» τον ρώτησε.
Ο γιος χαμογέλασε.
«Τίποτα.»
Αυτή τη φορά ο πατέρας δεν του είπε να σηκωθεί.
Έμεινε εκεί μαζί του.
