Από Το Σημειωματάριό Μου – Σύγκριση

CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή



Όσα δεν έζησα


Ο Αλέξανδρος παίρνει το σακάκι του από την πλάτη της καρέκλας και ρίχνει μια τελευταία ματιά στα σχέδια που έχουν μείνει ανοιχτά πάνω στο γραφείο του. Δεν θέλει να τα κοιτάξει άλλο. Τουλάχιστον όχι τώρα. Βγαίνοντας από το γραφείο, σταματά για λίγο μπροστά στην Ηλιάνα, τη γραμματέα του, και της ζητά για την επόμενη ώρα να κρατήσει τις κλήσεις του. «Αν με ζητήσει κάποιος, πες ότι είμαι σε συνάντηση.» Η Ηλιάνα σηκώνει το βλέμμα από την οθόνη και τον κοιτάζει για μια στιγμή. Τον γνωρίζει αρκετά καλά ώστε να καταλάβει από το ύφος του ότι δεν είναι η κατάλληλη ώρα για πολλές ερωτήσεις. «Έγινε», του απαντά και επιστρέφει στη δουλειά της.

Μόλις κλείνουν πίσω του οι πόρτες του ασανσέρ, ο Αλέξανδρος αφήνει έναν βαθύ αναστεναγμό. Η τελευταία σύσκεψη για το μεγάλο κατασκευαστικό έργο που είχαν αναλάβει δεν είχε πάει καθόλου όπως περίμενε. Πάλι κάποιο πρόβλημα είχε εμφανιστεί. Μια καθυστέρηση, μια αλλαγή της τελευταίας στιγμής, κάτι που έπρεπε να ξανασχεδιαστεί και μια σειρά από αποφάσεις που, όπως συνήθως, περίμεναν από εκείνον. Εδώ και εβδομάδες το συγκεκριμένο έργο είχε αρχίσει να καταλαμβάνει πολύ περισσότερο χώρο στη μέρα του απ’ όσο θα ήθελε και σήμερα ένιωθε πως χρειαζόταν, έστω για λίγο, να απομακρυνθεί από όλα αυτά.

Βγαίνοντας από το κτίριο, δεν έχει αποφασίσει ακόμη πού θα πάει. Σημασία δεν έχει ο προορισμός. Θέλει απλώς να πάρει λίγο αέρα, να περπατήσει, να πιει έναν καφέ και να καπνίσει το πρώτο του τσιγάρο για σήμερα. Έχει μία ώρα μέχρι να επιστρέψει στο γραφείο και, αυτή τη στιγμή, αυτή η μία ώρα τού φαίνεται σχεδόν πολυτέλεια.

Ο Μάνος είχε μόλις τελειώσει μια επαγγελματική συνάντηση στο Παγκράτι. Είχε αναλάβει να φωτογραφίσει ένα από τα πιο γνωστά στέκια της περιοχής και, βγαίνοντας από το μαγαζί, στάθηκε για λίγο στο πεζοδρόμιο και κοίταξε το ρολόι του. Είχε σχεδόν μιάμιση ώρα μέχρι το ραντεβού του στον οδοντίατρο, στο Κολωνάκι. Για λίγα δευτερόλεπτα αμφιταλαντεύτηκε. Θα μπορούσε να επιστρέψει στο γραφείο του και να εκμεταλλευτεί τον χρόνο που είχε μπροστά του ή, για μια φορά, να μην προσπαθήσει να χωρέσει άλλη μία υποχρέωση μέσα στη μέρα. Η δεύτερη σκέψη άρχισε γρήγορα να του φαίνεται πιο ελκυστική.

Του ήρθε τότε η ιδέα να κάνει μια μικρή βόλτα στα παλιά του λημέρια. Να κατέβει προς το κέντρο και να πιει έναν καφέ στο Athénée. Βέβαια, στο μυαλό του εξακολουθούσε να είναι το Zonar’s. Έτσι το είχε γνωρίσει, έτσι το θυμόταν από παλιά και έτσι, πιθανότατα, θα συνέχιζε να το αποκαλεί μέσα του. Η σκέψη ενός μυρωδάτου καφέ, χωρίς βιασύνη και χωρίς κάτι άλλο να πρέπει να κάνει ταυτόχρονα, κέρδισε εύκολα τη μικρή εσωτερική διαπραγμάτευση. Φόρεσε το κράνος του, ανέβηκε στη μηχανή και ξεκίνησε προς το Κολωνάκι.

Ο Αλέξανδρος δεν είχε πολλή ώρα στη διάθεσή του και δεν ήθελε να την ξοδέψει ψάχνοντας πού να καθίσει. Σχεδόν χωρίς να το πολυσκεφτεί, τα βήματά του τον οδήγησαν σε ένα από τα αγαπημένα του στέκια, ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια. Είχε περάσει αμέτρητες φορές από εκεί όλα αυτά τα χρόνια. Στην αρχή με φίλους και συμφοιτητές, αργότερα για επαγγελματικά ραντεβού, κι έπειτα με την Ασπασία και τα παιδιά, κάποιο Σάββατο πρωί για brunch.

Φτάνοντας στην είσοδο, ο υπεύθυνος τον αναγνώρισε αμέσως και τον υποδέχτηκε εγκάρδια. Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε. Του άρεσε αυτή η οικειότητα, η αίσθηση ότι υπήρχαν ακόμη μέρη στην πόλη όπου δεν χρειαζόταν να συστηθεί. Διάλεξε ένα τραπέζι έξω, κάθισε αναπαυτικά και άφησε το σακάκι του στη διπλανή καρέκλα. Παρήγγειλε τον καφέ του, έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα από την τσέπη και, για πρώτη φορά μετά τη δύσκολη πρωινή σύσκεψη, ένιωσε πως μπορούσε να χαλαρώσει λίγο.

Ο Μάνος παρατηρούσε τον άντρα που πλησίαζε στο διπλανό τραπέζι. Κάτι επάνω του τού φαινόταν παράξενα γνώριμο. Ο τρόπος που περπατούσε, ίσως το πρόσωπό του, κάτι που δεν μπορούσε ακόμη να προσδιορίσει. Τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά καθώς εκείνος άφηνε το σακάκι του στην καρέκλα.

«Λες;» σκέφτηκε.

Πέρασαν τόσα χρόνια, που για μια στιγμή δίστασε ακόμη και να του μιλήσει. Προσπάθησε να βρει στο πρόσωπο του άντρα απέναντί του εκείνο το αγόρι που θυμόταν από το σχολείο. Και τότε ο Αλέξανδρος γύρισε τυχαία προς το μέρος του.

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.

Ο Μάνος χαμογέλασε πρώτος.

«Αλέξανδρε;»

Ο Αλέξανδρος έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Τον κοίταξε καλύτερα και ξαφνικά χαμογέλασε κι εκείνος.

«Μάνο; Ρε Μάνο…»

Σηκώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα και αγκαλιάστηκαν. Για λίγα δευτερόλεπτα, τα χρόνια που είχαν περάσει έμοιαζαν να μην έχουν και τόση σημασία.

«Πόσα χρόνια έχουμε να βρεθούμε;» είπε ο Αλέξανδρος, ακόμη χαμογελώντας.

«Πολλά. Και δεν θα τα μετρήσουμε γιατί θα πάθουμε κατάθλιψη», απάντησε ο Μάνος γελώντας.

«Έλα, κάτσε εδώ. Δεν το συζητώ.»

Ο Αλέξανδρος πήρε το σακάκι του και μετακινήθηκε στο τραπέζι του Μάνου.

Και κάπως έτσι, χωρίς κανένας από τους δύο να το έχει προγραμματίσει, δύο παλιοί συμμαθητές κάθονταν ξανά στο ίδιο τραπέζι ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια.

Η κουβέντα άρχισε όπως συνήθως αρχίζουν οι συζητήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που κάποτε γνώριζαν ο ένας τα πάντα για τον άλλον και τώρα έχουν να καλύψουν σχεδόν μια ολόκληρη ζωή. Χωρίστηκαν μετά το λύκειο και από εκεί και πέρα οι δρόμοι τους πήραν διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Αλέξανδρος σπούδασε αρχιτεκτονική και, μετά τις σπουδές του, άρχισε να εργάζεται σε ένα μεγάλο αρχιτεκτονικό γραφείο. Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, γεμάτα σχέδια, μεγάλα έργα, συσκέψεις και ατελείωτες ώρες δουλειάς. Κάπου εκεί γνώρισε και την Ασπασία. Παντρεύτηκαν, απέκτησαν δύο παιδιά και έχτισαν μαζί μια ζωή που, όπως την περιέγραφε τώρα στον Μάνο, έμοιαζε γεμάτη. Ο γιος τους είχε δώσει Πανελλήνιες εκείνη τη χρονιά και η κόρη τους πήγαινε ακόμη στο λύκειο. Ταξίδια, εκδρομές, καλοκαίρια με φίλους, έξοδοι, τραπέζια στα σπίτια, Σαββατοκύριακα που σπάνια έμεναν χωρίς κάποιο πρόγραμμα. Τα χρόνια τού είχαν χαρίσει και την οικονομική άνεση να προσφέρει στην οικογένειά του πράγματα που κάποτε, όταν ήταν φοιτητής, μπορούσε μόνο να φαντάζεται.

Ο Μάνος είχε ακολουθήσει έναν πολύ διαφορετικό δρόμο. Σπούδασε οικονομικά, όπως είχε σχεδιάσει, αλλά τελικά δεν έμεινε για πολύ πιστός στα σχέδιά του. Η φωτογραφία, που μέχρι τότε ήταν περισσότερο μια μεγάλη αγάπη, τον κέρδισε ολοκληρωτικά και κάποια στιγμή αποφάσισε να την κάνει επάγγελμα. Παντρεύτηκε κι εκείνος, αλλά ο γάμος του κράτησε μόλις δύο χρόνια. Δεν απέκτησε παιδιά και, μετά το διαζύγιο, η ζωή του πήρε μια μορφή που δεν είχε ποτέ φανταστεί στα είκοσί του. Η δουλειά τον έκανε να ταξιδεύει συχνά, να γνωρίζει ανθρώπους, να βρίσκεται κάθε τόσο σε διαφορετικά μέρη. Είχε πολλούς φίλους και φίλες, παρέες από διαφορετικές εποχές της ζωής του και μια καθημερινότητα που μπορούσε, τις περισσότερες φορές, να τη διαμορφώνει όπως ήθελε.

«Δεν ξαναπαντρεύτηκες;» τον ρώτησε ο Αλέξανδρος.

Ο Μάνος χαμογέλασε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Όχι. Είχα σχέσεις, φυσικά. Αλλά γάμος δεύτερη φορά, όχι. Νομίζω ότι έχω μάθει πια να απολαμβάνω την ελευθερία μου.»

Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε κι εκείνος.

«Καθόλου άσχημα σε βρίσκω.»

Το είπε γελώντας, σχεδόν σαν πείραγμα.

Μόνο που κάπου μέσα του η φράση ακούστηκε λίγο διαφορετικά.

Η ώρα είχε περάσει πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο περίμεναν. Ο Μάνος κοίταξε το ρολόι του και σχεδόν πετάχτηκε από την καρέκλα. Το ραντεβού του πλησίαζε, ενώ ο Αλέξανδρος έπρεπε ήδη να έχει επιστρέψει στο γραφείο. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, γέλασαν με το πόσα χρόνια χρειάστηκαν για να ξαναβρεθούν και υποσχέθηκαν πως αυτή τη φορά δεν θα άφηναν τη ζωή να τους χωρίσει για άλλα τόσα. «Θα το κανονίσουμε σύντομα», είπε ο Αλέξανδρος. «Οπωσδήποτε», απάντησε ο Μάνος. Αγκαλιάστηκαν ακόμη μία φορά και ύστερα ο καθένας πήρε τον δρόμο του, κουβαλώντας μαζί του κάτι περισσότερο από την ευχάριστη έκπληξη μιας τυχαίας συνάντησης.

Το βράδυ βρήκε τους δύο άντρες στα σπίτια τους, αρκετές ώρες μετά την τυχαία συνάντησή τους. Η μέρα είχε συνεχιστεί κανονικά. Ο Αλέξανδρος είχε επιστρέψει στο γραφείο, ο Μάνος είχε πάει στο ραντεβού του και ύστερα ο καθένας είχε ακολουθήσει το υπόλοιπο πρόγραμμα της ημέρας του. Κι όμως, εκείνος ο καφές δεν είχε τελειώσει πραγματικά όταν σηκώθηκαν από το τραπέζι.

Ο Μάνος ήταν μόνος στο σπίτι του. Είχε βάλει ένα ποτήρι κρασί και καθόταν στον καναπέ, χαζεύοντας αφηρημένα κάτι στην τηλεόραση, όταν η σκέψη του γύρισε στον Αλέξανδρο. Στη δουλειά του, στην Ασπασία, στα παιδιά του, στον γιο του που είχε μόλις δώσει Πανελλήνιες. Στα ταξίδια, στα Σαββατοκύριακα με φίλους, σε εκείνη την αίσθηση μιας ζωής που είχε προχωρήσει σχεδόν όπως κάποτε φαντάζονταν ότι θα προχωρούσε η ζωή τους.

Λίγα χιλιόμετρα μακριά, στο δικό του σπίτι, ο Αλέξανδρος έκανε ακριβώς το ίδιο χωρίς φυσικά να το γνωρίζει. Η Ασπασία ήταν ακόμη ξύπνια, τα παιδιά βρίσκονταν στα δωμάτιά τους και το σπίτι ακολουθούσε τη συνηθισμένη βραδινή του κίνηση. Κι όμως, ανάμεσα σε όλα αυτά, το μυαλό του επέστρεφε στον Μάνο. Στα ταξίδια του, στη φωτογραφία, στις παρέες του, στον τρόπο που είχε πει εκείνο το «απολαμβάνω την ελευθερία μου» τόσο απλά, σαν η ζωή του να του ανήκε ολόκληρη.

Κανένας από τους δύο δεν ήξερε ότι, την ίδια περίπου ώρα, είχε αρχίσει να κάνει τον ίδιο σιωπηλό λογαριασμό.

Ο καθένας κοιτούσε όσα είχε ο άλλος.

Και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, άρχιζε να μετρά όσα πίστευε ότι έλειπαν από τη δική του ζωή.

Ο Μάνος είχε νιώσει ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας την ώρα που ο Αλέξανδρος μιλούσε για τα παιδιά του. Είχε προσέξει πώς άλλαζε το πρόσωπό του όταν αναφερόταν σε εκείνα, ιδιαίτερα όταν μιλούσε για τον γιο του που είχε δώσει φέτος Πανελλήνιες και για την αγωνία που είχαν περάσει όλοι μαζί στο σπίτι. Ίσως αυτό να ήταν ένα από τα ελάχιστα αγκάθια στη ζωή του Μάνου. Μετά το διαζύγιό του δεν είχε θελήσει να παντρευτεί ξανά και, μαζί με αυτή την επιλογή, τα χρόνια είχαν περάσει χωρίς να αποκτήσει παιδιά. Δεν το μετάνιωνε ακριβώς. Άλλωστε, η ζωή του ήταν γεμάτη. Είχε τη δουλειά που αγαπούσε, ταξίδευε, είχε φίλους και ανθρώπους που βρίσκονταν κοντά του, σχέσεις, εμπειρίες και μια ελευθερία που είχε μάθει να εκτιμά πολύ.

Κι όμως, υπήρχαν κάποιες στιγμές που του έλειπε η ιδέα της οικογένειας. Όχι μιας οποιασδήποτε οικογένειας, αλλά εκείνης που είχε μόλις περιγράψει ο Αλέξανδρος απέναντί του. Ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους, παιδιά που μεγαλώνουν, κοινές διακοπές, Κυριακές, γιορτές, μικρές οικογενειακές ιστορίες που χτίζονται χρόνο με τον χρόνο. Και εκείνο το βράδυ, μόνος στο σπίτι του, έπιασε για λίγο τον εαυτό του να αναρωτιέται πώς θα ήταν η ζωή του αν κάποτε είχε επιλέξει διαφορετικά.

Την ίδια περίπου ώρα, ο Αλέξανδρος καθόταν μόνος στο σαλόνι και, σχεδόν χωρίς να το επιδιώξει, η σκέψη του γύρισε στον Μάνο. Στα ταξίδια που του είχε περιγράψει, στους ανθρώπους που γνώριζε μέσα από τη δουλειά του, στις παρέες του, αλλά περισσότερο σε εκείνη τη φράση που είχε πει τόσο απλά: «Έχω μάθει πια να απολαμβάνω την ελευθερία μου».

Ελευθερία. Η λέξη είχε μείνει μέσα του περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Για μια στιγμή είχε ζηλέψει τον παλιό του φίλο. Ο Μάνος μπορούσε να αποφασίσει αύριο να φύγει για ένα ταξίδι, να αλλάξει το πρόγραμμά του, να διαθέσει τον χρόνο του όπως ήθελε χωρίς να χρειάζεται να συνεννοηθεί με κανέναν. Ο Αλέξανδρος, αντίθετα, δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε σκεφτεί μόνο τι ήθελε ο ίδιος. Υπήρχε πάντα το γραφείο, οι πελάτες, τα έργα, η Ασπασία, τα παιδιά, οι υποχρεώσεις, κάποιος που περίμενε κάτι από εκείνον. Κοίταξε γύρω του το μεγάλο, όμορφο σπίτι που είχε δουλέψει τόσο πολύ για να αποκτήσει και για λίγες στιγμές αναρωτήθηκε πώς θα ήταν να μην είχε τίποτε από όλα αυτά να τον περιμένει.

Κι όμως, όσο περισσότερο σκεφτόταν την ελευθερία του Μάνου, τόσο κάτι μέσα του τον ενοχλούσε. Γιατί ίσως αυτό που ζήλεψε δεν ήταν πραγματικά μια ζωή χωρίς οικογένεια. Ούτε ήθελε να ξυπνήσει το επόμενο πρωί και να έχουν εξαφανιστεί η Ασπασία και τα παιδιά του. Αυτό που τον είχε αγγίξει ήταν κάτι άλλο, πολύ πιο δύσκολο να ονομάσει.

Ίσως είχε ξεχάσει πώς είναι να υπάρχει λίγος χώρος μέσα στη ζωή του που να μην είναι ήδη γεμάτος.

«Πόσα άραγε γνωρίζουμε πραγματικά για τη ζωή του ανθρώπου με τον οποίο συγκρίνουμε τη δική μας;»

Ο Αλέξανδρος είχε δει έναν Μάνο ελεύθερο, ανεξάρτητο, να ταξιδεύει, να γνωρίζει ανθρώπους και να απολαμβάνει μια ζωή χωρίς τις δεσμεύσεις που ο ίδιος είχε συνηθίσει εδώ και χρόνια. Αυτό όμως που δεν μπορούσε να γνωρίζει ήταν πόσο δύσκολα είχε φτάσει ο Μάνος σε αυτή την «ελευθερία». Το διαζύγιό του τον είχε πληγώσει πολύ περισσότερο απ’ όσο άφηνε να φαίνεται και, παρότι είχαν περάσει χρόνια, η ιδέα μιας πραγματικά στενής σχέσης εξακολουθούσε να τον φοβίζει. Γυναίκες υπήρχαν στη ζωή του. «Φίλες», όπως συνήθιζε να τις αποκαλεί χαμογελώντας, υπήρχαν αρκετές. Μόνο που καμία δεν είχε καταφέρει να πλησιάσει αρκετά ώστε να τον κάνει να ρισκάρει ξανά μια ουσιαστική σύνδεση.

Ίσως γι’ αυτό είχε αποφασίσει πρόσφατα να ξεκινήσει συνεδρίες με έναν ψυχολόγο. Όχι επειδή δεν του άρεσε η ζωή του, ούτε επειδή ήθελε απαραίτητα να την αλλάξει, αλλά επειδή είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν όλα όσα αποκαλούσε ελευθερία ήταν πράγματι επιλογή ή αν, κάπου ανάμεσά τους, υπήρχε και λίγος φόβος.

Και αυτό ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να το ξέρει.

Και ο Μάνος, όμως, γνώριζε εξίσου λίγα για τη ζωή του Αλέξανδρου. Τον είχε δει να χαμογελά όταν μιλούσε για τον γιο και την κόρη του και, μέσα σε εκείνη τη μία ώρα, είχε σχηματίσει σχεδόν ασυναίσθητα την εικόνα μιας δεμένης, ευτυχισμένης οικογένειας. Μιας ζωής διαφορετικής από τη δική του. Ίσως, για λίγες στιγμές, και λίγο πιο γεμάτης.

Αυτό που δεν γνώριζε ήταν ότι πίσω από την πόρτα του όμορφου σπιτιού του Αλέξανδρου τα πράγματα δεν ήταν πάντα τόσο ήρεμα. Τα τελευταία χρόνια υπήρχε μια ένταση ανάμεσα σε εκείνον και την Ασπασία που κανένας από τους δύο δεν είχε πραγματικά θελήσει να κοιτάξει. Η ζωή τους ήταν γεμάτη ανθρώπους, εξόδους, ταξίδια, εκδρομές, προσκλήσεις και παρέες που είχαν δημιουργηθεί κυρίως μέσα από το σχολικό περιβάλλον των παιδιών. Περνούσαν όμορφα, γελούσαν, ταξίδευαν, άνοιγαν το σπίτι τους στους φίλους τους και δέχονταν προσκλήσεις στα δικά τους. Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την κίνηση, οι δυο τους είχαν αρχίσει σιγά σιγά να απομακρύνονται.

Ο Αλέξανδρος δεν θυμόταν πότε είχαν βγει τελευταία φορά μόνοι με την Ασπασία. Ούτε πότε είχαν κάνει μια εκδρομή μόνο με τα παιδιά τους, χωρίς φίλους και άλλες οικογένειες γύρω τους. Δεν ήταν βέβαιος αν είχαν γεμίσει τόσο πολύ τη ζωή τους επειδή τους άρεσε ή επειδή, χωρίς ποτέ να το συζητήσουν, είχαν ανακαλύψει ότι με τους άλλους γύρω τους ήταν ευκολότερο να μη βλέπουν όσα συνέβαιναν μεταξύ τους.

Κι αυτό ο Μάνος δεν μπορούσε να το γνωρίζει.

Είχε δει έναν πατέρα να φωτίζεται όταν μιλούσε για τα παιδιά του.

Και είχε συμπληρώσει μόνος του την υπόλοιπη εικόνα.

Η ώρα είχε περάσει και ο Αλέξανδρος άρχισε να αισθάνεται άβολα με την τροπή που είχαν πάρει οι σκέψεις του. Δεν του άρεσε να πηγαίνει τόσο βαθιά σε πράγματα που, στην καθημερινότητά του, είχε μάθει να αφήνει κάπου στην άκρη. «Δεν υπάρχει λόγος να τα σκαλίζω βραδιάτικα», σκέφτηκε. Σηκώθηκε από τον καναπέ, μάζεψε το ποτήρι του και έσβησε τα φώτα στο σαλόνι. Καθώς ανέβαινε προς την κρεβατοκάμαρα, συνέχιζε σχεδόν να μονολογεί, σαν να προσπαθούσε να κλείσει μαζί με τα φώτα και τη συζήτηση που είχε ανοίξει μέσα του. «Άλλωστε, ποιος γάμος είναι τέλειος; Ποιος είναι πραγματικά ευτυχισμένος;» Ήταν μια σκέψη αρκετά καθησυχαστική για να τον αφήσει, τουλάχιστον για εκείνο το βράδυ, να μην ψάξει περισσότερο.

Στο σπίτι του Μάνου, η ίδια σύγκριση πήρε έναν διαφορετικό δρόμο. Η εικόνα του Αλέξανδρου να μιλά για τα παιδιά του επέμενε να επιστρέφει. Θα μπορούσε εύκολα να την προσπεράσει. Να ανοίξει την τηλεόραση, να στείλει κανένα μήνυμα, να τηλεφωνήσει σε κάποιον φίλο και να αφήσει τη βραδιά να κυλήσει. Τον τελευταίο καιρό όμως, μέσα από την ψυχοθεραπεία, είχε αρχίσει να δοκιμάζει κάτι καινούργιο. Να μην απομακρύνεται τόσο γρήγορα από ό,τι τον δυσκόλευε. Να μένει λίγο εκεί και να αναρωτιέται τι ακριβώς ήταν αυτό που τον είχε αγγίξει.

Και εκείνο το βράδυ ήξερε.

Είχε ζηλέψει τον Αλέξανδρο.

Δεν του άρεσε ιδιαίτερα η παραδοχή, αλλά δεν προσπάθησε να την αλλάξει. Είχε ζηλέψει εκείνο το φως στο πρόσωπό του όταν μιλούσε για τα παιδιά του, τις οικογενειακές διακοπές, τις μικρές ιστορίες από το σπίτι τους. Ίσως περισσότερο απ’ όλα είχε ζηλέψει εκείνο το «εμείς» που εμφανιζόταν τόσο φυσικά κάθε φορά που ο Αλέξανδρος μιλούσε για τη ζωή του.

Και τότε θυμήθηκε μια άσκηση που είχε κάνει πρόσφατα με τον ψυχολόγο του. Την πρώτη φορά που την άκουσε, του είχε φανεί σχεδόν υπερβολικά απλή.

«Αν θέλεις να δεις πού βρίσκεσαι σήμερα, Μάνο, δοκίμασε για λίγο να μη συγκρίνεις τον εαυτό σου με κάποιον άλλον. Σύγκρινέ τον με τον άνθρωπο που ήσουν πριν από πέντε χρόνια.»

Τότε δεν είχε σταθεί ιδιαίτερα σε αυτή τη φράση. Εκείνο το βράδυ όμως, μετά τη συνάντηση με τον Αλέξανδρο, την άκουγε κάπως διαφορετικά.

Πέντε χρόνια πριν.

Ο Μάνος ακούμπησε πίσω στον καναπέ και άφησε για λίγο τον Αλέξανδρο έξω από τη σκέψη του. Δεν είχε σημασία τώρα πού είχε φτάσει εκείνος, τι είχε αποκτήσει ή ποια ζωή είχε επιλέξει.

Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, ο Μάνος γύρισε το βλέμμα στη δική του διαδρομή.

Πού βρισκόταν ο ίδιος πριν από πέντε χρόνια;

Και ποιος ήταν σήμερα;

Ο Μάνος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Πέντε χρόνια πριν η ζωή του ήταν πολύ διαφορετική. Το διαζύγιο ήταν ακόμη κοντά, ο θυμός και η απογοήτευση περισσότερο παρόντα απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί και η ιδέα ότι κάποτε θα μπορούσε να εμπιστευτεί ξανά μια γυναίκα τού φαινόταν σχεδόν αδύνατη. Η φωτογραφία υπήρχε ήδη στη ζωή του, αλλά δεν είχε φτάσει ακόμη εκεί που βρισκόταν σήμερα. Πέντε χρόνια αργότερα είχε ταξιδέψει, είχε δουλέψει, είχε γνωρίσει ανθρώπους, είχε δημιουργήσει φιλίες, είχε γελάσει, είχε ερωτευτεί, είχε φοβηθεί, είχε προχωρήσει. Και πρόσφατα είχε αποφασίσει να επιστρέψει στην ψυχοθεραπεία, γιατί υπήρχαν ακόμη πράγματα μέσα του που ήθελε να γνωρίσει καλύτερα.

Για πρώτη φορά από τότε που αποχαιρέτησε τον Αλέξανδρο, σταμάτησε να σκέφτεται τι είχε εκείνος.

Δεν χρειαζόταν να πείσει τον εαυτό του ότι η δική του ζωή ήταν καλύτερη. Δεν ήταν αυτό το ζητούμενο. Ούτε χρειαζόταν να ακυρώσει εκείνο το μικρό τσίμπημα που είχε νιώσει όταν άκουγε τον παλιό του φίλο να μιλά για τα παιδιά του. Ναι, υπήρχαν πράγματα που δεν είχε ζήσει. Υπήρχαν και πράγματα που ίσως κάποτε να ήθελε να είχε ζήσει διαφορετικά.

Μόνο που τώρα έβλεπε και κάτι άλλο.

Όση ώρα συνέκρινε τη ζωή του με τη ζωή του Αλέξανδρου, κοιτούσε όσα έλειπαν. Όταν τη συνέκρινε με τη δική του ζωή πριν από πέντε χρόνια, μπορούσε επιτέλους να δει και όσα είχαν αλλάξει.

Και ίσως εκεί να βρισκόταν μια διαφορετική ερώτηση.

Όχι «Γιατί δεν έχω αυτό που έχει εκείνος;»

Αλλά «Πόσο δρόμο έχω διανύσει εγώ;»

Χαμογέλασε. Η ζωή του Αλέξανδρου δεν ήταν το μέτρο της δικής του. Όπως και η δική του ζωή δεν μπορούσε να είναι το μέτρο για τη ζωή του Αλέξανδρου.

Δύο αγόρια που κάποτε κάθονταν στις ίδιες σχολικές αίθουσες είχαν μεγαλώσει και είχαν πάρει διαφορετικούς δρόμους. Κάθε δρόμος είχε όσα έζησαν και όσα δεν έζησαν. Επιλογές, απώλειες, χαρές, φόβους, ανθρώπους που ήρθαν, ανθρώπους που έφυγαν.

Και κανένας τους δεν γνώριζε πραγματικά τι είχε κοστίσει στον άλλον η ζωή που, για λίγες στιγμές, είχε ζηλέψει.


Άσκηση


Την επόμενη φορά που θα πιάσεις τον εαυτό σου να συγκρίνει τη ζωή του με τη ζωή κάποιου άλλου, δοκίμασε να αλλάξεις για λίγο το πρόσωπο απέναντί σου.

Βάλε εκεί εσένα.

Εσένα πριν από πέντε χρόνια.

  • Πού βρισκόσουν τότε;
  • Τι σε δυσκόλευε;
  • Τι άφησες πίσω;
  • Τι εξακολουθείς να θέλεις να αλλάξεις;

Όχι για να αποφασίσεις αν σήμερα είσαι «καλύτερος».

Μόνο για να δεις τη διαδρομή.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top