Από Το Σημειωματάριό Μου – Θέλω Να Με Επιθυμούν. Επιτρέπω Όμως Στον Εαυτό Μου Να Επιθυμεί;

CATEGORY: Ιστορίες Που Άφησαν Το Αποτύπωμά Τους



Αφορμή για τις σημερινές μου σκέψεις στάθηκε η ταινία Good Luck to You, Leo Grande (2022), της Sophie Hyde, με την Emma Thompson στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ιστορία μιας γυναίκας που, έχοντας διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, αποφασίζει να γνωρίσει μια πλευρά του εαυτού της που είχε μείνει για χρόνια ανεξερεύνητη. Δεν ήταν τόσο η ασυνήθιστη απόφασή της που με απασχόλησε, όσο η αμηχανία της μπροστά σε κάτι που θα περίμενε κανείς να είναι αυτονόητο: το δικαίωμα να αναγνωρίζει και να εκφράζει όσα θέλει.

Σκέφτηκα τότε πόσο συχνά αναζητούμε το ερωτικό ενδιαφέρον ενός άλλου ανθρώπου και πόσο σπάνια στρέφουμε την ίδια προσοχή στον εσωτερικό μας κόσμο. Δύο εμπειρίες που μοιάζουν αχώριστες, αλλά δεν είναι απαραίτητα το ίδιο πράγμα. Μπορεί να λαχταρούμε ένα βλέμμα που θα μας επιβεβαιώσει, χωρίς να έχουμε αναρωτηθεί τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε να ζήσουμε.

Το να μας βρίσκει κάποιος ελκυστικούς έχει μια ιδιαίτερη δύναμη. Δεν πρόκειται μόνο για τη σωματική έλξη. Είναι η αίσθηση ότι κάποιος μας ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους, ότι η παρουσία μας τον συγκινεί, ότι θέλει να μας πλησιάσει αυθόρμητα. Ένα βλέμμα, μια χειρονομία, ένα άγγιγμα μπορούν να μας θυμίσουν μια πλευρά του εαυτού μας που ίσως έχει χαθεί μέσα στις υποχρεώσεις της καθημερινότητας. Για λίγο δεν είμαστε μόνο σύντροφοι, γονείς, εργαζόμενοι ή άνθρωποι που φροντίζουν διαρκώς τους άλλους. Είμαστε και πρόσωπα που μπορούν να προκαλέσουν ερωτική συγκίνηση.

Δεν υπάρχει τίποτε παράξενο σε αυτή την ανάγκη. Το ενδιαφέρον του άλλου μπορεί να μας προσφέρει χαρά και να ενισχύσει την αίσθηση της σύνδεσης. Μπορεί να μας κάνει να αισθανθούμε όμορφα μέσα στο σώμα μας, να μας θυμίσει ότι η γοητεία δεν ανήκει αποκλειστικά στη νεότητα. Ιδιαίτερα στη μέση ηλικία, όταν η εμφάνισή μας αλλάζει και οι παλιές βεβαιότητες αρχίζουν να δοκιμάζονται, ένα βλέμμα γεμάτο θαυμασμό μπορεί να αποκτήσει σχεδόν καθησυχαστική σημασία.

Υπάρχει όμως μια λεπτή μετατόπιση που δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή. Συμβαίνει όταν η χαρά τού να είμαστε ελκυστικοί μετατρέπεται σε ανάγκη να επιβεβαιώνουμε διαρκώς την αξία μας. Τότε η απουσία ενός βλέμματος μπορεί να μοιάζει με απόρριψη, η μειωμένη ερωτική πρωτοβουλία του συντρόφου με απόδειξη ότι δεν είμαστε πια γοητευτικοί και η αδιαφορία ενός ανθρώπου με προσωπική αποτυχία. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αρχίζουμε να παραχωρούμε στο ενδιαφέρον των άλλων την εξουσία να καθορίζει τον τρόπο που αισθανόμαστε για τον εαυτό μας.

Κι έτσι, ενώ προσπαθούμε να διατηρήσουμε την έλξη που ασκούμε, μπορεί σταδιακά να απομακρυνόμαστε από όσα αισθανόμαστε εμείς.

Μαθαίνουμε να παρατηρούμε τι αρέσει στον άλλον, τι τον συγκινεί, τι περιμένει από εμάς. Προσπαθούμε να είμαστε ελκυστικοί, διαθέσιμοι, ευχάριστοι. Προσαρμοζόμαστε άλλοτε από αγάπη, άλλοτε από συνήθεια και άλλοτε από φόβο μήπως χάσουμε το ενδιαφέρον του. Η προσοχή μας στρέφεται τόσο πολύ προς τα έξω, ώστε κάποια στιγμή μπορεί να δυσκολευτούμε να διακρίνουμε τις προσωπικές μας ανάγκες από αυτό που έχουμε μάθει να προσφέρουμε.

Ίσως γι’ αυτό η φράση «επιτρέπω στον εαυτό μου να επιθυμεί» είναι πιο σύνθετη απ’ όσο ακούγεται. Δεν αφορά απλώς την ελευθερία να εκφράσουμε αυτό που θέλουμε. Αφορά την ικανότητα να το αναγνωρίσουμε, να το ακούσουμε χωρίς να το απορρίπτουμε αμέσως, να παραδεχτούμε ότι υπάρχει ακόμη κι όταν δεν συμφωνεί με όσα έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε για τον εαυτό μας.

Πόσοι άνθρωποι έχουν περάσει χρόνια μέσα σε μια σχέση γνωρίζοντας τι ευχαριστεί τον σύντροφό τους, αλλά δυσκολεύονται να μιλήσουν για όσα ευχαριστούν τους ίδιους; Πόσοι έχουν συνδέσει την ερωτική τους αξία με την ικανότητα να προκαλούν έλξη, χωρίς να έχουν δώσει ανάλογη προσοχή στη δική τους απόλαυση; Και πόσοι συνεχίζουν να συμμετέχουν σε μια ερωτική ζωή που έχει διαμορφωθεί μέσα από τη συνήθεια, χωρίς να αναρωτιούνται αν εξακολουθεί να τους εκφράζει;

Οι απαντήσεις δεν είναι απλές, γιατί η σχέση μας με τον ερωτισμό δεν διαμορφώνεται ανεξάρτητα από την ιστορία μας. Μεγαλώνουμε μέσα σε οικογένειες, κοινωνίες και σχέσεις που μας διδάσκουν, συχνά χωρίς λόγια, τι επιτρέπεται να θέλουμε και τι είναι προτιμότερο να αποσιωπούμε. Μαθαίνουμε πότε είναι αποδεκτό να δείχνουμε ενδιαφέρον, ποιος αναμένεται να κάνει την πρώτη κίνηση, ποια συμπεριφορά θεωρείται φυσιολογική και ποια μπορεί να προκαλέσει κριτική. Κάποιες από αυτές τις αντιλήψεις τις αφήνουμε πίσω μας καθώς μεγαλώνουμε. Άλλες παραμένουν τόσο βαθιά μέσα μας, ώστε τις αντιμετωπίζουμε σαν να αποτελούν προσωπικές μας επιλογές.

Για μια γυναίκα που έμαθε να περιμένει να την επιλέξουν, η αναγνώριση των δικών της αναγκών μπορεί να συνοδεύεται από αμηχανία. Για έναν άνδρα που μεγάλωσε πιστεύοντας ότι οφείλει να είναι πάντοτε ερωτικά διαθέσιμος, η παραδοχή ότι δεν έχει διάθεση για σεξουαλική επαφή μπορεί να μοιάζει με αμφισβήτηση της ταυτότητάς του. Διαφορετικές εμπειρίες, αλλά με ένα κοινό στοιχείο: ο προσωπικός μας κόσμος δυσκολεύεται να ακουστεί όταν προηγείται η ανάγκη να ανταποκριθούμε σε μια εικόνα που θεωρούμε ότι πρέπει να διατηρήσουμε.

Η μέση ηλικία μπορεί να κάνει αυτή τη σύγκρουση περισσότερο ορατή. Όχι επειδή τότε εμφανίζονται για πρώτη φορά τέτοιες δυσκολίες, αλλά επειδή ο χρόνος έχει ήδη διαμορφώσει συνήθειες, ρόλους και τρόπους συνύπαρξης. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει περάσει δεκαετίες προσπαθώντας να είναι καλός σύντροφος, να διατηρεί την ισορροπία στη σχέση του, να αποφεύγει τις συγκρούσεις και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της οικογένειάς του. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ίσως να έχει πάψει να αναρωτιέται τι τον συγκινεί προσωπικά.

Και όταν το ερώτημα εμφανιστεί ξανά, μπορεί να τον αιφνιδιάσει.

Δεν είναι εύκολο να ανακαλύπτουμε ότι ορισμένα πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα δεν μας εκφράζουν πια. Ούτε να παραδεχόμαστε ότι θέλουμε κάτι διαφορετικό από εκείνο που θέλει ο άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόμαστε τη ζωή μας. Μερικές φορές φοβόμαστε ότι μια τέτοια παραδοχή θα διαταράξει τη σχέση. Άλλοτε ανησυχούμε ότι θα πληγώσουμε τον άλλον ή ότι εκείνος θα εκλάβει τη διαφορετική μας ανάγκη ως απόρριψη.

Έτσι, η σιωπή μοιάζει ευκολότερη. Μόνο που η σιωπή δεν εξαφανίζει απαραίτητα όσα αισθανόμαστε. Μπορεί απλώς να μας συνηθίζει να μην τους δίνουμε σημασία.

Υπάρχει, βέβαια, μια σημαντική διάκριση. Το να αναγνωρίζουμε όσα θέλουμε δεν σημαίνει ότι όλα χρειάζεται να πραγματοποιηθούν. Ούτε ότι οι προσωπικές μας ανάγκες αποκτούν μεγαλύτερη αξία από εκείνες του άλλου. Η ερωτική συνάντηση προϋποθέτει δύο ανθρώπους που μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα, να συμφωνούν, να διαφωνούν, να πλησιάζουν ή να απομακρύνονται χωρίς εξαναγκασμό.

Η ελευθερία περιλαμβάνει και τη δυνατότητα της άρνησης. Το να μπορούμε να πούμε «δεν θέλω» είναι εξίσου σημαντικό με το να μπορούμε να πούμε «θέλω». Και τα δύο απαιτούν να αναγνωρίζουμε ότι οι ανάγκες μας έχουν θέση μέσα στη σχέση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο άλλος είναι υποχρεωμένος να τις ικανοποιήσει.

Ίσως εδώ βρίσκεται και μια ουσιαστική πλευρά της ερωτικής ωριμότητας. Να μπορούμε να δεχόμαστε το ενδιαφέρον του άλλου ως κάτι όμορφο, χωρίς να το μετατρέπουμε σε μοναδικό μέτρο της αξίας μας. Να χαιρόμαστε όταν μας βρίσκουν ελκυστικούς, αλλά να μη χάνουμε την επαφή με τον εαυτό μας όταν αυτό δεν συμβαίνει. Να μπορούμε να εκφράζουμε όσα αισθανόμαστε χωρίς να απαιτούμε ανταπόκριση και να ακούμε τον σύντροφό μας χωρίς να θεωρούμε ότι πρέπει πάντοτε να συμφωνούμε.

Οι δύο αυτές εμπειρίες δεν ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Αντίθετα, μπορούν να συναντηθούν με έναν τρόπο που αφήνει χώρο και στους δύο ανθρώπους. Είναι όμορφο να αισθανόμαστε ποθητοί από κάποιον που μας ελκύει. Είναι όμως εξίσου σημαντικό να γνωρίζουμε ότι όσα αισθανόμαστε δεν χρειάζονται την έγκρισή του για να αναγνωριστούν ως μέρος του εαυτού μας.

Σκέφτομαι ξανά την ηρωίδα της ταινίας. Μια γυναίκα που, έχοντας περάσει χρόνια μέσα σε συγκεκριμένους ρόλους, δυσκολεύεται αρχικά να μιλήσει για όσα θέλει. Η αμηχανία της δεν προέρχεται μόνο από την παρουσία ενός άγνωστου άνδρα. Μοιάζει να προέρχεται και από την ίδια τη συνάντηση με μια πλευρά του εαυτού της στην οποία δεν είχε επιτρέψει να εκφραστεί.

Αυτό είναι που δίνει στην ιστορία της ένα βαθύτερο νόημα, πέρα από την ηλικία, το φύλο ή τις προσωπικές της επιλογές. Μας φέρνει αντιμέτωπους με μια δυνατότητα που υπάρχει σε κάθε περίοδο της ζωής: να ανακαλύπτουμε πλευρές του εαυτού μας που παρέμεναν άγνωστες, ακόμη κι όταν πιστεύαμε ότι τον γνωρίζαμε πολύ καλά.

Αναρωτιέμαι πόσες φορές έχουμε κοιταχτεί στον καθρέφτη προσπαθώντας να φανταστούμε πώς μας βλέπουν οι άλλοι. Αν εξακολουθούμε να είμαστε ελκυστικοί, αν το σώμα μας μπορεί ακόμη να προκαλέσει ερωτικό ενδιαφέρον, αν έχουμε χάσει κάτι από τη γοητεία που κάποτε θεωρούσαμε δεδομένη. Και πόσο σπάνια στεκόμαστε μπροστά στον ίδιο καθρέφτη για να αναρωτηθούμε πώς αισθανόμαστε εμείς μέσα σε αυτό το σώμα, τι χρειαζόμαστε, τι μας ευχαριστεί, τι θα θέλαμε να ανακαλύψουμε.

Το πιο ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν εξακολουθούμε να είμαστε επιθυμητοί. Το βλέμμα των άλλων αλλάζει, όπως αλλάζουν οι άνθρωποι, οι σχέσεις και οι εποχές της ζωής μας. Εκείνο που κάποτε μας έκανε να αισθανόμαστε ελκυστικοί μπορεί με τα χρόνια να χάσει τη σημασία του, ενώ άλλες πλευρές του εαυτού μας, που δεν είχαμε προσέξει, να αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία.

Κι όμως, συχνά εξακολουθούμε να αναζητούμε την επιβεβαίωση εκεί όπου την αναζητούσαμε πάντα. Περιμένουμε από ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα ή μια ερωτική πρωτοβουλία να μας διαβεβαιώσει ότι δεν έχουμε χάσει τη γοητεία μας. Σαν να χρειάζεται κάποιος άλλος να μας θυμίσει ότι το σώμα μας, παρά τις αλλαγές του, εξακολουθεί να έχει θέση στον έρωτα.

Μέσα σε αυτή την αναζήτηση, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος να παραμελήσουμε κάτι εξίσου σημαντικό: τη δική μας σχέση με τον ερωτισμό. Να γνωρίζουμε τι μας συγκινεί, τι μας ευχαριστεί, τι μας φέρνει κοντά σε έναν άλλον άνθρωπο. Να μπορούμε να εκφράσουμε όσα αισθανόμαστε χωρίς ντροπή, αλλά και να αναγνωρίσουμε όσα δεν θέλουμε, χωρίς ενοχή. Να μη θεωρούμε ότι η ηλικία μάς στερεί το δικαίωμα στην απόλαυση, ούτε ότι μας επιβάλλει να διατηρούμε μια ερωτική ζωή που δεν μας εκφράζει.

Γιατί η ελευθερία δεν βρίσκεται στο να αποδείξουμε ότι εξακολουθούμε να είμαστε ποθητοί. Βρίσκεται στο να μη χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτε για να αναγνωρίσουμε όσα αισθανόμαστε.

Ίσως, λοιπόν, να έρχεται κάποτε μια στιγμή που χρειάζεται να αλλάξουμε την κατεύθυνση του βλέμματός μας. Όχι για να πάψει να μας ενδιαφέρει ο άλλος, αλλά για να μη χάνουμε τον εαυτό μας προσπαθώντας να διατηρήσουμε το ενδιαφέρον του.

Γιατί μπορούμε να περάσουμε μια ολόκληρη ζωή περιμένοντας να μας επιλέξουν, να μας πλησιάσουν, να μας επιθυμήσουν. Και μέσα σε αυτή την αναμονή να μην έχουμε αναρωτηθεί ποτέ με την ίδια ειλικρίνεια ποιον θέλουμε εμείς να πλησιάσουμε, τι θέλουμε να μοιραστούμε και πώς επιθυμούμε να αγαπηθούμε.

Σκέφτομαι τη Νάνσι στην τελευταία σκηνή της ταινίας, μόνη μπροστά στον καθρέφτη. Δεν υπάρχει πια κανείς να την κοιτάζει, να τη θαυμάζει ή να την καθησυχάζει. Κι όμως, η απουσία ενός άλλου βλέμματος δεν μοιάζει να της στερεί τίποτε.

Αυτό που με συγκινεί στη σκηνή δεν είναι ότι μια γυναίκα αποδέχεται το σώμα της. Είναι ότι, για πρώτη ίσως φορά, δεν φαίνεται να περιμένει κάτι από αυτό. Δεν του ζητά να είναι νεότερο, ομορφότερο ή πιο ελκυστικό. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι αξίζει να αγαπηθεί.

Πόσο διαφορετική θα ήταν η ερωτική μας ζωή αν δεν αντιμετωπίζαμε κάθε συνάντηση σαν μια μικρή εξέταση στην οποία πρέπει να πετύχουμε.

Αν μπορούσαμε να πλησιάσουμε κάποιον χωρίς να αναρωτιόμαστε διαρκώς τι εντύπωση του προκαλούμε. Αν αφήναμε για λίγο στην άκρη την αγωνία να αρέσουμε, ίσως να ανακαλύπταμε κάτι που μας είχε διαφύγει.

Ότι μερικές φορές, εκείνο που μας εμποδίζει να απολαύσουμε μια ερωτική συνάντηση δεν είναι η απουσία της έλξης, αλλά η υπερβολική προσπάθεια να την προκαλέσουμε.

Η Νάνσι κλείνει την πόρτα του δωματίου έχοντας γνωρίσει έναν άνδρα. Εκείνο που παίρνει μαζί της, όμως, δεν είναι η ανάμνηση του βλέμματός του.

Είναι η δυνατότητα να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη χωρίς να χρειάζεται πια θεατή.

The End…

PsyCatherine.com

Our Blog Timeline

Scroll to Top