CATEGORY: Μικρές Σελίδες Από Τη Ζωή
Το δίλλημα
Ο Γιώργος βγαίνει από το εξεταστικό κέντρο προβληματισμένος. Αν και έχει γράψει πολύ καλά και κατά βάθος το ξέρει, δεν υπάρχει κανείς έξω να τον περιμένει και το κινητό του παραμένει σιωπηλό. Κανείς από το σπίτι δεν έχει τηλεφωνήσει να τον ρωτήσει πώς πήγε, αν δυσκολεύτηκε, αν είναι ευχαριστημένος. Το περίμενε. Κι όμως, καθώς βλέπει γύρω του τους άλλους υποψηφίους να τηλεφωνούν στους δικούς τους και να μιλούν ενθουσιασμένοι για τα θέματα, αισθάνεται εκείνο το γνώριμο σφίξιμο που τον ακολουθεί σχεδόν τρία χρόνια τώρα.
Η ζωγραφική ήταν η μεγάλη του αγάπη από παιδί. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς είχε αρχίσει να ζωγραφίζει, θυμόταν όμως ότι πάντα υπήρχε κάπου κοντά του ένα μολύβι και ένα κομμάτι χαρτί. Μεγαλώνοντας, η αγάπη αυτή δεν πέρασε, όπως ίσως περίμεναν οι γονείς του. Αντίθετα, έγινε πιο δυνατή. Άρχισε να διαβάζει, να πειραματίζεται, να περνά ώρες μπροστά σε έναν καμβά και κάποια στιγμή η Σχολή Καλών Τεχνών έπαψε να είναι μια μακρινή σκέψη. Έγινε το όνειρό του.
Στο σπίτι όμως τα πράγματα είχαν αρχίσει να δυσκολεύουν από τη στιγμή που τόλμησε να το πει δυνατά. Στην αρχή ήταν μερικές παρατηρήσεις που έμοιαζαν σχεδόν αθώες. «Και τι θα κάνεις μετά;», «Πώς θα ζήσεις από τη ζωγραφική;», «Καλά είναι αυτά για χόμπι». Με τον καιρό οι παρατηρήσεις έγιναν συχνότερες. Μικρές σπόντες στο τραπέζι, γκρίνια όταν τον έβλεπαν να ζωγραφίζει, συγκρίσεις με παιδιά φίλων που είχαν επιλέξει πιο «σίγουρες» σπουδές, συζητήσεις για το μέλλον του που γίνονταν μπροστά του σαν η δική του γνώμη να ήταν μια λεπτομέρεια που αργά ή γρήγορα θα άλλαζε.
Ο πατέρας του δυσκολευόταν περισσότερο απ’ όλους να δεχτεί την επιλογή του. Είχε δουλέψει πολλά χρόνια για να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση και θεωρούσε αυτονόητο ότι κάποια στιγμή ο γιος του θα βρισκόταν δίπλα του. Δεν το έβλεπε μόνο ως επαγγελματική συνέχεια. Το έβλεπε ως ασφάλεια. Ως κάτι έτοιμο που μπορούσε να παραδώσει στο παιδί του ώστε να μη χρειαστεί να δυσκολευτεί όπως είχε δυσκολευτεί εκείνος. «Εγώ για σένα τα έφτιαξα όλα αυτά», του έλεγε συχνά. Και κάθε φορά που ο Γιώργος άκουγε αυτή τη φράση, ένιωθε σαν να του παραδιδόταν μαζί με την επιχείρηση κι ένα χρέος που δεν είχε ζητήσει ποτέ.
Τα τελευταία τρία χρόνια είχε προσπαθήσει πολλές φορές να τους εξηγήσει ότι δεν απέρριπτε ούτε τον πατέρα του ούτε όσα είχε δημιουργήσει. Ήθελε απλώς κάτι άλλο για τον εαυτό του. Όσο περισσότερο όμως προσπαθούσε να υπερασπιστεί την επιλογή του, τόσο περισσότερο αισθανόταν ότι πλήγωνε τους ανθρώπους που αγαπούσε. Κάποιες φορές αναρωτιόταν αν ήταν εγωιστής. Άλλες αν ήταν αχάριστος. Υπήρχαν ακόμη και βράδια που κοιτούσε τα έργα του και σκεφτόταν πόσο ευκολότερα θα ήταν όλα αν μπορούσε απλώς να μη θέλει τόσο πολύ αυτό που ήθελε.
Και τώρα είχε μόλις βγει από τις εξετάσεις της σχολής που ονειρευόταν χρόνια. Είχε γράψει καλά. Θα έπρεπε να είναι χαρούμενος. Αντί γι’ αυτό, κοιτούσε ξανά το κινητό του. Καμία κλήση. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τηλεφωνήσει ο ίδιος. Ύστερα το έβαλε πάλι στην τσέπη του. Δεν φοβόταν πια τόσο πολύ μήπως αποτύχει στις εξετάσεις. Άρχιζε να φοβάται τι θα συνέβαινε αν πετύχαινε.
Όταν ο Γιώργος επιστρέφει στο σπίτι, το κλίμα είναι βαρύ. Η μητέρα του βρίσκεται στην κουζίνα και, μόλις τον βλέπει να μπαίνει, η πρώτη της σκέψη είναι να τον ρωτήσει πώς έγραψε. Δεν το κάνει. Τα τελευταία χρόνια έχει μάθει να ζυγίζει τις λέξεις της πριν τις πει. Κάθε φορά που προσπαθεί να υποστηρίξει την επιλογή του γιου της, ο σύζυγός της την κατηγορεί ότι παίρνει το μέρος του, ότι τον ενθαρρύνει σε μια απόφαση που εκείνος θεωρεί επιπόλαιη, ότι αντί να τον βοηθήσει να «βάλει μυαλό», του δίνει περισσότερο θάρρος. Έτσι, ακόμη και μια τόσο απλή ερώτηση, ένα «πώς έγραψες;», της φαίνεται ικανή να προκαλέσει άλλη μία σύγκρουση.
Ο κύριος Στράτος κάθεται στο τραπέζι. Σηκώνει για λίγο το βλέμμα του όταν βλέπει τον γιο του να μπαίνει, αλλά δεν αναφέρει καθόλου τις εξετάσεις. Σαν να μην υπήρξαν. Σαν να μην είχε περάσει ο Γιώργος τους τελευταίους μήνες προετοιμαζόμενος γι’ αυτή τη μέρα. Αντί γι’ αυτό, του ανακοινώνει πως, αν θέλει να πάει διακοπές με τους φίλους του το καλοκαίρι, θα πρέπει πρώτα να δουλέψει στην επιχείρηση.
Ο Γιώργος μένει για λίγο σιωπηλός. Δεν είναι η δουλειά που τον ενοχλεί. Έχει βοηθήσει πολλές φορές τον πατέρα του και δεν θεωρεί παράλογο να εργαστεί για να πληρώσει μέρος των διακοπών του. Ξέρει όμως πολύ καλά ότι δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό. Η επιχείρηση επιστρέφει σχεδόν σε κάθε συζήτηση μεταξύ τους τα τελευταία τρία χρόνια, σαν μια υπενθύμιση του δρόμου που ο πατέρας του θεωρεί ότι πρέπει τελικά να ακολουθήσει.
Η μητέρα του προσπαθεί να κατευνάσει την κατάσταση. Του λέει πως ίσως σήμερα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για αυτή τη συζήτηση, πως το παιδί μόλις γύρισε από τις εξετάσεις του, πως θα μπορούσαν τουλάχιστον να τον αφήσουν να ηρεμήσει. Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει τη φράση της. Ο κύριος Στράτος τής ρίχνει ένα αγριεμένο βλέμμα, σηκώνεται απότομα από το τραπέζι και βγαίνει από την κουζίνα.
Εκείνη τον ακολουθεί. Ο Γιώργος μένει στη θέση του, αλλά από το διπλανό δωμάτιο ακούει τη μητέρα του να προσπαθεί χαμηλόφωνα να τον ηρεμήσει. Δεν ακούει όλα όσα του λέει. Ακούει όμως καθαρά την απάντηση του πατέρα του.
«Κοίτα να βάλεις μυαλό στον κανακάρη σου.»
Η μητέρα του δεν απαντά.
Ο Γιώργος κοιτάζει το τραπέζι μπροστά του και νιώθει εκείνο το γνώριμο βάρος να επιστρέφει. Πριν από λίγες ώρες είχε βγει από το εξεταστικό κέντρο πιστεύοντας ότι είχε γράψει πολύ καλά. Για μια στιγμή είχε επιτρέψει στον εαυτό του να φανταστεί ότι ίσως τα είχε καταφέρει. Τώρα εκείνη η μικρή χαρά είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Και το χειρότερο ήταν πως δεν θύμωνε μόνο με τον πατέρα του. Ένα κομμάτι του άρχιζε πάλι να αναρωτιέται μήπως είχε δίκιο.
Μήπως πράγματι δυσκόλευε τα πράγματα χωρίς λόγο. Μήπως ήταν αχάριστος. Μήπως, αφού ο πατέρας του είχε καταφέρει να του εξασφαλίσει μια έτοιμη δουλειά και ένα ασφαλές μέλλον, εκείνος δεν είχε καν το δικαίωμα να τα αρνείται. Μήπως η στενοχώρια της μητέρας του, οι καβγάδες στο σπίτι και η απόσταση που είχε δημιουργηθεί με τον πατέρα του ήταν τελικά το τίμημα μιας δικής του επιμονής.
Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό του μια σκέψη που είχε κάνει πολλές φορές τα τελευταία τρία χρόνια. Αν απλώς έκανα αυτό που θέλει, όλα αυτά θα σταματούσαν.
Από το διπλανό δωμάτιο ακούει τις φωνές των γονιών του, πότε πιο δυνατές και πότε χαμηλότερες, χωρίς να προσπαθεί πια να καταλάβει τι λένε. Ξέρει. Την ίδια συζήτηση την έχει ακούσει με διαφορετικές λέξεις πολλές φορές τα τελευταία τρία χρόνια. Μόνο που αυτή τη φορά αισθάνεται διαφορετικά. Ίσως επειδή σήμερα είχε ανάγκη, περισσότερο από άλλες φορές, να επιστρέψει στο σπίτι και να ακούσει μια απλή ερώτηση. «Πώς έγραψες;» Δεν χρειαζόταν να συμφωνήσουν με την επιλογή του. Δεν περίμενε ξαφνικά ο πατέρας του να ενθουσιαστεί με τη Σχολή Καλών Τεχνών. Ήθελε μόνο, έστω για λίγα λεπτά, να ενδιαφερθούν για κάτι που ήταν σημαντικό για εκείνον.
Νιώθει θυμό. Πολύ θυμό. Θυμό με τον πατέρα του που αρνείται ακόμη και να αναγνωρίσει την προσπάθειά του, με τη μητέρα του που για ακόμη μία φορά δεν τόλμησε να τον ρωτήσει αυτό που ήθελε, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό που εξακολουθεί να περιμένει την αποδοχή τους. Σχεδόν αμέσως όμως μετά τον θυμό έρχεται η ενοχή. Βλέπει τη μητέρα του να προσπαθεί ξανά να κρατήσει τις ισορροπίες και σκέφτεται ότι εξαιτίας του θα περάσει άλλο ένα βράδυ προσπαθώντας να ηρεμήσει τον πατέρα του. Θυμάται πόσες φορές οι δυο τους έχουν τσακωθεί για το ίδιο θέμα και μια σκέψη εμφανίζεται σχεδόν αυτόματα: αν εκείνος δεν επέμενε τόσο πολύ με τη ζωγραφική, ίσως στο σπίτι να υπήρχε περισσότερη ηρεμία.
Ύστερα σκέφτεται τον πατέρα του. Θυμάται τις αμέτρητες ώρες που έχει περάσει στην επιχείρηση, πόσο κουρασμένος επέστρεφε κάποιες βραδιές, πόσα πράγματα είχε στερηθεί για να μπορέσει η οικογένειά του να ζει χωρίς τις δυσκολίες που είχε γνωρίσει ο ίδιος. Ο Γιώργος τα ξέρει όλα αυτά. Δεν είναι αδιάφορος απέναντί τους. Είναι ευγνώμων. Και ακριβώς εκεί η ενοχή βρίσκει χώρο να μεγαλώσει. Γιατί μέσα του αρχίζουν να μπερδεύονται δύο πράγματα που δεν είναι απαραίτητα το ίδιο: η ευγνωμοσύνη για όσα του πρόσφερε ο πατέρας του και η υποχρέωση να ζήσει τη ζωή που εκείνος είχε σχεδιάσει για χάρη του.
Για λίγο προσπαθεί να φανταστεί τον εαυτό του στην επιχείρηση. Θα μπορούσε να το κάνει. Θα είχε μια σίγουρη δουλειά, ένα καλό εισόδημα και πιθανότατα μια πολύ πιο εύκολη επαγγελματική αρχή από πολλούς συνομηλίκους του. Ο πατέρας του θα ήταν περήφανος. Η μητέρα του θα σταματούσε να βρίσκεται ανάμεσά τους. Οι καβγάδες ίσως τελείωναν. Το σπίτι θα ηρεμούσε. Όλα θα μπορούσαν να γίνουν πολύ πιο εύκολα, αρκεί εκείνος να εγκατέλειπε ένα μόνο πράγμα.
Το δικό του όνειρο.
Και τότε αναρωτιέται αν αυτό είναι τελικά το τίμημα που οφείλει να πληρώσει. Μήπως το να μεγαλώνεις σημαίνει κάποιες φορές να αφήνεις στην άκρη αυτά που θέλεις και να κάνεις αυτό που πρέπει; Μήπως η επιθυμία του να ζωγραφίζει είναι πράγματι μια πολυτέλεια; Μήπως ο πατέρας του βλέπει κάτι που εκείνος, στα δεκαοκτώ του, δεν μπορεί ακόμη να καταλάβει; Οι ερωτήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, μέχρι που ο Γιώργος δυσκολεύεται πια να ξεχωρίσει ποια σκέψη είναι πραγματικά δική του και ποια έχει ακούσει τόσες πολλές φορές ώστε έχει αρχίσει να την πιστεύει.
Κι όμως, κάθε φορά που φαντάζεται ότι εγκαταλείπει τη Σχολή Καλών Τεχνών, κάτι μέσα του αντιστέκεται. Δεν είναι πείσμα. Δεν θέλει να νικήσει τον πατέρα του ούτε να αποδείξει ότι έχει δίκιο. Θέλει απλώς να ζωγραφίζει. Αυτό ήθελε πριν αρχίσουν οι καβγάδες, πριν χρειαστεί να υπερασπιστεί την επιλογή του, πριν η ζωγραφική μετατραπεί μέσα στο σπίτι από αγάπη σε «πρόβλημα». Και ίσως αυτό να είναι που τον μπερδεύει περισσότερο: δεν έχει κάνει κάτι για το οποίο πιστεύει ότι πρέπει να ζητήσει συγγνώμη, κι όμως αισθάνεται ένοχος.
Ένοχος που απογοητεύει τον πατέρα του. Ένοχος που στενοχωρεί τη μητέρα του. Ένοχος για τους καβγάδες τους. Ένοχος ακόμη και για τη χαρά που ένιωσε βγαίνοντας από το εξεταστικό κέντρο, σαν να μην του επιτρέπεται να χαίρεται για κάτι που προκαλεί τόση αναστάτωση στους ανθρώπους που αγαπά.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται μια σκέψη που τον τρομάζει περισσότερο από όλες τις προηγούμενες:
Αν για να είναι εκείνοι καλά πρέπει εγώ να μην είμαι, ποιον από όλους μας πρέπει να διαλέξω;
Ο Γιώργος γνωρίζει ότι έχει μεγαλώσει προνομιούχα. Δεν του έλειψε σχεδόν τίποτα. Οι γονείς του φρόντισαν να έχει όσα χρειάζεται και συχνά πολύ περισσότερα. Μεγάλωσε σε ένα όμορφο σπίτι, πήγε σε καλό σχολείο, ταξίδεψε, είχε τη δυνατότητα να ασχοληθεί με πράγματα που αγαπούσε χωρίς η οικογένεια να χρειάζεται να ανησυχεί για το κόστος. Ο πατέρας του δούλεψε πολύ για να δημιουργήσει αυτή τη ζωή και ο Γιώργος το γνωρίζει. Δεν θεωρεί τίποτα από αυτά αυτονόητο. Ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που προσπαθεί να υπερασπιστεί το δικό του όνειρο, ένα μέρος του αισθάνεται ότι δεν έχει το δικαίωμα να παραπονιέται.
Αυτό είναι άλλωστε που ακούει συχνά και από τον πατέρα του. Δεν του έλειψε τίποτα. Άλλα παιδιά αγωνιούν για το αν θα βρουν δουλειά κι εκείνος έχει μια έτοιμη επιχείρηση να τον περιμένει. Δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από το μηδέν, να φοβηθεί για το αύριο ή να περάσει τις δυσκολίες που πέρασε ο πατέρας του. Θα μπορούσε απλώς να μπει σε έναν δρόμο ήδη στρωμένο για εκείνον. Κι όμως, επιλέγει έναν δρόμο αβέβαιο. Στα μάτια του πατέρα του αυτό δεν είναι μόνο απερισκεψία. Μερικές φορές μοιάζει σχεδόν με απόρριψη όλων όσων εκείνος έχτισε.
Ο Γιώργος όμως δεν τα απορρίπτει. Και αυτό είναι που τον δυσκολεύει περισσότερο. Αγαπά τον πατέρα του, αναγνωρίζει όσα του έχει προσφέρει και αισθάνεται ευγνωμοσύνη για τη ζωή που είχε. Δεν θέλει να τον πληγώσει. Δεν θέλει να τον κάνει να αισθανθεί ότι οι κόποι μιας ολόκληρης ζωής δεν είχαν αξία. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορεί να καταλάβει γιατί η ευγνωμοσύνη του πρέπει να αποδειχθεί με μια επαγγελματική επιλογή. Γιατί το «σου έδωσα τόσα» πρέπει κάποια στιγμή να συναντήσει το «άρα τώρα θα κάνεις αυτό που θεωρώ καλύτερο για σένα».
Τα τελευταία τρία χρόνια αυτή η σύγκρουση έχει αρχίσει να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αισθάνεται ακόμη και για τη ζωγραφική. Κάποτε ζωγράφιζε και έχανε την αίσθηση του χρόνου. Τώρα υπάρχουν στιγμές που κάθεται μπροστά στον καμβά και ακούει μέσα του τις κουβέντες του πατέρα του. Αν θα μπορέσει να ζήσει από αυτό. Αν καταλαβαίνει τι αφήνει πίσω του. Αν συνειδητοποιεί πόσο εύκολη θα μπορούσε να είναι η ζωή του. Αν όλο αυτό είναι ένα νεανικό πείσμα που κάποτε θα μετανιώσει. Η πίεση δεν βρίσκεται πια μόνο στις συζητήσεις τους. Έχει περάσει μέσα του.
Και τότε αρχίζει να αμφιβάλλει όχι τόσο για το αν αγαπά τη ζωγραφική, αλλά για το αν δικαιούται να την επιλέξει. Αυτό είναι το πραγματικό του δίλημμα. Από τη μία βρίσκεται μια ζωή ασφαλής, έτοιμη, εγκεκριμένη από την οικογένειά του. Μια ζωή που θα έκανε τον πατέρα του περήφανο και πιθανότατα θα έφερνε ξανά ηρεμία στο σπίτι. Από την άλλη βρίσκεται κάτι που αγαπά βαθιά, αλλά δεν μπορεί να του υποσχεθεί τίποτα. Ούτε χρήματα, ούτε επιτυχία, ούτε ασφάλεια. Μόνο την αίσθηση ότι όταν ζωγραφίζει βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου θέλει να είναι.
Υπάρχουν στιγμές που θυμώνει με τον πατέρα του. Θέλει να του φωνάξει ότι δεν ζήτησε να του ετοιμάσει μια ζωή, ότι δεν μπορεί ένα παιδί να γεννιέται έχοντας ήδη ένα χρέος απέναντι στο μέλλον που κάποιος άλλος σχεδίασε γι’ αυτό. Αμέσως όμως νιώθει άσχημα ακόμη και για αυτή τη σκέψη. Θυμάται όλα όσα έχει πάρει και ο θυμός υποχωρεί μπροστά στην ενοχή. Σαν η οικονομική άνεση μέσα στην οποία μεγάλωσε να του αφαιρεί ένα μέρος από το δικαίωμα να διαφωνεί.
Κάποιες φορές πιάνει τον εαυτό του να εύχεται να μην υπήρχε η επιχείρηση. Η σκέψη τον τρομάζει και αμέσως την παίρνει πίσω. Δεν εύχεται να είχε αποτύχει ο πατέρας του. Δεν εύχεται να είχαν λιγότερα. Εύχεται μόνο να μπορούσε να κάνει την επιλογή του χωρίς να αισθάνεται ότι, επιλέγοντας τη δική του ζωή, ακυρώνει τη ζωή κάποιου άλλου.
Και κάπου εκεί βρίσκεται παγιδευμένος. Αν ακολουθήσει τον πατέρα του, φοβάται ότι θα προδώσει κάτι βαθιά δικό του. Αν ακολουθήσει τον εαυτό του, αισθάνεται ότι προδίδει τον πατέρα του. Δεν ξέρει ακόμη ποιο από τα δύο μπορεί να αντέξει περισσότερο. Ίσως όμως το ερώτημα που αρχίζει σιγά σιγά να σχηματίζεται μέσα του να μην είναι ποιον πρέπει να απογοητεύσει.
Ίσως είναι κάτι δυσκολότερο:
Μέχρι πού φτάνει η ευγνωμοσύνη ενός παιδιού και από πού αρχίζει το δικαίωμά του να γίνει ο εαυτός του;
Τις ημέρες που ακολουθούν, ο Γιώργος επιστρέφει ξανά και ξανά στις ίδιες σκέψεις. Δεν είναι η πρώτη φορά που αναρωτιέται αν θα ήταν ευκολότερο να υποχωρήσει, είναι όμως η πρώτη φορά που προσπαθεί να φανταστεί σοβαρά πώς θα ήταν αυτή η ζωή. Να ξυπνά το πρωί και να πηγαίνει στην επιχείρηση του πατέρα του, να μαθαίνει σιγά σιγά τη δουλειά, να αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες και κάποια στιγμή να πάρει τη θέση που τόσα χρόνια τον περιμένει. Ξέρει ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει. Ίσως μάλιστα να τα κατάφερνε πολύ καλά. Δεν απορρίπτει την επιχείρηση επειδή τη θεωρεί κατώτερη ούτε επειδή πιστεύει ότι ο ίδιος είναι προορισμένος για κάτι σπουδαιότερο. Απλώς, κάθε φορά που φαντάζεται τον εαυτό του εκεί, βλέπει μια ζωή που θα μπορούσε να ζήσει, αλλά δεν αναγνωρίζει ως δική του.
Και τότε έρχεται πάλι η άλλη σκέψη. Τι σημαίνει «δική μου ζωή» όταν τόσα από όσα έχεις είναι αποτέλεσμα της ζωής κάποιου άλλου; Ο πατέρας του είχε δουλέψει για να του προσφέρει ασφάλεια, επιλογές, μια καθημερινότητα χωρίς οικονομικό φόβο. Ο Γιώργος δεν είχε χρειαστεί να αγωνιστεί για όσα άλλοι νέοι θεωρούσαν όνειρο. Κι αυτό, αντί να τον κάνει να αισθάνεται περισσότερο ελεύθερος να επιλέξει, κάποιες φορές τον έκανε να αισθάνεται λιγότερο ελεύθερος. Σαν κάθε προνόμιο που είχε απολαύσει να είχε καταγραφεί κάπου σε έναν αόρατο λογαριασμό που τώρα έπρεπε να εξοφλήσει.
Αναρωτιέται αν ο πατέρας του έχει δίκιο όταν του λέει ότι κάποια πράγματα θα τα καταλάβει μεγαλώνοντας. Είναι δεκαοκτώ χρονών. Τι γνωρίζει πραγματικά για τη ζωή; Τι γνωρίζει για λογαριασμούς, υποχρεώσεις, οικογένεια, οικονομική ανασφάλεια; Η ζωγραφική τού δίνει χαρά, αλλά είναι αυτό αρκετό για να χτίσει πάνω της μια ολόκληρη ζωή; Κι αν σε δέκα χρόνια ανακαλύψει ότι ο πατέρας του είχε δίκιο; Κι αν τότε είναι αργά; Η πίεση που δέχεται τόσο καιρό έχει αρχίσει να κάνει κάτι περισσότερο από το να τον στενοχωρεί. Τον κάνει να δυσπιστεί απέναντι στην ίδια του την κρίση.
Υπάρχουν όμως και στιγμές που μια διαφορετική σκέψη περνά από το μυαλό του. Αν τελικά ακολουθήσει τον δρόμο του πατέρα του και κάποτε δυστυχήσει, ποιος θα ευθύνεται τότε; Θα μπορεί για πάντα να λέει ότι δεν ήταν δική του απόφαση; Ή θα έρθει κάποια στιγμή που θα πρέπει να παραδεχτεί ότι, όσο μεγάλη κι αν ήταν η πίεση, εκείνος ήταν αυτός που τελικά είπε το «ναι»; Η σκέψη τον αναστατώνει, γιατί για πρώτη φορά η υποχώρηση δεν μοιάζει μόνο με θυσία. Μοιάζει κι αυτή με επιλογή.
Το δυσκολότερο όμως δεν είναι το επάγγελμα. Είναι ο πατέρας του. Ο Γιώργος δεν θέλει απλώς την άδειά του να ζωγραφίσει. Θέλει να τον κοιτάξει και να δει ότι εξακολουθεί να είναι περήφανος για εκείνον. Θέλει να μπορεί να διαφωνήσει μαζί του χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει την αγάπη του. Θέλει να ακούσει κάποτε ένα «δεν είναι αυτό που θα επέλεγα εγώ, αλλά είναι η ζωή σου». Και όσο αυτή η φράση δεν έρχεται, ένα μέρος του εξακολουθεί να προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να έχει και τα δύο: το δικό του όνειρο και την αποδοχή του πατέρα του.
Ίσως όμως να μην μπορεί να έχει και τα δύο. Τουλάχιστον όχι τώρα.
Αυτή η πιθανότητα είναι που τον πονά περισσότερο. Γιατί τότε το δίλημμα παύει να είναι ανάμεσα στη ζωγραφική και στην επιχείρηση. Γίνεται ένα πολύ πιο βαθύ δίλημμα: αντέχει να απογοητεύσει έναν άνθρωπο που αγαπά, προκειμένου να μην απογοητεύσει τον ίδιο του τον εαυτό;
Και μέσα σε όλη αυτή τη σύγχυση αρχίζει δειλά να εμφανίζεται μια ερώτηση που μέχρι τότε δεν είχε τολμήσει να κάνει:
Για να με αγαπάει ο πατέρας μου, πρέπει να γίνω αυτό που θέλει εκείνος;
Αργότερα, μόνος στο δωμάτιό του, ο Γιώργος κάθεται μπροστά σε έναν μισοτελειωμένο πίνακα. Έχει μέρες να τον αγγίξει. Κοιτάζει τα πινέλα πάνω στο γραφείο και θυμάται πόσο διαφορετικά ένιωθε κάποτε όταν ζωγράφιζε. Δεν υπήρχε τότε τίποτα να αποδείξει σε κανέναν. Δεν αναρωτιόταν αν ήταν αρκετά καλός, αν θα μπορούσε να ζήσει από αυτό ή αν η επιλογή του ήταν «σοβαρή». Ζωγράφιζε επειδή το αγαπούσε. Τα τελευταία τρία χρόνια όμως ακόμη και αυτή η αγάπη είχε αρχίσει να κουβαλάει βάρος. Κάθε φορά που έμπαινε στο δωμάτιό του μετά από έναν καβγά με τον πατέρα του, τα πινέλα και οι καμβάδες έμοιαζαν σχεδόν με αποδεικτικά στοιχεία μιας πράξης για την οποία έπρεπε συνεχώς να απολογείται.
Αναρωτιέται πότε ακριβώς είχε αρχίσει να αισθάνεται έτσι. Πότε η χαρά του έγινε αιτία έντασης μέσα στο σπίτι. Πότε άρχισε να χαμηλώνει τη φωνή του όταν μιλούσε για τη ζωγραφική, να αποφεύγει να δείχνει τον ενθουσιασμό του, να προσέχει τι θα πει μπροστά στον πατέρα του. Είχε μάθει ακόμη και να κρύβει μικρές επιτυχίες, επειδή γνώριζε ότι μια καλή κουβέντα από έναν καθηγητή ή ένα έργο για το οποίο ο ίδιος ήταν περήφανος μπορούσε εύκολα να καταλήξει στην ίδια συζήτηση: «Ωραία όλα αυτά, Γιώργο, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να σκεφτείς σοβαρά το μέλλον σου».
Ίσως αυτό ήταν που τον πονούσε περισσότερο. Δεν ζητούσε από τον πατέρα του να αγαπήσει τη ζωγραφική. Ούτε να πιστέψει ότι η επιλογή του ήταν η καλύτερη. Ήθελε μόνο να αισθανθεί ότι μπορούσε να διαφωνήσει μαζί του χωρίς να αλλάξει κάτι ανάμεσά τους. Ότι μπορούσε να γίνει διαφορετικός από εκείνον χωρίς να πάψει να είναι ο γιος που αγαπούσε και για τον οποίο ήταν περήφανος.
Ο Γιώργος μένει για αρκετή ώρα μπροστά στον μισοτελειωμένο πίνακα. Δεν έχει βρει κάποια απάντηση και, όσο περισσότερο το σκέφτεται, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει ότι ίσως δεν υπάρχει απάντηση που να μην πονάει κανέναν. Αν ακολουθήσει αυτό που θέλει, ο πατέρας του πιθανότατα θα θυμώσει. Η ένταση στο σπίτι μπορεί να συνεχιστεί. Η μητέρα του ίσως εξακολουθήσει να βρίσκεται ανάμεσά τους. Τίποτα δεν του εγγυάται ότι μια μέρα ο πατέρας του θα αλλάξει γνώμη ή ότι θα κοιτάξει τους πίνακές του και θα του πει πως τελικά είχε δίκιο. Και για πρώτη φορά ο Γιώργος δεν προσπαθεί να κατασκευάσει ένα τέτοιο τέλος μέσα στο μυαλό του.
Υπάρχει όμως κάτι που αρχίζει να βλέπει λίγο πιο καθαρά. Εδώ και τρία χρόνια προσπαθεί να βρει μια επιλογή που θα του επιτρέψει να κρατήσει τα πάντα: το όνειρό του, την αποδοχή του πατέρα του, την ηρεμία της μητέρας του, την ισορροπία στο σπίτι. Σαν να ήταν δική του ευθύνη να φροντίσει ώστε κανείς να μη θυμώσει, να μη στενοχωρηθεί, να μην απογοητευτεί. Και ίσως γι’ αυτό νιώθει τόσο κουρασμένος. Δεν προσπαθεί μόνο να αποφασίσει για τη ζωή του. Προσπαθεί ταυτόχρονα να διαχειριστεί τα συναισθήματα όλων των άλλων.
Δεν ξέρει ακόμη τι θα κάνει. Ξέρει όμως κάτι που μέχρι πριν από λίγο καιρό δυσκολευόταν ακόμη και να σκεφτεί: ο θυμός του πατέρα του δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ίδιος κάνει κάτι κακό. Η στενοχώρια της μητέρας του δεν σημαίνει ότι εκείνος την προκάλεσε ή ότι είναι δική του δουλειά να την εξαφανίσει. Και η ενοχή που αισθάνεται δεν είναι από μόνη της απόδειξη ότι έχει φταίξει.
Σηκώνει το βλέμμα προς τον πίνακα. Παραμένει μισοτελειωμένος. Δεν πιάνει ακόμη το πινέλο. Απλώς τον κοιτάζει. Ίσως, σκέφτεται, πριν αποφασίσει ποια ζωή θα ζήσει, χρειάζεται πρώτα να καταλάβει ποιο μέρος από αυτό το βάρος είναι πραγματικά δικό του.
Και ποιο όχι.
