CATEGORY: Σχέσεις
Γιατί Έγιναν Τόσο Δύσκολες Οι Σχέσεις;
Είναι μια ερώτηση που ακούω συχνά. Την ακούω στο γραφείο, μέσα στις συνεδρίες, αλλά και σε συζητήσεις με φίλους. Άλλοτε διατυπώνεται ακριβώς έτσι κι άλλοτε κάπως διαφορετικά: «Γιατί είναι τόσο δύσκολο να γνωρίσεις έναν άνθρωπο σήμερα;», «Γιατί οι σχέσεις δεν κρατάνε;», «Γιατί όλοι θέλουν μια σχέση, αλλά κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να μπει πραγματικά σε μία;».
Και κάθε φορά αυτή η ερώτηση με βάζει σε σκέψεις.
Σήμερα, λοιπόν, αποφάσισα να δώσω τη δική μου απάντηση. Όχι σαν μια απόλυτη αλήθεια — δεν νομίζω ότι υπάρχει μία και μοναδική απάντηση. Είναι περισσότερο κάποιοι συλλογισμοί που έχουν γεννηθεί μέσα από προσωπικά βιώματα, από όσα ακούω όλα αυτά τα χρόνια στις συνεδρίες, από τη μελέτη της βιβλιογραφίας, αλλά και από τον δικό μου τρόπο να παρατηρώ τους ανθρώπους και τις σχέσεις.
Και όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο αναρωτιέμαι: μήπως δεν άλλαξαν μόνο οι σχέσεις; Μήπως αλλάξαμε κι εμείς τον τρόπο που μπαίνουμε σε αυτές;
Ίσως σήμερα να μπαίνουμε στις σχέσεις λίγο διαφορετικά. Θέλουμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε — αυτό δεν νομίζω ότι άλλαξε. Θέλουμε έναν άνθρωπο να μοιραστούμε τη ζωή μας, να γελάσουμε, να ταξιδέψουμε, να γυρίσουμε το βράδυ και να έχουμε κάποιον να πούμε «άκου τι έγινε σήμερα». Θέλουμε οικειότητα, συντροφικότητα, έρωτα. Θέλουμε να νιώσουμε ότι για κάποιον είμαστε σημαντικοί.
Κι όμως, την ίδια στιγμή, μοιάζει να έχουμε γίνει πολύ πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε όλα όσα χρειάζονται για να δημιουργηθεί αυτή η οικειότητα.
Θέλουμε να πλησιάσουμε, αλλά φοβόμαστε μήπως πληγωθούμε. Θέλουμε να αφεθούμε, αλλά όχι τόσο ώστε να χάσουμε τον έλεγχο. Θέλουμε να εμπιστευτούμε, αλλά κρατάμε και μια μικρή απόσταση ασφαλείας. Θέλουμε τον άλλον στη ζωή μας, αλλά θέλουμε να είμαστε βέβαιοι ότι, αν αύριο φύγει, εμείς θα είμαστε καλά.
Και δεν το λέω επικριτικά. Το καταλαβαίνω. Όσο μεγαλώνουμε, κουβαλάμε μαζί μας και όσα έχουμε ζήσει. Έναν χωρισμό που μας πόνεσε, μια προδοσία, μια απόρριψη, μια σχέση στην οποία δώσαμε περισσότερα απ’ όσα πήραμε. Ακόμη και πράγματα που είδαμε να συμβαίνουν στους ανθρώπους γύρω μας. Κάπως έτσι μαθαίνουμε να προσέχουμε.
Μόνο που εδώ υπάρχει μια αντίφαση που με απασχολεί: πώς μπορείς να έρθεις πραγματικά κοντά σε έναν άνθρωπο, αν ένα κομμάτι σου βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή για να μη πληγωθεί;
Και ίσως κάπου εδώ αρχίζει ένα μέρος της δυσκολίας. Γιατί μια σχέση δεν μπορεί να μας υποσχεθεί από την αρχή ότι δεν θα πονέσουμε. Δεν μπορεί να μας δώσει εγγύηση ότι θα κρατήσει, ότι ο άλλος δεν θα αλλάξει, ότι εμείς δεν θα αλλάξουμε ή ότι όλα θα εξελιχθούν όπως τα φανταστήκαμε.
Κι εμείς σήμερα, έχω την αίσθηση, αγαπάμε πολύ τις εγγυήσεις.
Αλλά οι άνθρωποι δεν έρχονται με εγγύηση.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που σκέφτομαι είναι πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο γνωρίζουμε ανθρώπους. Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσες πολλές δυνατότητες γνωριμίας. Δεν περιοριζόμαστε πια στον άνθρωπο που θα γνωρίσουμε μέσα από τη δουλειά, μια παρέα, μια έξοδο ή έναν κοινό γνωστό. Μέσα σε λίγα λεπτά μπορούμε να δούμε δεκάδες ανθρώπους που, θεωρητικά τουλάχιστον, θα μπορούσαν να γίνουν ο επόμενος σύντροφός μας.
Και εδώ αρχίζει η απορία μου. Όλες αυτές οι επιλογές μάς έκαναν τελικά πιο ελεύθερους ή μήπως έκαναν την επιλογή πιο δύσκολη;
Γιατί όταν ξέρεις ότι πίσω από την επόμενη οθόνη μπορεί να υπάρχει ακόμη ένας άνθρωπος, κι ύστερα άλλος ένας, είναι εύκολο να αρχίσεις να αναρωτιέσαι αν αξίζει να μείνεις λίγο περισσότερο σε αυτόν που βρίσκεται ήδη μπροστά σου. Αν κάτι δεν σου αρέσει, αν η πρώτη συνάντηση δεν ήταν συναρπαστική, αν δεν απάντησε όπως περίμενες, αν εμφανίστηκε μια μικρή ασυμφωνία, υπάρχει πάντα η σκέψη ότι ίσως η επόμενη γνωριμία να είναι καλύτερη.
Δεν πιστεύω ότι οι πολλές επιλογές είναι από μόνες τους κακές. Μας έδωσαν δυνατότητες που παλαιότερες γενιές δεν είχαν και μας επέτρεψαν να γνωρίσουμε ανθρώπους που διαφορετικά ίσως να μην συναντούσαμε ποτέ. Αναρωτιέμαι όμως αν μαζί με αυτή την ελευθερία γεννήθηκε και μια καινούργια δυσκολία: να επιλέξουμε έναν άνθρωπο χωρίς να σκεφτόμαστε διαρκώς ποιος άλλος μπορεί να υπάρχει εκεί έξω.
Γιατί κάποια στιγμή, για να γνωρίσεις πραγματικά κάποιον, πρέπει να σταματήσεις για λίγο να κοιτάζεις γύρω σου και να κοιτάξεις αυτόν που έχεις απέναντί σου.
Και ίσως εδώ υπάρχει ακόμη μία αλλαγή. Έχουμε γίνει πολύ γρήγοροι στο να αξιολογούμε έναν άνθρωπο. Μια πρώτη συνάντηση, μερικά μηνύματα, ένας καφές και ήδη προσπαθούμε να αποφασίσουμε: μου κάνει ή δεν μου κάνει; Έχει προοπτική ή δεν έχει; Υπάρχει χημεία ή όχι;
Φυσικά υπάρχουν πράγματα που φαίνονται από την αρχή και καλό είναι να τα βλέπουμε. Υπάρχουν συμπεριφορές που μας ενοχλούν, αξίες που δεν ταιριάζουν, τρόποι που δεν μας κάνουν να αισθανόμαστε καλά. Δεν εννοώ να αγνοούμε όσα βλέπουμε ούτε να επιμένουμε σε μια γνωριμία που δεν θέλουμε.
Αναρωτιέμαι όμως μήπως κάποιες φορές δεν δίνουμε στον άλλον τον χρόνο να ξεδιπλωθεί.
Γιατί ένας άνθρωπος δεν είναι η πρώτη εντύπωση που μας έκανε. Μπορεί στο πρώτο ραντεβού να είχε άγχος. Μπορεί να μην είπε την πιο έξυπνη ατάκα. Μπορεί να υπήρξαν εκείνες οι άβολες σιωπές που κανείς δεν ξέρει τι να κάνει με τα χέρια του και ξαφνικά το ποτήρι με το νερό αποκτά τεράστιο ενδιαφέρον. Μπορεί απλώς δύο άνθρωποι να χρειάζονται λίγο χρόνο μέχρι να νιώσουν άνετα ο ένας με τον άλλον.
Και σκέφτομαι πόσο παράξενο είναι: από τη μία λέμε ότι θέλουμε κάτι ουσιαστικό και από την άλλη συχνά περιμένουμε να το αναγνωρίσουμε σχεδόν αμέσως.
Όμως η οικειότητα δεν είναι στιγμιαία. Χτίζεται. Χρειάζεται συναντήσεις, κουβέντες, μικρές αποκαλύψεις, χρόνο. Χρειάζεται να δεις τον άλλον όταν είναι χαρούμενος, όταν είναι κουρασμένος, όταν κάτι δεν του πηγαίνει καλά, όταν διαφωνεί μαζί σου. Να τον αφήσεις να σε γνωρίσει κι εκείνος πέρα από την καλύτερη εκδοχή που, λίγο πολύ, όλοι παρουσιάζουμε στην αρχή.
Ίσως λοιπόν, μέσα σε μια εποχή που μας έχει μάθει να αποφασίζουμε γρήγορα, μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες των σχέσεων να είναι κάτι πολύ απλό: ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να χρειάζονται χρόνο.
Και μετά σκέφτομαι κάτι ακόμη. Μήπως περιμένουμε από τις σχέσεις —και από τους ανθρώπους— να είναι λίγο πιο τέλειοι απ’ όσο γίνεται;
Θέλουμε έναν άνθρωπο τρυφερό, αλλά όχι υπερβολικά ευαίσθητο. Δυναμικό, αλλά όχι ελεγκτικό. Ανεξάρτητο, αλλά να είναι διαθέσιμος όταν τον χρειαζόμαστε. Να έχει τη δική του ζωή, αλλά να βρίσκει χρόνο για εμάς. Να επικοινωνεί, να εκφράζεται, να ακούει, να έχει χιούμορ, να μας ελκύει, να μας καταλαβαίνει. Και φυσικά να υπάρχει χημεία.
Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά. Κανείς δεν χρειάζεται να επιλέξει έναν άνθρωπο που δεν του ταιριάζει. Αναρωτιέμαι όμως μερικές φορές πού τελειώνουν όσα πραγματικά χρειαζόμαστε από μια σχέση και πού αρχίζει η προσδοκία να βρούμε έναν άνθρωπο που δεν θα μας δυσκολέψει ποτέ.
Γιατί ο άνθρωπος που θα έρθει κοντά μας θα έχει και πράγματα που δεν θα μας αρέσουν. Συνήθειες που θα μας εκνευρίσουν. Απόψεις με τις οποίες θα διαφωνήσουμε. Μέρες που δεν θα είναι ιδιαίτερα ευχάριστος. Μπορεί να ξεχάσει κάτι που για εμάς ήταν σημαντικό, να μην καταλάβει ένα υπονοούμενο, να χρειάζεται περισσότερο χώρο όταν εμείς θέλουμε περισσότερη εγγύτητα. Κι εμείς, βέβαια, θα κάνουμε ακριβώς το ίδιο σε εκείνον.
Κάπου εδώ, νομίζω, μπερδεύουμε μερικές φορές δύο πολύ διαφορετικά πράγματα: το «δεν μου κάνει καλό» με το «δεν κάνει πάντα αυτό που θα ήθελα».
Και αυτή η διαφορά είναι σημαντική. Άλλο μια σχέση που μας πληγώνει, μας υποτιμά ή παραβιάζει τα όριά μας και άλλο μια σχέση στην οποία δύο διαφορετικοί άνθρωποι προσπαθούν να βρουν τρόπο να συνυπάρξουν. Η διαφωνία δεν σημαίνει απαραίτητα ασυμβατότητα. Η απογοήτευση δεν σημαίνει πάντα ότι επιλέξαμε λάθος άνθρωπο. Και μια δύσκολη συζήτηση δεν σημαίνει ότι η σχέση είναι λάθος.
Ίσως τελικά η πραγματική οικειότητα αρχίζει ακριβώς όταν πέφτει λίγο η εικόνα του «τέλειου» και εμφανίζεται μπροστά μας ένας κανονικός άνθρωπος. Με τα όμορφα, τα δύσκολα, τις αντιφάσεις και τις ατέλειές του.
Και τότε έρχεται το πραγματικό ερώτημα: όχι «είναι τέλειος για μένα;», αλλά «μπορούμε να είμαστε καλά μαζί, όπως πραγματικά είμαστε;»
Σκέφτομαι επίσης πόσο έχει αλλάξει η γλώσσα με την οποία μιλάμε για τις σχέσεις. Red flags, green flags, ghosting, situationships, attachment styles, toxic, narcissist. Λέξεις και έννοιες που πριν από μερικά χρόνια οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούσαν καν, σήμερα έχουν μπει στην καθημερινή μας κουβέντα.
Και σε μεγάλο βαθμό αυτό είναι καλό. Μάθαμε να αναγνωρίζουμε συμπεριφορές που μας πληγώνουν, να μιλάμε περισσότερο για τα όριά μας, να καταλαβαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να ανεχόμαστε τα πάντα στο όνομα μιας σχέσης. Αποκτήσαμε λέξεις για εμπειρίες που κάποτε μπορεί να νιώθαμε, αλλά να μην ξέραμε πώς να τις περιγράψουμε.
Αναρωτιέμαι όμως αν κάπου στην πορεία αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις και λίγο βιαστικά.
Ένας άνθρωπος δεν απάντησε όπως περιμέναμε; Red flag. Απομακρύνθηκε; Αποφευκτικός. Μίλησε πολύ για τον εαυτό του; Νάρκισσος. Μια σχέση μάς δυσκόλεψε; Τοξική. Κάποιος ζήτησε περισσότερο χώρο; «Έχει θέματα δέσμευσης».
Και κάπως έτσι μια λέξη μπορεί να γίνει ολόκληρη η ταυτότητα ενός ανθρώπου.
Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν πραγματικά κακοποιητικές συμπεριφορές, σοβαρές δυσλειτουργίες ή άνθρωποι από τους οποίους χρειάζεται να απομακρυνθούμε. Φυσικά και υπάρχουν. Ούτε ότι πρέπει να αγνοούμε τα σημάδια που μας ανησυχούν. Σκέφτομαι όμως πόσο διαφορετικό είναι να παρατηρώ μια συμπεριφορά από το να αποφασίζω, μέσα από αυτήν, ποιος είναι ο άνθρωπος απέναντί μου.
Ίσως τελικά μάθαμε πολύ καλά να αναγνωρίζουμε τα red flags, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι μάθαμε εξίσου καλά να μένουμε λίγο, να ρωτάμε, να ακούμε και να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Γιατί καμιά φορά πίσω από αυτό που βιαστήκαμε να ονομάσουμε «red flag» μπορεί πράγματι να υπάρχει ένα σοβαρό προειδοποιητικό σημάδι. Κάποιες άλλες φορές όμως μπορεί να υπάρχει απλώς ένας άνθρωπος διαφορετικός από εμάς.
Και το να ξεχωρίσουμε το ένα από το άλλο ίσως είναι πολύ πιο σημαντικό από το να βρούμε τη σωστή ταμπέλα.
Και υπάρχει ακόμη κάτι που σκέφτομαι συχνά: πόσο δύσκολο έχει γίνει να δείξουμε ότι μας νοιάζει.
Γιατί, για να δημιουργηθεί μια πραγματική σχέση, κάποια στιγμή πρέπει να εκτεθείς. Να πεις «μου λείπεις», «με πείραξε αυτό που έγινε», «θέλω να σε δω», «σε χρειάζομαι», «φοβάμαι μήπως σε χάσω». Να παραδεχτείς ότι αυτός ο άνθρωπος έχει αρχίσει να γίνεται σημαντικός για σένα.
Και εκεί τα πράγματα δυσκολεύουν. Γιατί όσο περισσότερο μας ενδιαφέρει κάποιος, τόσο περισσότερη δύναμη αποκτά, χωρίς καν να το επιδιώκει, να μας πληγώσει. Αν πω «μου λείπεις» και δεν του λείπω; Αν πω «θέλω να είμαι μαζί σου» και εκείνος δεν θέλει το ίδιο; Αν δείξω πόσο νοιάζομαι και στο τέλος φύγει;
Οπότε πολλές φορές επιλέγουμε το πιο ασφαλές. Καθυστερούμε να απαντήσουμε στο μήνυμα, για να μη φανεί ότι περιμέναμε. Δεν τηλεφωνούμε, παρόλο που θέλουμε. Δεν λέμε ότι ζηλέψαμε, ότι φοβηθήκαμε ή ότι πληγωθήκαμε. Προσπαθούμε να δείχνουμε πιο αδιάφοροι απ’ όσο πραγματικά είμαστε.
Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι: πώς μπορούν δύο άνθρωποι να πλησιάσουν, όταν και οι δύο περιμένουν από τον άλλον να πλησιάσει πρώτος;
Ίσως έχουμε συνδέσει την ευαλωτότητα με την αδυναμία. Σαν να χάνει λίγο από τη δύναμή του εκείνος που θα πει πρώτος «σε θέλω στη ζωή μου». Κι όμως, δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική οικειότητα χωρίς αυτή τη μικρή στιγμή έκθεσης. Κάποιος πρέπει κάποτε να κατεβάσει την άμυνα και να δείξει τι πραγματικά αισθάνεται.
Φυσικά αυτό έχει ρίσκο. Μπορεί να μην πάρουμε την απάντηση που ελπίζαμε. Μπορεί να απογοητευτούμε. Μπορεί και να πληγωθούμε.
Αλλά σκέφτομαι και το αντίθετο: πόσες σχέσεις δεν πρόλαβαν ποτέ να γίνουν σχέσεις επειδή δύο άνθρωποι ήταν τόσο απασχολημένοι να προστατεύουν τον εαυτό τους, ώστε κανείς δεν τόλμησε να δείξει στον άλλον ότι πραγματικά τον ήθελε;
Και μετά έρχεται ένα ακόμη ερώτημα. Μήπως οι σχέσεις δεν έγιναν απλώς πιο δύσκολες; Μήπως ζητάμε κι εμείς πολύ περισσότερα από αυτές;
Κάποτε, για πολλούς ανθρώπους, μια σχέση ή ένας γάμος είχε πολύ πιο συγκεκριμένο ρόλο. Να φτιάξουν μια οικογένεια, να αποκτήσουν παιδιά, να δημιουργήσουν ένα σπίτι, να μοιραστούν τις υποχρεώσεις της ζωής. Δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε αγάπη ή έρωτας. Αλλά ίσως δεν υπήρχε η προσδοκία ένας άνθρωπος να καλύπτει τόσες διαφορετικές πλευρές της ζωής μας.
Σήμερα θέλουμε πολύ περισσότερα. Θέλουμε σύντροφο, εραστή, φίλο. Θέλουμε να μπορούμε να συζητάμε μαζί του για ώρες αλλά και να περνάμε όμορφα χωρίς να μιλάμε. Θέλουμε ερωτισμό και ασφάλεια, σταθερότητα αλλά όχι ρουτίνα, εγγύτητα αλλά και προσωπικό χώρο. Θέλουμε να μας στηρίζει χωρίς να μας περιορίζει, να μας καταλαβαίνει χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να εξηγούμε τα πάντα, να εξελίσσεται μαζί μας αλλά να παραμένει ο άνθρωπος που αγαπήσαμε.
Και όσο τα γράφω όλα αυτά, σκέφτομαι: δεν είναι και λίγα.
Δεν θεωρώ κακό που ζητάμε περισσότερα από τις σχέσεις μας. Ίσα ίσα, πολλά από αυτά είναι πράγματα που αξίζει να υπάρχουν σε μια όμορφη σχέση. Ίσως όμως χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι όσο περισσότερες ανάγκες και προσδοκίες τοποθετούμε μέσα σε μία σχέση, τόσο πιο απαιτητική γίνεται και η προσπάθεια να τη διατηρήσουμε.
Γιατί ο άνθρωπος που έχουμε δίπλα μας παραμένει ένας άνθρωπος. Δεν θα μπορεί να μας καταλαβαίνει πάντα. Δεν θα είναι διαθέσιμος κάθε στιγμή. Δεν θα καλύπτει κάθε ανάγκη μας και δεν θα εξελίσσεται πάντοτε με τον ίδιο ρυθμό με εμάς. Όπως ακριβώς κι εμείς δεν θα μπορούμε να είμαστε όλα αυτά για εκείνον.
Ίσως λοιπόν ένα μέρος της δυσκολίας να βρίσκεται και εδώ: ζητάμε από μία σχέση να μας προσφέρει περισσότερα από ποτέ, ενώ ταυτόχρονα δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να αποδεχτούμε ότι καμία σχέση δεν μπορεί να μας τα προσφέρει όλα.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζητάμε λιγότερα.
Ίσως σημαίνει ότι χρειάζεται να ξεχωρίζουμε καλύτερα τι είναι πραγματικά σημαντικό για εμάς, τι μπορούμε να χτίσουμε μαζί με έναν άνθρωπο και τι δεν είναι δίκαιο να περιμένουμε να το βρούμε όλο μέσα σε εκείνον.
Και κάπου εδώ επιστρέφω στην ερώτηση με την οποία ξεκίνησα. Γιατί έγιναν τόσο δύσκολες οι σχέσεις;
Ίσως γιατί σήμερα έχουμε περισσότερες επιλογές, αλλά δυσκολευόμαστε περισσότερο να επιλέξουμε. Ξέρουμε καλύτερα τι δεν θέλουμε, αλλά καμιά φορά δεν είμαστε εξίσου σίγουροι για το τι θέλουμε. Μάθαμε να αναγνωρίζουμε συμπεριφορές, να βάζουμε όρια, να προστατεύουμε τον εαυτό μας. Και πολύ καλά κάναμε. Μόνο που μαζί με όλα αυτά χρειάζεται να θυμόμαστε και κάτι ακόμη: μια σχέση δεν χτίζεται μόνο με το να ξέρεις πότε πρέπει να φύγεις. Χτίζεται και με το να ξέρεις πότε αξίζει να μείνεις.
Να μείνεις λίγο περισσότερο σε μια κουβέντα που είναι δύσκολη. Να ρωτήσεις αντί να υποθέσεις. Να πεις «με πείραξε» αντί να απομακρυνθείς. Να δεχτείς ότι ο άλλος δεν θα αντιδρά πάντα όπως θα αντιδρούσες εσύ. Να επιτρέψεις σε έναν άνθρωπο να μην είναι τέλειος, χωρίς βέβαια να επιτρέψεις να σε πληγώνει. Και, ίσως το δυσκολότερο απ’ όλα, να επιτρέψεις και στον εαυτό σου να φανεί όπως πραγματικά είναι.
Γιατί όσο κι αν αλλάξουν οι εποχές, οι τρόποι γνωριμίας και οι λέξεις που χρησιμοποιούμε, κάτι πολύ βασικό στις σχέσεις παραμένει ίδιο: δύο άνθρωποι προσπαθούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον χωρίς να ξέρουν από πριν πού θα τους οδηγήσει αυτό.
Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά και η ομορφιά και η δυσκολία τους.
Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι ότι πάψαμε να θέλουμε την αγάπη. Τη θέλουμε. Την αναζητάμε, τη συζητάμε, την ονειρευόμαστε. Θέλουμε έναν άνθρωπο να μας γνωρίσει πραγματικά και να μείνει. Μόνο που, μαζί με αυτή την επιθυμία, κουβαλάμε και όλους τους τρόπους που μάθαμε για να μην πληγωθούμε.
Κρατάμε λίγο πίσω τον εαυτό μας. Παρατηρούμε, αξιολογούμε, ψάχνουμε τα σημάδια, προσπαθούμε να καταλάβουμε εγκαίρως αν κάτι θα πάει στραβά. Και ίσως κάποιες φορές, στην προσπάθειά μας να προστατευτούμε από μια πιθανή απογοήτευση, προστατευόμαστε και από την ίδια την εγγύτητα που τόσο πολύ θέλουμε.
Και τότε μένω με μια τελευταία σκέψη.
Μήπως, τελικά, μάθαμε να προστατευόμαστε περισσότερο απ’ όσο μάθαμε να αγαπάμε;
